EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union
Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση περί διενέργειας ελέγχου – Αναλογικότητα – Μη ύπαρξη αυθαίρετου χαρακτήρα – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Αρκούντως σοβαρές ενδείξεις – Ασφάλεια δικαίου – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη – Δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής – Δικαιώματα άμυνας
ECLI: ECLI:EU:T:2018:368Entscheidung vom: 20.06.2018
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 20ής Ιουνίου 2018 ( *1 )
«Ανταγωνισμός – Διοικητική διαδικασία – Απόφαση περί διενέργειας ελέγχου – Αναλογικότητα – Μη ύπαρξη αυθαίρετου χαρακτήρα – Υποχρέωση αιτιολογήσεως –Αρκούντως σοβαρές ενδείξεις – Ασφάλεια δικαίου – Δικαιολογημένη εμπιστοσύνη – Δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής – Δικαιώματα άμυνας»
Στην υπόθεση T-325/16,
České dráhy, a.s., με έδρα την Πράγα (Τσεχική Δημοκρατία), εκπροσωπούμενη από τους K. Muzikář, J. Kindl και V. Kuča, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους P. Rossi, A. Biolan, G. Meessen, P. Němečková και M. Šimerdová,
καθής,
με αντικείμενο προσφυγή ασκηθείσα βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως C(2016) 2417 τελικό της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 2016, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, η οποία απευθύνεται στην České dráhy και σε όλες τις εταιρίες που ελέγχονται ευθέως ή εμμέσως από αυτήν και διατάσσει τη διενέργεια ελέγχου (υπόθεση AT.40156 – Falcon),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. M. Collins, πρόεδρο, R. Barents και J. Passer (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: L. Grzegorczyk, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Οκτωβρίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Η προσφεύγουσα, České dráhy, a.s., είναι ανώνυμη εταιρία. Η εταιρία αυτή είναι ο τσεχικός εθνικός σιδηροδρομικός μεταφορέας και ανήκει στο Τσεχικό Δημόσιο. Κατέχει δε δεσπόζουσα θέση, μεταξύ άλλων, στις αγορές παροχής υπηρεσιών μεταφοράς προσώπων και παροχής υπηρεσιών διαχειρίσεως των σιδηροδρομικών υποδομών στην Τσεχική Δημοκρατία.
Διαδικασία ενώπιον της τσεχικής αρχής ανταγωνισμού
2
Το 2011 και το 2012, δύο άλλες εταιρίες μεταφορών, η RegioJet a.s. και η LEO Express a.s., άρχισαν να παρέχουν υπηρεσίες σιδηροδρομικής μεταφοράς προσώπων στη γραμμή που συνδέει την Πράγα (Τσεχική Δημοκρατία) με την Ostrava, μια πόλη κείμενη στο βορειοανατολικό τμήμα της Τσεχικής Δημοκρατίας.
3
Από το έτος 2011, η συμπεριφορά της προσφεύγουσας, ως προς την οποία υπήρχαν υπόνοιες καταχρήσεως της δεσπόζουσας θέσεώς της λόγω παροχής υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς προσώπων με ζημία σε τιμές κάτω του κόστους στη γραμμή Πράγα-Ostrava, αποτελεί αντικείμενο έρευνας εκ μέρους της τσεχικής αρχής ανταγωνισμού, της Úřad pro ochranu hospodářské soutěže (αρχής προστασίας του ανταγωνισμού, Τσεχική Δημοκρατία).
4
Στις 24 Ιανουαρίου 2012, κατόπιν προκαταρκτικής έρευνας, η τσεχική αρχή ανταγωνισμού κίνησε διοικητική διαδικασία κατά της προσφεύγουσας, βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του zákon č. 143/2001 Sb. o ochraně hospodářské soutěže (νόμου 143/2001 για την προστασία του ανταγωνισμού).
5
Στις 25 Ιανουαρίου 2012, η τσεχική αρχή ανταγωνισμού διενήργησε έλεγχο στις εγκαταστάσεις της προσφεύγουσας.
6
Η έρευνα την οποία διεξήγαγε η τσεχική αρχή ανταγωνισμού βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.
Διαδικασία ενώπιον των τσεχικών δικαστηρίων
7
Σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία, οι δύο ανταγωνιστές της προσφεύγουσας, RegioJet και LEO Express, άσκησαν σε βάρος της αγωγές ενώπιον των τσεχικών δικαστηρίων για την αποκατάσταση της ζημίας που τους είχε προκαλέσει η προβαλλόμενη ως αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφορά της προσφεύγουσας στη γραμμή Πράγα-Ostrava.
8
Με απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2015, το Městský soud v Praze (περιφερειακό δικαστήριο Πράγας, Τσεχική Δημοκρατία) απέρριψε την αγωγή της LEO Express. Η LEO Express άσκησε έφεση κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του Vrchní soud v Praze (ανώτερου δικαστηρίου Πράγας, Τσεχική Δημοκρατία). Η διαδικασία αυτή εκκρεμούσε ακόμη κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής.
9
Κατά την ίδια ημερομηνία, το Městský soud v Praze (περιφερειακό δικαστήριο Πράγας) δεν είχε ακόμη αποφανθεί επί της αγωγής της RegioJet.
