Zum Inhalt springen

EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union

Κρατικές ενισχύσεις - Άρθρο 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ, άρθρα 67 ΑΧ και 95 ΑΧ - Δημοσιονομικές παρεμβάσεις υπέρ της επιχειρήσεως Salzgitter - Σύνορα με την πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και την πρώην Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας - Μη γνωστοποιηθείσες ενισχύσεις - Έκτος κώδικας ενισχύσεων για τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα - Ασφάλεια του δικαίου.

ECLI: ECLI:EU:T:2004:199Entscheidung vom: 01.07.2004

Υπόθεση T-308/00 Salzgitter AG κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων «Κρατικές ενισχύσεις – Άρθρο 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ, άρθρα 67 ΑΧ και 95 ΑΧ – Δημοσιονομικές παρεμβάσεις υπέρ της επιχειρήσεως Salzgitter – Σύνορα με την πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και την πρώην Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας – Μη γνωστοποιηθείσες ενισχύσεις – Έκτος κώδικας ενισχύσεων για τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Ασφάλεια του δικαίου» Απόφαση του Πρωτοδικείου (τέταρτο πενταμελές τμήμα) της 1ης Ιουλίου 2004 Περίληψη της αποφάσεως 1.     ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Εκτίμηση του νόμιμου χαρακτήρα – Συνεκτίμηση της νομολογίας του κοινοτικού δικαστή σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις που εμπίπτουν στη Συνθήκη ΕΚ – Όρια [Άρθρο 4, στοιχ. γ΄, ΑΧ] 2.     ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Έννοια – Ειδικός ή επιλεκτικός χαρακτήρας [Άρθρο 4, στοιχ. γ΄, ΑΧ] 3.     ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Έννοια – Νομικός χαρακτήρας – Ερμηνεία βάσει αντικειμενικών στοιχείων – Δικαστικός έλεγχος – Έκταση [Άρθρο 4, στοιχ. γ΄, ΑΧ· άρθρο 87 § 1, ΕΚ] 4.     ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Έννοια – Φορολογικά μέτρα – Επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου [Άρθρο 4, στοιχ. γ΄, ΑΧ] 5.     ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Ενισχύσεις υπέρ περιφερειών που έχουν επηρεαστεί από τη διαίρεση της Γερμανίας – Εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης ΕΚ – Αποκλείεται [Άρθρο 4, στοιχ. γ΄, ΑΧ· άρθρο 87 § 2, στοιχ. γ΄, ΕΚ] 6.     ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Έννοια – Μέτρα εμφανιζόμενα ως ληφθέντα στο πλαίσιο των ενισχύσεων υπέρ των περιφερειών που έχουν επηρεαστεί από τη διαίρεση της Γερμανίας – Δεν εμπίπτουν λόγω του αντισταθμιστικού χαρακτήρα τους – Εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής [Άρθρο 4, στοιχ. γ΄, ΑΧ· άρθρο 87 § 2, στοιχ. γ΄, ΕΚ] 7.     ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Έννοια – Χαρακτηρισμός φορολογικού μέτρου ως πλεονεκτήματος – Κανονική φορολογική επιβάρυνση προοριζόμενη να χρησιμεύσει ως σημείο συγκρίσεως [Άρθρο 4, στοιχ. γ΄, ΑΧ] 8.     ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Έννοια – Εμπίπτουν τόσο οι επιδοτήσεις όσο και οι οικονομικές ελαφρύνσεις – Υποχρέωση της Επιτροπής να αποδείξει το ισοδύναμο του αποτελέσματος μιας οικονομικής ελαφρύνσεως και μιας επιδοτήσεως – Δεν υφίσταται [Άρθρο 4, στοιχ. γ΄, ΑΧ] 9.     ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Απαγόρευση – Επηρεασμός του ανταγωνισμού και του εμπορίου μεταξύ κρατών μελών – Δεν ασκεί επιρροή [Άρθρο 4, στοιχ. γ΄, ΑΧ] 10.   ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Έλλειψη δυνατότητας εφαρμογής του άρθρου 67 ΑΧ – Πρακτική της Επιτροπής – Δεν ασκεί επιρροή [Άρθρο 4, στοιχ. γ΄, ΑΧ και 67 ΑΧ· γενική απόφαση 2320/81] 11.   ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Χορήγηση από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 95 ΑΧ – Επιτρέπεται – Διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής – Δικαστικός έλεγχος – Όρια [Άρθρο 4, στοιχ. γ΄, ΑΧ και 95 ΑΧ] 12.   ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Απαγόρευση –Ενίσχυση παρανόμως χορηγηθείσα – Απουσία κανόνος προβλέποντος την εκ μέρους της Επιτροπής άσκηση των αρμοδιοτήτων της – Σεβασμός των επιταγών της ασφάλειας του δικαίου [Άρθρο 4, στοιχ. γ΄, ΑΧ] 13.   Κοινοτικό δίκαιο – Αρχές – Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Ασφάλεια του δικαίου – Διαφορετικές προϋποθέσεις όσον αφορά τη δυνατότητα επικλήσεως – Συνέπειες – Δυνατότητα για τον δικαιούχο παράνομης ενισχύσεως στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, χορηγηθείσας κατά παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως, να επικαλεστεί την ασφάλεια του δικαίου προκειμένου να αμφισβητήσει την απόφαση που διατάσσει εν προκειμένω την επιστροφή, παρά το γεγονός ότι δεν δημιουργήθηκε δικαιολογημένη εμπιστοσύνη 14.   ΕΚΑΧ – Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Διοικητική διαδικασία – Διφορούμενη κατάσταση δημιουργηθείσα από την αδράνεια της Επιτροπής και την απουσία κανόνος στον δεύτερο και τρίτο κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Υποχρέωση διασαφηνίσεως της καταστάσεως πριν καταστεί δυνατό να διαταχθεί η επιστροφή καταβληθεισών ενισχύσεων (Γενικές αποφάσεις 1018/85 και 3484/85) 1.     Οι διασαφηνίσεις που έχει κάνει ο κοινοτικός δικαστής σχετικά με τις έννοιες που περιλαμβάνονται στις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ αναφορικά με κρατικές ενισχύσεις έχουν αποφασιστική σημασία για την εφαρμογή των αντιστοίχων διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ, στο μέτρο που οι διασαφηνίσεις αυτές δεν είναι ασύμβατες με αυτή. Επομένως, είναι δικαιολογημένη στο μέτρο αυτό, η αναφορά στη νομολογία σχετικά με τις εμπίπτουσες στη Συνθήκη ΕΚ κρατικές ενισχύσεις προκειμένου να εκτιμηθεί ο νόμιμος χαρακτήρας των αποφάσεων όσον αφορά τις υπαγόμενες στη Συνθήκη ΕΚΑΧ ενισχύσεις. (βλ. σκέψη 28) 2.     Ο ειδικός ή επιλεκτικός χαρακτήρας ενός κρατικού μέτρου αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά της έννοιας της κρατικής ενισχύσεως, ασχέτως αν αυτό συμβαίνει στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ ή στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, και τούτο παρά το γεγονός ότι το κριτήριο αυτό δεν μνημονεύεται ρητώς στο άρθρο 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ. Επομένως, έχει σημασία να διαπιστωθεί αν το εν λόγω μέτρο συνεπάγεται ή δεν συνεπάγεται πλεονεκτήματα αποκλειστικώς προς όφελος ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων τομέων δραστηριότητας. (βλ. σκέψη 29) 3.     Η έννοια της κρατικής ενισχύσεως, όπως προσδιορίζεται στη Συνθήκη ΕΚ, είναι νομικής φύσεως και πρέπει να ερμηνεύεται βάσει αντικειμενικών στοιχείων. Για τον λόγο αυτό, ο κοινοτικός δικαστής οφείλει, κατ’ αρχήν, και ενόψει τόσο των συγκεκριμένων στοιχείων της διαφοράς που έχει υποβληθεί στην κρίση του όσο και του τεχνικού ή περίπλοκου χαρακτήρα των εκτιμήσεων της Επιτροπής, να ασκεί πλήρη έλεγχο όσον αφορά το ζήτημα εάν ένα μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά προκειμένου περί του ζητήματος εάν ένα μέτρο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ, εφόσον η άσκηση τέτοιου δικαστικού ελέγχου δεν είναι ασύμβατη με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ. (βλ. σκέψεις 30-31) 4.     