Έρευνα της Επιτροπής
10
Στις 18 Απριλίου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2016) 2417 τελικό, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003, η οποία απευθυνόταν στην προσφεύγουσα και σε όλες τις εταιρίες που ελέγχονταν ευθέως ή εμμέσως από αυτήν και διέτασσε τη διενέργεια ελέγχου (υπόθεση AT.40156 – Falcon) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
11
Οι αιτιολογικές σκέψεις 2 έως 9 της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως εξής:
«(2)
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή) έλαβε πληροφορίες από τις οποίες προκύπτει ότι [η προσφεύγουσα] κατέχει δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, μεταξύ άλλων στις αγορές παροχής υπηρεσιών μεταφοράς προσώπων και παροχής υπηρεσιών διαχειρίσεως των σιδηροδρομικών υποδομών στην Τσεχική Δημοκρατία.
(3)
Η Επιτροπή διαθέτει πληροφορίες οι οποίες υποδηλώνουν ότι [η προσφεύγουσα] ενδέχεται να προσφέρει ορισμένες σιδηροδρομικές συνδέσεις σε τιμές κάτω του κόστους (predatory pricing), ιδίως (αλλά όχι αποκλειστικά) στη γραμμή Πράγα-Ostrava. Η συμπεριφορά αυτή ενδέχεται να αποτελεί μέρος μιας στρατηγικής εκ μέρους [της προσφεύγουσας], η οποία είναι αντίθετη προς τους κανόνες του ανταγωνισμού και έχει ως σκοπό να προστατεύσει τη θέση της στην αγορά της παροχής υπηρεσιών μεταφοράς προσώπων και να περιορίσει την ανάπτυξη του ανταγωνισμού στην αγορά.
(4)
Η Επιτροπή έλαβε πληροφορίες οι οποίες υποδηλώνουν ότι η εν λόγω πιθανολογούμενη παράβαση πρέπει να τελείται τουλάχιστον από το 2011, όταν ένας ιδιώτης ανταγωνιστής άρχισε να παρέχει υπηρεσίες στη γραμμή Πράγα-Ostrava, ή και νωρίτερα, και ότι η συμπεριφορά αυτή πρέπει να συνεχίζεται.
(5)
Η ως άνω συμπεριφορά, εάν αποδειχθεί, συνιστά μία ή περισσότερες παραβάσεις του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.
(6)
Αυτές οι πιθανολογούμενες παραβάσεις διαπράττονται με άκρα μυστικότητα. Τα υφιστάμενα έγγραφα σχετικά με τις παραβάσεις αυτές περιορίζονται στο ελάχιστο δυνατό και φυλάσσονται σε χώρους και με μορφή που διευκολύνει την απόκρυψη, απομάκρυνση ή καταστροφή τους σε περίπτωση αιτήσεως παροχής πληροφοριών ή προαναγγελθέντων ελέγχων.
(7)
Προκειμένου η Επιτροπή να είναι σε θέση να διαπιστώσει όλες τις κρίσιμες περιστάσεις σχετικά με ενδεχόμενες παραβάσεις, καθώς και το πλαίσιο στο οποίο αυτές εντάσσονται, πρέπει να διενεργήσει έλεγχο στις εγκαταστάσεις [της προσφεύγουσας], κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 20 του κανονισμού 1/2003. Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα αυτού του ελέγχου, είναι αναγκαία η διενέργειά του χωρίς να ειδοποιηθεί προηγουμένως η επιχείρηση που είναι ύποπτη για την τέλεση της παραβάσεως.
(8)
Για τον λόγο αυτόν πρέπει να εκδοθεί απόφαση, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003, με την οποία θα κληθεί η προσφεύγουσα να υποβληθεί σε έλεγχο, και να κοινοποιηθεί η απόφαση αυτή αμέσως πριν από τον έλεγχο.
(9)
Η Επιτροπή γνωρίζει ότι η αρμόδια αρχή ανταγωνισμού του κράτους μέλους, Úřad pro ochranu hospodářské soutěže (στο εξής: ÚOHS) κίνησε διοικητική διαδικασία που αφορά την ίδια παράβαση και προέβη σε έλεγχο των εγκαταστάσεων της προσφεύγουσας το 2012. Η Επιτροπή εξέτασε τον αντίστοιχο φάκελο της ÚOHS.»
12
Το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει στο πρώτο εδάφιο τα εξής:
«Η παρούσα απόφαση διατάσσει την υπαγωγή της [προσφεύγουσας] και όλων των εταιριών που ελέγχονται ευθέως ή εμμέσως από αυτήν σε έλεγχο σχετικά με ενδεχόμενη συμμετοχή της σε παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ στον τομέα της παροχής υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς προσώπων στην Τσεχική Δημοκρατία. Η παράβαση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την πρακτική τιμών κάτω του κόστους που θα μπορούσαν να περιορίσουν την πρόσβαση τρίτων στην αγορά ή την εξέλιξή τους στην αγορά των υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς προσώπων, καθώς και κάθε στρατηγική που έχει το ίδιο αποτέλεσμα.»
13
Κατά το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, «[ο] έλεγχος [θα] αρχίσει […] στις 26 Απριλίου 2016, ή λίγο μετά από την ημερομηνία αυτή».