Κατ’ αρχήν, ένα φορολογικό μέτρο που μπορεί να χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση διακρίνεται από ένα γενικό φορολογικό μέτρο λόγω του περιορισμένου χαρακτήρα, νομικώς ή πραγματικώς, των δικαιούχων αυτού. Συναφώς, μικρή σημασία έχει το γεγονός ότι η επιλεκτικότητα του μέτρου απορρέει, π.χ., από τομεακό κριτήριο ή, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, από κριτήριο γεωγραφικού εντοπισμού σε οριοθετημένο τμήμα του εδάφους κράτους μέλους. Αντιθέτως, έχει σημασία, προκειμένου ένα μέτρο να μπορεί να χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση, να υπάγονται οι επωφελούμενες από το μέτρο αυτό επιχειρήσεις σε σαφώς προσδιορισμένη κατηγορία μέσω της εφαρμογής, νομικώς ή πραγματικώς, του κριτηρίου που έχει θεσπιστεί με το εν λόγω μέτρο. (βλ. σκέψη 38) 5.     Από το γεγονός ότι το ζήτημα της χορηγήσεως κρατικών ενισχύσεων αποτελεί το αντικείμενο των διατάξεων του άρθρου 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ προκύπτει ότι, όσον αφορά το πρόβλημα αυτό, οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ δεν μπορούν να εφαρμοστούν στο καλυπτόμενο από τη Συνθήκη ΕΚΑΧ πεδίο. Έτσι, δεδομένου ότι στη Συνθήκη ΕΚΑΧ δεν υφίστανται διατάξεις όμοιες ή αντίστοιχες προς αυτές του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, ΕΚ, η αναγνώριση, στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ, του συμβατού ενισχύσεων χορηγηθεισών στην οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που έχουν θιγεί από τη διαίρεση της Γερμανίας δεν επηρεάζει ούτε το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ ούτε, όπως είναι επόμενο, την έννοια της κρατικής ενισχύσεως, όπως αυτή ορίζεται από τη διάταξη αυτή. (βλ. σκέψεις 63-64) 6.     Δεδομένου ότι οι θεσπισθείσες με το άρθρο 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ κατάργηση και απαγόρευση έχουν γενικό και απόλυτο χαρακτήρα δεν μπορούν αυτές να ακυρωθούν από την εφαρμογή μιας κατά προσέγγιση και αβέβαιης αντισταθμιστικής διαδικασίας. Η εξέταση του αντισταθμιστικού χαρακτήρα κρατικών μέτρων εμπίπτει στην εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής, που συνίσταται στον έλεγχο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επιδιωκόμενη παραίτηση. Ως εκ τούτου, η απλή επίκληση της προβλεπόμενης στο άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο γ΄, ΕΚ εξαιρέσεως, δηλαδή η αναγνώριση του συμβατού ενισχύσεων χορηγηθεισών στην οικονομία ορισμένων περιοχών της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας που έχουν θιγεί από τη διαίρεση της Γερμανίας, που ούτε εφαρμόζεται ούτε έχει αντίστοιχο στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη βέβαιου αιτιώδους συνδέσμου, δυνάμει της Συνθήκης αυτής, μεταξύ του χορηγηθέντος σε μια επιχείρηση πλεονεκτήματος και προβαλλόμενου οικονομικού μειονεκτήματος από το οποίο πάσχουν οι επιχειρήσεις που κείνται σε περιοχή έχουσα θιγεί από τη διαίρεση της Γερμανίας. (βλ. σκέψεις 72, 74-75) 7.     Στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προκειμένου να εντοπισθούν κρατικές ενισχύσεις, επιβάλλεται αποκλειστικώς να προσδιοριστεί αν, στο πλαίσιο συγκεκριμένου νομικού καθεστώτος, ένα κρατικό μέτρο δύναται να ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής σε σχέση με άλλους, οι οποίοι θα βρίσκονταν από πλευράς του επιδιωκομένου από το εν λόγω καθεστώς στόχου σε παρόμοια πραγματική και νομική κατάσταση. Κατά συνέπεια, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν ένα μέτρο παρέχει πλεονέκτημα, πρέπει οπωσδήποτε να προσδιοριστεί το σημείο αναφοράς, στο πλαίσιο συγκεκριμένου νομικού καθεστώτος, βάσει του οποίου θα συγκριθεί το πλεονέκτημα αυτό. Έτσι, προκειμένου να προσδιοριστεί τι ακριβώς αποτελεί «κανονική» φορολογική επιβάρυνση, δεν είναι δυνατόν να γίνει συγκριτική εξέταση των φορολογικών κανόνων που εφαρμόζονται στο σύνολο των κρατών μελών, και μάλιστα μόνον ορισμένων από αυτά, χωρίς να αλλοιωθεί ο προορισμός των σχετικών με τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων διατάξεων. Πράγματι, ελλείψει εναρμονίσεως σε κοινοτικό επίπεδο των φορολογικών διατάξεων των κρατών μελών, αυτή η εξέταση θα κατέληγε σε σύγκριση των διαφορετικών πραγματικών και νομικών καταστάσεων που προκύπτουν από τις νομοθετικές ή κανονιστικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των κρατών μελών. (βλ. σκέψεις 79-81) 8.     Μολονότι η έννοια της κρατικής ενισχύσεως περιλαμβάνει όχι μόνο θετικές παροχές, όπως οι επιδοτήσεις, αλλά και παρεμβάσεις οι οποίες, υπό διάφορες μορφές, μειώνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς πλήττουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως και οι οποίες, ως εκ τούτου, χωρίς να αποτελούν επιδοτήσεις υπό την αυστηρή έννοια του όρου, είναι της ιδίας φύσεως και έχουν τα ίδια αποτελέσματα, δεν συντρέχει λόγος να καθιερωθεί μια ιεραρχία μεταξύ, αφενός, αυτού που θα αποτελούσε επιδότηση, υπό την αυστηρή έννοια του όρου, και, αφετέρου, των λοιπών εξομοιήσιμων προς τέτοια επιδότηση μέτρων, αλλά να προσδιοριστεί η έννοια της ενισχύσεως σύμφωνα με το νόημα του άρθρου 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ. Από τον ορισμό αυτό προκύπτει ότι, εφόσον αποδεικνύεται ότι μια κρατική παρέμβαση αποτελεί ανακούφιση από τις επιβαρύνσεις που θα έπρεπε κανονικώς να πλήττουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως, το μέτρο αυτό πρέπει να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση και έχει, λόγω ακριβώς αυτού του χαρακτηρισμού, αποτέλεσμα όμοιο προς επιδότηση υπό την αυστηρή έννοια του όρου. Επομένως, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να προσκομίσει συμπληρωματικές αποδείξεις σχετικά με το ότι μια ελάφρυνση από τις επιβαρύνσεις τις οποίες θα έπρεπε κανονικώς να φέρει μια επιχείρηση είχε το ίδιο αποτέλεσμα με μία, κατά την αυστηρή έννοια του όρου, επιδότηση. (βλ. σκέψεις 83-84, 89) 9.     Στο πλαίσιο του άρθρου 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ, οι κρατικές ενισχύσεις λογίζονται ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά χωρίς να παρίσταται ανάγκη να αποδειχθεί, ούτε καν να εξεταστεί, το ζήτημα αν στην πραγματικότητα, θίγονται ή υπάρχει κίνδυνος να θιγούν οι όροι του ανταγωνισμού. Επομένως, προκειμένου ένα μέτρο ενισχύσεως να εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν πρέπει κατ’ ανάγκη να έχει επιπτώσεις στις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών ή στον ανταγωνισμό. (βλ. σκέψεις 90-91) 10.   Το άρθρο 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ, απαγορεύοντας τις επιδοτήσεις ή ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη, υπό οποιαδήποτε μορφή, σκοπεί στην κατάργηση και την απαγόρευση ορισμένων παρεμβάσεων των κρατών μελών στον τομέα που, σύμφωνα με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ, εμπίπτει στην κοινοτική αρμοδιότητα. Το εν λόγω άρθρο δεν καθιερώνει καμιά διάκριση μεταξύ ατομικών ενισχύσεων και καθεστώτων ενισχύσεων ούτε μεταξύ των καθεστώτων ειδικών ή μη ειδικών ενισχύσεων στον τομέα του άνθρακα και του χάλυβα, ενώ η απαγόρευση που επιβάλλει είναι διατυπωμένη κατά τρόπο αυστηρό. Όσο για το άρθρο 67 ΑΧ, με αυτό σκοπείται η θεραπεία των επιπτώσεων στον ανταγωνισμό που είναι δυνατό