14
Το άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζει ότι «[η] παρούσα απόφαση απευθύνεται [στην προσφεύγουσα] και σε όλες τις εταιρίες που αυτή ελέγχει ευθέως ή εμμέσως [· η] απόφαση κοινοποιείται [στην προσφεύγουσα] αμέσως πριν από τον έλεγχο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 297 παράγραφος 2, ΣΛΕΕ».
15
Ο έλεγχος διεξήχθη από τις 26 έως τις 29 Απριλίου 2016.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
16
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Ιουνίου 2016, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
17
Σύμφωνα με το άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, το Γενικό Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα. Η Επιτροπή ανταποκρίθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
18
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
19
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή·
–
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
20
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει τους εξής έξι λόγους ακυρώσεως:
–
η προσβαλλόμενη αποφάση και ο επίμαχος έλεγχος είναι αυθαίρετοι και δυσανάλογα επαχθείς (πρώτος λόγος)·
–
συντρέχει παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως (δεύτερος λόγος)·
–
δεν υπάρχουν αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και τη διενέργεια ελέγχου (τρίτος λόγος)·
–
δεν υφίσταται οποιαδήποτε επιρροή στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και δεσπόζουσα θέση της προσφεύγουσας στην εσωτερική αγορά ή σε σημαντικό τμήμα αυτής (τέταρτος λόγος)·
–
συντρέχει παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (πέμπτος λόγος)·
–
συντρέχει προσβολή των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από τα άρθρα 7 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) και από τα άρθρα 6 και 8 της Συμβάσεως για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950 (στο εξής: ΕΣΔΑ) (έκτος λόγος).
21
Καταρχάς πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση προσφυγή πράξη είναι όντως η απόφαση που διατάσσει τη διενέργεια του επίμαχου ελέγχου και μολονότι όλοι οι λόγοι που προβάλλει η προσφεύγουσα αφορούν μόνον την ακύρωση της αποφάσεως αυτής, εντούτοις, ορισμένες παρατηρήσεις και ορισμένα επιχειρήματα που διατύπωσε η προσφεύγουσα στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας αφορούν τη διενέργεια του ελέγχου στον οποίο προέβη η Επιτροπή σε εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως. Aυτό καταδεικνύεται και από τον τρόπο με τον οποίο η προσφεύγουσα έχει χαρακτηρίσει τον πρώτο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως.
22
Συναφώς πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόστηκε μια απόφαση περί διενέργειας ελέγχου δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της αποφάσεως αυτής (βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-289/11, T-290/11 και T-521/11, EU:T:2013:404, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία) και μια επιχείρηση δεν μπορεί, συνεπώς, να αμφισβητήσει παραδεκτώς τη νομιμότητα της διεξαγωγής των διαδικασιών ελέγχου στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως κατά της πράξεως βάσει της οποίας η Επιτροπή προέβη στον έλεγχο αυτό (βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2007, Akzo Nobel Chemicals και Akcros Chemicals κατά Επιτροπής, T-125/03 και T-253/03, EU:T:2007:287, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
23
Ωστόσο, η προσφεύγουσα διευκρίνισε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι δεν επιχείρησε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα της διεξαγωγής των διαδικασιών ελέγχου στο πλαίσιο της προσφυγής της για την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Οι παρατηρήσεις και τα επιχειρήματα σχετικά με τη διεξαγωγή του επίμαχου ελέγχου προορίζονται μόνο να χρησιμεύσουν ως «μέσο ερμηνείας» του σκοπού που επιδιώκεται με την προσβαλλόμενη απόφαση.
24
Υπ’ αυτό το πρίσμα πρέπει, συνεπώς, να εκτιμηθούν οι παρατηρήσεις και τα επιχειρήματα αυτά κατά την εξέταση των λόγων ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
25
Εξάλλου, το ζήτημα αυτό πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου λόγου, δεδομένου ότι η σχετική ανάλυση ενδέχεται να επηρεάσει την εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.
Επί του δευτέρου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως που αφορούν παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και έλλειψη αρκούντως σοβαρών ενδείξεων που να δικαιολογούν υπόνοιες ότι συντρέχει παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού
26
Με τον τρίτο λόγο, η προσφεύγουσα προσάπτει, καταρχάς, στην Επιτροπή ότι δεν επικαλείται, στην προσβαλλόμενη απόφαση, κανένα αποδεικτικό στοιχείο που να δικαιολογεί υπόνοιες ότι συντρέχει παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού.
27
Εν πάση περιπτώσει, η προσφεύγουσα είναι πεπεισμένη ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν ήταν δυνατό να διαθέτει σοβαρές (έστω και έμμεσες) αποδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες ότι συντρέχει παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού. Αντιθέτως, τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον της τσεχικής αρχής ανταγωνισμού, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του κ. Krabec της 16ης Δεκεμβρίου 2013 και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Univerzita Pardubice (πανεπιστημίου Pardubice, Τσεχική Δημοκρατία) της 25ης Αυγούστου 2015, συνηγορούν υπέρ της απόψεως ότι δεν υφίσταται συμπεριφορά της προσφεύγουσας αντίθετη προς τον ανταγωνισμό. Εξάλλου, τα ίδια στοιχεία αποδεικνύουν ότι οι τιμές που προσφέρει η προσφεύγουσα παραμένουν κατά μέσο όρο υψηλότερες από τις τιμές των ανταγωνιστών της και ότι τα έσοδά της στη γραμμή Πράγα-Ostrava υπερβαίνουν πάντοτε το μεταβλητό κόστος. Η έλλειψη αρκούντως σοβαρών ενδείξεων επιβεβαιώνεται από την εξέλιξη της υφιστάμενης καταστάσεως στη γραμμή Πράγα–Ostrava, στην οποία επικρατεί υψηλό επίπεδο ανταγωνισμού. Είναι, επομένως, πολύ πιθανό, κατά την άποψη της προσφεύγουσας, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο σε καταγγελία υποβληθείσα από ανταγωνιστή μεταφορέα, και όχι σε δέοντα έλεγχο των πραγματικών δεδομένων.
28
Συναφώς, η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να ελέγξει ποιες ενδείξεις όντως διέθετε η Επιτροπή κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως και να εκτιμήσει κατά πόσο αυτή εξέτασε τον φάκελο της τσεχικής αρχής ανταγωνισμού.
29
Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη και προσδιορίζει εξαιρετικά ευρέως το αντικείμενο και τον σκοπό του ελέγχου, με αποτέλεσμα να καλύπτει πρακτικά κάθε συμπεριφορά της προσφεύγουσας στον τομέα της σιδηροδρομικής μεταφοράς προσώπων στην Τσεχική Δημοκρατία.
30
Συγκεκριμένα, η προσφεύγουσα θεωρεί ότι το αντικείμενο του ελέγχου οριοθετείται εξαιρετικά ευρέως από τοπικής, χρονικής και ουσιαστικής απόψεως. Από τοπικής απόψεως, η αιτιολογική σκέψη 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρεται σε ενδεχόμενη παράβαση ιδίως, αλλά όχι αποκλειστικά, στη γραμμή Πράγα-Ostrava. Όσον αφορά τη χρονική οριοθέτηση, η χρησιμοποιούμενη διατύπωση παραπέμπει βεβαίως στην έναρξη της εξεταζόμενης συμπεριφοράς το 2011, αλλά δεν αποκλείει το ενδεχόμενο εξετάσεως εκ μέρους της Επιτροπής και των προγενέστερων περιόδων καθώς και κάθε μεταγενέστερης περιόδου. Από ουσιαστικής απόψεως, το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως επισημαίνει ότι η πιθανολογούμενη παράβαση «περιλαμβάνει ιδίως» την πρακτική τιμών κάτω του κόστους, καθώς και κάθε άλλη μορφή παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν προσδιορίζει τη σχετική αγορά.
31
Περαιτέρω, κατά την προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιγράφει συγκεκριμένα ποια πραγματικά περιστατικά και υπόνοιες σκοπεύει να ελέγξει η Επιτροπή ούτε επικαλείται ενδείξεις που να δικαιολογούν τέτοιου είδους υπόνοιες (όσον αφορά αυτή την τελευταία αιτίαση, βλ. σκέψη 26 ανωτέρω).
32
Συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση παρέσχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα να «αλιεύσει πληροφορίες» και να εκδηλώσει ενδιαφέρον όχι μόνο για τα έγγραφα που αφορούν την είσοδο των ανταγωνιστών μεταφορέων στη γραμμή Πράγα-Ostrava, αλλά και για άλλα έγγραφα. Συγκεκριμένα, σ’ αυτά τα έγγραφα, τα οποία κατασχέθηκαν κατά τον επίμαχο έλεγχο (Falcon) χωρίς όμως να έχουν σχέση με τη γραμμή Πράγα-Ostrava, στηρίχθηκε η Επιτροπή για να διατάξει δεύτερο έλεγχο (Twins), ο οποίος αποτελεί αντικείμενο της υποθέσεως με αριθμό T-621/16, České dráhy κατά Επιτροπής.
33
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη των δύο λόγων ακυρώσεως.
34
Καταρχάς πρέπει να υπομνησθεί ότι η ανάγκη προστασίας από αυθαίρετες ή δυσανάλογα επαχθείς παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής στη σφαίρα της ιδιωτικής δραστηριότητας ενός φυσικού ή νομικού προσώπου συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T-402/13, EU:T:2014:991, σκέψη 83 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
35
Επομένως, για την τήρηση αυτής της γενικής αρχής, η απόφαση ελέγχου πρέπει να αποσκοπεί στη συλλογή των αναγκαίων στοιχείων τεκμηριώσεως για την εξακρίβωση του υποστατού και της εκτάσεως ορισμένης πραγματικής και νομικής καταστάσεως, για την οποία η Επιτροπή διαθέτει ήδη πληροφορίες οι οποίες αποτελούν αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες ότι συντρέχει παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού (βλ. απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T-402/13, EU:T:2014:991, σκέψη 84 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
36
Με άλλα λόγια, η κατοχή αρκούντως σοβαρών ενδείξεων που να δικαιολογούν υπόνοιες ότι συντρέχει παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορεί η Επιτροπή να αποφασίσει έλεγχο δυνάμει του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, για την εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού που προβλέπονται στα άρθρα [101] και [102 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2003, L 1, σ. 1).