να συνεπάγεται η άσκηση των εξουσιών που έχουν διατηρήσει τα κράτη μέλη και το εν λόγω άρθρο περιορίζεται στο να προβλέπει τα μέτρα διασφαλίσεως που δύναται η Επιτροπή να λαμβάνει έναντι των μέτρων κράτους μέλους τα οποία, μολονότι ασκούντα αισθητή επιρροή στους όρους ανταγωνισμού όσον αφορά τις βιομηχανίες σιδήρου και χάλυβα, δεν αφορούν αυθωρεί και κατά τρόπο άμεσο τις βιομηχανίες αυτές. Έτσι, το άρθρο 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ και το άρθρο 67 ΑΧ αφορούν δύο χωριστούς τομείς, ληφθέντος υπόψη ότι ο δεύτερος δεν εμπίπτει στο πεδίο των κρατικών ενισχύσεων. Το γεγονός ότι, μέχρι τη θέσπιση, με την απόφαση 2320/81, του δεύτερου κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, η Επιτροπή θεωρούσε ότι το άρθρο 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ εφαρμοζόταν μόνο στις ειδικές υπέρ των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα ενισχύσεις, δηλαδή τις ενισχύσεις των οποίων οι επιχειρήσεις αυτές επωφελούνταν ειδικώς ή κυρίως, ενώ η εφαρμογή στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα των γενικών και περιφερειακών καθεστώτων ενισχύσεων υπόκεινταν στον έλεγχο της Επιτροπής βάσει τόσο των διατάξεων του άρθρου 67 ΑΧ όσο και αυτών των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την ερμηνεία αυτή. (βλ. σκέψεις 107-112, 115) 11.   Το άρθρο 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ δεν απαγορεύει στην Επιτροπή να επιτρέπει κρατικές ενισχύσεις είτε για τις κατηγορίες που ειδικώς προβλέπονται από τον κώδικα ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, σε κάποια από τις διαδοχικές τροποποιήσεις του, είτε, όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις που δεν εμπίπτουν στις κατηγορίες αυτές, στηριζόμενη στο άρθρο 95, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ΑΧ. Όταν κάνει χρήση αυτής της τελευταίας δυνατότητας, η Επιτροπή απολαύει διακριτικής εξουσίας προκειμένου να διαπιστώνει αν οι ενισχύσεις είναι αναγκαίες για την υλοποίηση των στόχων της Συνθήκης. Στον τομέα αυτόν, ο έλεγχος της νομιμότητας πρέπει, όπως είναι επόμενο, να περιορίζεται στην εξέταση του ζητήματος αν η Επιτροπή υπερέβη τα συμφυή με την εξουσία της εκτιμήσεως όρια, λόγω αλλοιώσεως στοιχείων ή πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας ή διαδικασίας. Εφόσον επιδιώκεται να διαπιστωθεί αν η Επιτροπή, κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, έκανε πρόδηλο λάθος δυνάμενο να δικαιολογήσει την ακύρωση της αποφάσεώς της, πρέπει να προσκομιστούν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ώστε να ανατραπούν οι σχετικές με τα πραγματικά περιστατικά εκτιμήσεις που έχουν γίνει στην εν λόγω απόφαση. (βλ. σκέψεις 131, 136-138) 12.   Προκειμένου μια προθεσμία παραγραφής να πληροί τον σκοπό της, πρέπει αυτή να έχει καθοριστεί εκ των προτέρων. Ο καθορισμός της προθεσμίας αυτής και οι εκτελεστικές λεπτομέρειές της εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του κοινοτικού νομοθέτη. Πάντως, ο τελευταίος δεν έχει παρέμβει για να ορίσει προθεσμία παραγραφής στον τομέα του ελέγχου των χορηγουμένων βάσει της Συνθήκης ΕΚΑΧ ενισχύσεων. Παρ’ όλα αυτά, η ουσιώδης επιταγή της ασφάλειας του δικαίου, στις διάφορες εκφάνσεις της, σκοπεί στη διασφάλιση της προβλεψιμότητας των εμπιπτουσών στο κοινοτικό δίκαιο εννόμων καταστάσεων και σχέσεων και πρέπει να λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το κύρος αποφάσεως της Επιτροπής επιβάλλουσας την εκ μέρους επιχειρήσεως της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα επιστροφή κρατικής ενισχύσεως που έχει παρανόμως χορηγηθεί. (βλ. σκέψεις 159-161) 13.   