37
Ομοίως, τηρουμένης πάντοτε της εν λόγω γενικής αρχής, το γράμμα μιας αποφάσεως περί διενέργειας ελέγχου δεν πρέπει να υπερβαίνει την έκταση της παραβάσεως για την οποία υπάρχουν υπόνοιες βάσει των εν λόγω ενδείξεων.
38
Βεβαίως, καταρχήν, η Επιτροπή δεν υποχρεούται ούτε να κοινοποιεί στον αποδέκτη μιας τέτοιας αποφάσεως όλες τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της σχετικά με εικαζόμενες παραβάσεις, ούτε να καθορίζει επακριβώς τη σχετική αγορά, ούτε να προβαίνει σε ακριβή νομικό χαρακτηρισμό των παραβάσεων, ούτε να αναφέρει την περίοδο κατά την οποία αυτές διαπράχθηκαν (βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑289/11, T-290/11 και T-521/11, EU:T:2013:404, σκέψη 170 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
39
Αντιθέτως, οφείλει να προσδιορίζει με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια τις υπόνοιες των οποίων τη βασιμότητα πρόκειται να εξακριβώσει, δηλαδή το αντικείμενο της έρευνας και τα στοιχεία του ελέγχου. Για τον σκοπό αυτό, υποχρεούται επίσης να περιλαμβάνει, στην απόφαση που διατάσσει τη διενέργεια ελέγχου, περιγραφή των ουσιωδών χαρακτηριστικών της εικαζόμενης παραβάσεως, παρέχοντας στοιχεία για τη φερόμενη ως σχετική αγορά και για το είδος των εικαζόμενων περιορισμών του ανταγωνισμού, καθώς και διευκρινίζοντας τον ρόλο που τεκμαίρεται ότι έχει η ελεγχόμενη επιχείρηση στην παράβαση και τις εξουσίες που απονέμονται στους εντεταλμένους για τη διενέργεια του ελέγχου υπαλλήλους της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-289/11, T-290/11 και T-521/11, EU:T:2013:404, σκέψεις 170 και 171 καθώς και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
40
Περαιτέρω, μια εντελώς συνοπτική, αόριστη, γενικόλογη και, από ορισμένες απόψεις, διφορούμενη αιτιολογία δεν είναι δυνατό να πληροί τις επιταγές του άρθρου 18, παράγραφος 3, του κανονισμού 1/2003 προς δικαιολόγηση της επιλογής να ζητηθούν πληροφορίες βάσει αποφάσεως που εκδόθηκε δύο και πλέον έτη μετά τους πρώτους ελέγχους, ενώ η Επιτροπή είχε εν τω μεταξύ, πολλούς μήνες μετά την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας, αποστείλει πλείονες αιτήσεις παροχής πληροφοριών σε επιχειρήσεις για τις οποίες είχε υπόνοιες ότι μετείχαν σε παράβαση και η επίμαχη απόφαση εκδόθηκε, συνεπώς, σε ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή διέθετε ήδη πληροφορίες που της παρείχαν τη δυνατότητα να εκθέσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τις υπόνοιες που είχε σε βάρος των συγκεκριμένων επιχειρήσεων για τη διάπραξη παραβάσεως (βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Μαρτίου 2016, HeidelbergCement κατά Επιτροπής, C-247/14 P, EU:C:2016:149, σκέψη 39).
41
Εν πάση περιπτώσει, στο μέτρο που η αιτιολογία μιας αποφάσεως περί διενέργειας ελέγχου είναι αυτή που οριοθετεί το πεδίο των εξουσιών που διαθέτουν οι υπάλληλοι της Επιτροπής (βλ., συναφώς, απόφαση της 18ης Ιουνίου 2015, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, C-583/13 P, EU:C:2015:404, σκέψη 60), η γενική αρχή που διαλαμβάνεται στη σκέψη 34 ανωτέρω δεν επιτρέπει τη διατύπωση μιας αποφάσεως περί διενέργειας ελέγχου κατά τρόπο που να διευρύνει το πεδίο αυτό πέραν των ορίων που απορρέουν από τις αρκούντως σοβαρές ενδείξεις τις οποίες διαθέτει η Επιτροπή κατά την ημερομηνία εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως.
42
Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε, κατ’ εφαρμογήν αυτής της γενικής αρχής, την επίμαχη απόφαση στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2012, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής (T-135/09, EU:T:2012:596), κατά το μέρος που η απόφαση αυτή αφορούσε άλλα είδη ηλεκτρικών καλωδίων πέραν των υποβρύχιων και των υπόγειων καλωδίων υψηλής τάσεως και των συναφών με αυτά υλικών, και αφού διαπιστώθηκε ότι, μολονότι, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της αποφάσεως αυτής, η Επιτροπή διέθετε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις ώστε να διατάξει τη διενέργεια ελέγχου με αντικείμενο τα υποβρύχια και τα υπόγεια καλώδια υψηλής τάσεως και τα συναφή με αυτά υλικά, αντιθέτως, δεν διέθετε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις ώστε να διατάξει τη διενέργεια ελέγχου για το σύνολο των ηλεκτρικών καλωδίων και των συναφών με αυτά υλικών (βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2012, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής, T-135/09, EU:T:2012:596, σκέψεις 91 έως 94).