Η δυνατότητα επικλήσεως της αρχής της ασφάλειας του δικαίου δεν υπόκειται στις προϋποθέσεις που επιτρέπουν την επίκληση της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης όσον αφορά τον νομότυπο χαρακτήρα μιας κρατικής ενισχύσεως. Αυτός είναι, ακριβώς, ο λόγος για τον οποίο μια επιχείρηση της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα που έτυχε κρατικής ενισχύσεως μη γνωστοποιηθείσας στην Επιτροπή μπορεί να επικαλεστεί, προκειμένου να αμφισβητήσει απόφαση της Επιτροπής με την οποία της επιβάλλεται η επιστροφή του σχετικού ποσού, την ασφάλεια του δικαίου, και τούτο μολονότι αποκλείεται, πλην κατ’ εξαίρεση περιστάσεων, να μπορεί ο επωφεληθείς από μια κρατική ενίσχυση να έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά τον νομότυπο χαρακτήρα της, εφόσον αυτή του χορηγήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων σχετικά με τη διαδικασία του προηγούμενου ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. (βλ. σκέψεις 165-166) 14.   Ορθώς μια επιχείρηση της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, που έτυχε παρανόμων ενισχύσεων, στηρίζεται στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου προκειμένου να αμφισβητήσει τη νομιμότητα αποφάσεως της Επιτροπής διατάσσουσας την επιστροφή τους στην περίπτωση όπου κατά το χρονικό σημείο που αυτή έλαβε τις εν λόγω ενισχύσεις υφίστατο, εξαιτίας της Επιτροπής, μια κατάσταση αβεβαιότητας και ασάφειας σχετικά με το νομικό καθεστώς του σχετικού τύπου ενισχύσεων, κατάσταση η οποία επιδεινώθηκε λόγω παρατεταμένης αδράνειας της Επιτροπής, η οποία, ωστόσο, γνώριζε την καταβολή των ενισχύσεων και δημιούργησε έτσι, κατά παράβαση του καθήκοντός της επιμελείας, κατάσταση που αυτή όφειλε να διασαφηνίσει πριν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό να επιβάλει την επιστροφή των καταβληθεισών ενισχύσεων. (βλ. σκέψεις 174, 180, 182) ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (τέταρτο πενταμελές τμήμα)της 1ης Ιουλίου 2004(1) Κρατικές ενισχύσεις – Άρθρο 4, στοιχείο γ΄, ΑΧ, άρθρα 67 ΑΧ και 95 ΑΧ – Δημοσιονομικές παρεμβάσεις υπέρ της επιχειρήσεως Salzgitter – Σύνορα με την πρώην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας και την πρώην Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας – Μη γνωστοποιηθείσες ενισχύσεις – Έκτος κώδικας ενισχύσεων για τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα – Ασφάλεια του δικαίου προσφεύγουσα, παρεμβαίνουσα, κατά καθής, ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τέταρτο πενταμελές τμήμα), εκδίδει την ακόλουθη «(121) Η Επιτροπή επισημαίνει καταρχάς ότι στην παρούσα υπόθεση η Γερμανία δεν έχει διατυπώσει επίσημο αίτημα για την κίνηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 95 [ΑΧ]. (122) Το σύστημα που έχει καθιερωθεί βάσει της Συνθήκης ΕΚΑΧ στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων παρέχει στην Επιτροπή την ευχέρεια, εφόσον πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις και τηρουμένης της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 95 [ΑΧ], να εγκρίνει τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων σε όλες τις περιπτώσεις που δεν προβλέπονται στη Συνθήκη και στις οποίες η έκδοση τέτοιας απόφασης είναι, σύμφωνα με το άρθρο 5, αναγκαία για την επίτευξη, στην κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα, κάποιου από τους επιμέρους στόχους της Κοινότητας οι οποίοι προσδιορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4. (123) Σύμφωνα με την απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Ιουλίου 1999 [Τ‑106/96, Wirtschaftsvereinigung Stahl κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-2155], η παράλειψη κοινοποίησης δεν είναι ικανή να απαλλάξει ή ακόμη και να εμποδίσει την Επιτροπή να αναλάβει πρωτοβουλία με βάση το άρθρο 95 [ΑΧ] και, ενδεχομένως, να κηρύξει τις ενισχύσεις συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά. Ωστόσο, στην αιτιολογική σκέψη 42 της ίδιας δικαστικής απόφασης, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι η Επιτροπή, όταν εξετάζει κατά πόσον συμβιβάζονται με τη συνθήκη ενισχύσεις που εμπίπτουν στον κώδικα, οφείλει να εφαρμόζει το συνολικό πλέγμα κανόνων που ο ίδιος αυτός κώδικας προβλέπει. Τούτο σημαίνει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να εγκρίνει τέτοιες ενισχύσεις με ατομική της απόφαση ενάντια στις γενικές διατάξεις του κώδικα. Βάσει των [κωδίκων ενισχύσεων στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα] που ισχύουν από το 1986, οι περιφερειακές ενισχύσεις για επενδύσεις είναι δυνατό να εγκριθούν μόνο εφόσον αφορούν συγκεκριμένες περιοχές, οι οποίες καθορίζονται επακριβώς και στις οποίες δεν συγκαταλέγονται οι περιοχές όπου βρίσκονται οι μονάδες παραγωγής στις οποίες πραγματοποιήθηκαν οι επενδύσεις που ενισχύθηκαν μέσω των επίμαχων έκτακτων αποσβέσεων και αφορολόγητων αποθεματικών. Επομένως, η Επιτροπή συμπεραίνει ότι το άρθρο 95 [ΑΧ] δεν είναι εφαρμοστέο στην παρούσα υπόθεση. (124) Εξάλλου, η Επιτροπή, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που διαθέτει εν προκειμένω, θεωρεί ότι στην παρούσα υπόθεση δεν είναι αντιμέτωπη με μία υπόθεση η οποία δεν ρυθμίζεται από τη συνθήκη και στην οποία θα ήταν αναγκαία η έκδοση θετικής απόφασης προκειμένου να επιτευχθεί κάποιος από τους στόχους της Κοινότητας που καθορίζονται στα άρθρα 2 [ΑΧ], 3 [ΑΧ] και 4 [ΑΧ]. Παραδείγματος χάρη, οι χορηγηθείσες ενισχύσεις δεν απέβλεπαν στη διαρθρωτική εξυγίανση και την αποκατάσταση της οικονομικής βιωσιμότητας της γερμανικής χαλυβουργίας. Αντιστοίχως, η Γερμανία ουδέποτε αναφέρθηκε σε κάποιο πρόγραμμα μείωσης της παραγωγικής ικανότητας του συγκεκριμένου επιχειρηματικού ομίλου το οποίο να συνδέεται άμεσα με τις επίμαχες έκτακτες αποσβέσεις και τα αφορολόγητα αποθεματικά. Κατά συνέπεια, δεν κρίνεται δικαιολογημένη στην παρούσα υπόθεση η χορήγηση ενισχύσεων επί τη βάσει του άρθρου 95 [ΑΧ]. (125) Επιπλέον, με βάση την εξέλιξη των οικονομικών και χρηματοοικονομικών δεδομένων της χαλυβουργίας στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και τις ατομικές αποφάσεις οι οποίες εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 95 [AX] και αφορούσαν την έγκριση ενισχύσεων για την αναδιάρθρωση διαφόρων επιχειρήσεων, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, στην κοινή τους δήλωση που ενεγράφη στο πρακτικό του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 1993, επισημαίνουν ότι “με την επιφύλαξη του δικαιώματος κάθε κράτους μέλους να ζητήσει την έκδοση απόφασης δυνάμει του άρθρου 95 [ΑΧ] και λαμβανομένων υπόψη των συμπερασμάτων του Συμβουλίου, της 25ης Φεβρουαρίου 1993, το Συμβούλιο είναι αποφασισμένο να αποφύγει κάθε νέα παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 95 για ενισχύσεις υπέρ συγκεκριμένης επιχείρησης”.» Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο πενταμελές τμήμα) Tiili Pirrung Mengozzi Meij Βηλαράς Ο Γραμματέας Η Πρόεδρος H. Jung V. Tiili Περιεχόμενα 1 – Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.

Amtliche Sprachfassungen

Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.

ČeštinaΕλληνικάEnglishEspañolFrançaisItalianoNederlandsPolskiPortuguês