43
Εν προκειμένω πρέπει, συνεπώς, να καθοριστεί, αφενός, αν η Επιτροπή διέθετε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες ότι συντρέχει παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού εκ μέρους της προσφεύγουσας και, αφετέρου, αν το πεδίο ελέγχου που προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση περιοριζόταν στην παράβαση για την οποία η Επιτροπή μπορούσε να έχει υπόνοιες βάσει των εν λόγω ενδείξεων.
44
Συναφώς, καταρχάς, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επικαλείται κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να αποδεικνύει την εικαζόμενη αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά που της καταλογίζεται.
45
Εντούτοις, μολονότι, προς απόδειξη του δικαιολογημένου χαρακτήρα του ελέγχου, από τη σχετική απόφαση της Επιτροπής πρέπει να προκύπτει τεκμηριωμένα ότι η Επιτροπή έχει στη διάθεσή της σοβαρά και απτά στοιχεία και ενδείξεις που εγείρουν υπόνοιες περί παραβάσεως διαπραχθείσας από την επιχείρηση την οποία αφορά ο έλεγχος (βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-289/11, T-290/11 και T-521/11, EU:T:2013:404, σκέψη 172 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία), δεν μπορεί να απαιτείται από την Επιτροπή, στο στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, να επισημαίνει, πέραν των πιθανολογούμενων παραβάσεων τις οποίες προτίθεται να ερευνήσει, τις ενδείξεις, δηλαδή τα στοιχεία που την έχουν οδηγήσει στην εξέταση του ενδεχομένου παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ. Πράγματι, η υποχρέωση αυτή θα μπορούσε να κλονίσει την ισορροπία που έχει καθιερώσει η νομολογία μεταξύ της διαφυλάξεως της αποτελεσματικότητας της έρευνας και της προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας της εμπλεκόμενης επιχειρήσεως (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T-402/13, EU:T:2014:991, σκέψη 81).
46
Συγκεκριμένα, αφενός, το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως αρχίζει την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή, κατ’ ενάσκηση των εξουσιών που της παρέχουν τα άρθρα 18 και 20 του κανονισμού 1/2003, λαμβάνει μέτρα τα οποία ενέχουν κατ’ ουσίαν την αιτίαση ότι έχει διαπραχθεί παράβαση και τα οποία έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην κατάσταση των επιχειρήσεων κατά των οποίων στρέφονται οι υπόνοιες. Αφετέρου, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση λαμβάνει γνώση για πρώτη φορά κατά το στάδιο της κατ’ αντιπαράθεση διοικητικής διαδικασίας, και μέσω της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, όλων των ουσιωδών στοιχείων στα οποία έχει στηριχθεί η Επιτροπή στο στάδιο αυτό της διαδικασίας και αποκτά δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο προς εξασφάλιση της αποτελεσματικής ασκήσεως των δικαιωμάτων άμυνας. Συνεπώς, μόνον κατόπιν της αποστολής της κοινοποιήσεως αιτιάσεων μπορεί η επιχείρηση αυτή να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματα άμυνας. Αν η ισχύς των δικαιωμάτων αυτών εκτεινόταν στον χρόνο πριν από την αποστολή της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, θα θιγόταν η αποτελεσματικότητα της έρευνας της Επιτροπής, καθόσον η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα ήταν, ήδη κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, σε θέση να προσδιορίσει ποιες πληροφορίες είναι γνωστές στην Επιτροπή και, συνεπώς, ποιες πληροφορίες μπορεί ακόμη να της αποκρύψει (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T-402/13, EU:T:2014:991, σκέψη 78 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47
Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απλώς αποφάνθηκε ότι διέθετε πληροφορίες οι οποίες υποδήλωναν «ότι η [προσφεύγουσα] ενδέχεται να προσφέρει ορισμένες σιδηροδρομικές συνδέσεις σε τιμές κάτω του κόστους (predatory pricing), ιδίως (αλλά όχι αποκλειστικά) στη γραμμή Πράγα-Ostrava» και «ότι αυτή η πιθανολογούμενη παράβαση πρέπει να [τελείτο] τουλάχιστον από το 2011, όταν ένας ιδιώτης ανταγωνιστής άρχισε να παρέχει υπηρεσίες στη γραμμή Πράγα-Ostrava, ή και νωρίτερα, και ότι η συμπεριφορά αυτή πρέπει να [συνεχίστηκε]».
48
Εντούτοις, όταν ο δικαστής της Ένωσης πρέπει, όπως εν προκειμένω, να προβεί σε έλεγχο αποφάσεως περί διενέργειας ελέγχου, προκειμένου να εξακριβώσει αν η απόφαση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, πρέπει να βεβαιωθεί ότι υφίστανται αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση παρέβη τους κανόνες ανταγωνισμού (βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2012, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής, T-135/09, EU:T:2012:596, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
49
Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι, τουλάχιστον όταν οι επιχειρήσεις προς τις οποίες απευθύνεται μια απόφαση του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003 προβάλλουν στοιχεία με τα οποία αμφισβητούν ότι οι ενδείξεις βάσει των οποίων η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση είναι αρκούντως σοβαρές, ο δικαστής της Ένωσης οφείλει να εξετάσει τις ενδείξεις αυτές και να ελέγξει αν είναι όντως αρκούντως σοβαρές (απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2012, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής, T-135/09, EU:T:2012:596, σκέψη 72).
50
Εντούτοις, η εξακρίβωση της υπάρξεως στην κατοχή της Επιτροπής, πριν από την έκδοση αποφάσεως περί διενέργειας ελέγχου, αρκούντως σοβαρών ενδείξεων που να δικαιολογούν υπόνοιες ότι συντρέχει παράβαση των κανόνων ανταγωνισμού δεν αποτελεί τον μόνο τρόπο με τον οποίο το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να βεβαιωθεί ότι η εν λόγω απόφαση δεν είναι αυθαίρετη (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T-402/13, EU:T:2014:991, σκέψη 87).
51
Πράγματι, ο δικαστής μπορεί και μέσω του ελέγχου της αιτιολογίας μιας αποφάσεως να διασφαλίζει την τήρηση της αρχής της προστασίας από τις αυθαίρετες και δυσανάλογα επαχθείς παρεμβάσεις, καθόσον βάσει της εν λόγω αιτιολογίας μπορεί να καταδειχθεί ότι η σχεδιαζόμενη παρέμβαση στο εσωτερικό των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων είναι δικαιολογημένη (βλ. απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T-402/13, EU:T:2014:991, σκέψη 89 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι η απόφαση περί διενέργειας ελέγχου δεν είναι αυθαίρετη χωρίς να είναι αναγκαίο να εξακριβώσει πράγματι το περιεχόμενο των ενδείξεων που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή κατά την ημερομηνία εκδόσεώς της, εάν εκτιμά ότι οι υπόνοιες των οποίων τη βασιμότητα πρόκειται να εξακριβώσει η Επιτροπή και τα στοιχεία του ελέγχου προσδιορίζονται με επαρκή σαφήνεια (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T-402/13, EU:T:2014:991, σκέψη 91).
52
Εν προκειμένω, η Επιτροπή επισήμανε στην προσβαλλόμενη απόφαση:
–
πρώτον, ότι είχε στην κατοχή της «πληροφορίες οι οποίες υποδηλώνουν ότι [η προσφεύγουσα] [είχε τη δυνατότητα] να προσφέρει ορισμένες σιδηροδρομικές συνδέσεις σε τιμές κάτω του κόστους (predatory pricing), ιδίως (αλλά όχι αποκλειστικά) στη γραμμή Πράγα-Ostrava» (αιτιολογική σκέψη 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
–
δεύτερον, ότι έλαβε «πληροφορίες οι οποίες υποδηλώνουν ότι αυτή η πιθανολογούμενη παράβαση πρέπει να [τελείτο] τουλάχιστον από το 2011, όταν ένας ιδιώτης ανταγωνιστής άρχισε να παρέχει υπηρεσίες στη γραμμή Πράγα-Ostrava, ή και νωρίτερα» (αιτιολογική σκέψη 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως)·
–
τρίτον, ότι η διαλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ «περι[ελάμβανε], μεταξύ άλλων, την πρακτική τιμών κάτω του κόστους που θα μπορούσαν να περιορίσουν την πρόσβαση τρίτων στην αγορά ή την εξέλιξή τους στην αγορά των υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς προσώπων» (άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
53
Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση εντάσσει στο πεδίο του επίμαχου ελέγχου όχι μόνον ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ συνιστάμενη στην πρακτική τιμών κάτω του κόστους στη γραμμή Πράγα-Ostrava από το 2011, αλλά και άλλες μορφές παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ σε άλλες γραμμές της Τσεχικής Δημοκρατίας πέραν της γραμμής Πράγα-Ostrava και σε περίοδο προγενέστερη του 2011.
54
Όμως, από την αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως αυτή καθαυτή δεν μπορεί να συναχθεί ότι, κατά τον χρόνο εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή διέθετε όντως αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες περί παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, όπως η περιγραφόμενη στη σκέψη 53 ανωτέρω.
55
Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να εξεταστεί, πρώτον και βάσει άλλων κρίσιμων στοιχείων, εάν, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διέθετε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες περί παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ συνιστάμενης στην πρακτική τιμών κάτω του κόστους στη γραμμή Πράγα-Ostrava από το 2011.
56
Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί εάν, κατά την ίδια ημερομηνία, η Επιτροπή διέθετε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις και για άλλες μορφές παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, σε άλλες γραμμές και σε περίοδο προγενέστερη του 2011.
Επί της πιθανολογούμενης πρακτικής τιμών κάτω του κόστους στη γραμμή Πράγα‑Ostrava από το 2011
57
Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή προσδιόρισε τρεις κατηγορίες πληροφοριών που την οδήγησαν στην έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως: πρώτον, πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τον καταγγέλλοντα, δεύτερον, πληροφορίες που περιήλθαν στην κατοχή της από πηγές προσβάσιμες στο κοινό, και, τρίτον, τον φάκελο της τσεχικής αρχής ανταγωνισμού στον οποίο περιλαμβάνεται η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πανεπιστημίου του Pardubice.
58
Όσον αφορά την τρίτη κατηγορία πληροφοριών, η Επιτροπή παρέπεμψε ιδίως στα σημεία 128 έως 130 και 155 έως 157 της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του πανεπιστημίου του Pardubice. Κατά την άποψή της, στα σημεία αυτά η έκθεση διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι από τις παρασχεθείσες πληροφορίες (βλ. σημείο 3 της εκθέσεως) δεν μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα αριθμητικά στοιχεία που αφορούσαν τα σχετικά έξοδα αντανακλούσαν ορθώς την υφιστάμενη κατάσταση. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η έκθεση επισημαίνει, επίσης, την πιθανότητα παραμορφώσεως του περιεχομένου των στοιχείων της προσφεύγουσας.
59
Όσον αφορά τα σημεία της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του πανεπιστημίου του Pardubice στα οποία παρέπεμψε η Επιτροπή, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι οι περιεχόμενες σ’ αυτά επιφυλάξεις είναι επουσιώδεις. Πρόκειται για γενικές επιφυλάξεις στις οποίες προβαίνουν συνήθως οι πραγματογνώμονες για να διασφαλίσουν το απρόσβλητο των εκθέσεών τους και τον αποκλεισμό ενδεχόμενης ευθύνης τους.
60
Ευθύς εξ αρχής πρέπει να επισημανθεί ότι από τον φάκελο της υπό κρίση υποθέσεως προκύπτει ότι η τσεχική αρχή ανταγωνισμού ερευνά ενδεχόμενη πρακτική τιμών κάτω του κόστους εκ μέρους της προσφεύγουσας στη γραμμή Πράγα-Ostrava, και τούτο από το 2011, δηλαδή την ίδια συμπεριφορά με αυτή που αποτελεί το κύριο αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
61
Από τον εν λόγω φάκελο προκύπτει επίσης ότι, κατά τη διάρκεια της εν λόγω έρευνας, η τσεχική αρχή ανταγωνισμού συνέλεξε χιλιάδες σελίδες αποδεικτικών στοιχείων που έλαβε κυρίως από την προσφεύγουσα και τους ανταγωνιστές μεταφορείς (RegioJet και LEO Express).
62
Όσον αφορά την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πανεπιστημίου του Pardubice, πρώτον, πρέπει να επισημανθεί ότι τα σημεία 128 έως 130 της εκθέσεως αυτής, τα οποία επικαλέστηκε η Επιτροπή και περιλαμβάνονται στην ενότητα που τιτλοφορείται «Μεταφορά εξόδων μεταξύ των διαφόρων φορέων της δημόσιας σιδηροδρομικής μεταφοράς», έχουν ως εξής:
–
«[εμπιστευτικό]»,
–
«[εμπιστευτικό]»,
–
«[εμπιστευτικό]».
63
Δεύτερον, στα σημεία 155 έως 157 της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του πανεπιστημίου του Pardubice, τα οποία επίσης επικαλέστηκε η Επιτροπή και περιλαμβάνονται στην ενότητα που τιτλοφορείται «Προσδιορισμός ορισμένων αντιφάσεων στις παρατηρήσεις της [προσφεύγουσας]», αναγράφονται τα εξής:
–
«[εμπιστευτικό]»,
–
«[εμπιστευτικό]· συναφώς, στην έκθεση επαναλαμβάνεται το ακόλουθο χωρίο: «[εμπιστευτικό]».
64
Τρίτον, στα σημεία 158 έως 161 της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του πανεπιστημίου του Pardubice, τα οποία περιλαμβάνονται στην ενότητα που τιτλοφορείται «Αντιφάσεις στις παρατηρήσεις της προσφεύγουσας σχετικά με την αναλογία μεταβλητού και πάγιου κόστους», αναγράφεται ότι «[εμπιστευτικό]» και ότι «[εμπιστευτικό]».
65
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι ως άνω παρατηρήσεις, αντιθέτως προς το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι αποτελούν απλώς γενικές διατυπώσεις με τις οποίες οι πραγματογνώμονες επιδιώκουν να διασφαλίσουν το απρόσβλητο των εκθέσεών τους και τον αποκλεισμό ενδεχόμενης ευθύνης τους, καταδεικνύουν, έστω και έμμεσα, ότι η Επιτροπή είχε βάσιμους λόγους να υποπτεύεται παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ εκ μέρους της προσφεύγουσας και ότι είχε, συνεπώς, δικαίωμα να διατάξει τον επίμαχο έλεγχο.
66
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, για να είναι δικαιολογημένος ένας έλεγχος, δεν είναι αναγκαίο τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή να αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τη διαπιστωθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση παράβαση. Συγκεκριμένα, αυτό το επίπεδο αποδείξεως απαιτείται για τις αποφάσεις της Επιτροπής με τις οποίες διαπιστώνει την ύπαρξη παραβάσεως και επιβάλλει πρόστιμα. Αντιθέτως, για την έκδοση αποφάσεως περί διενέργειας ελέγχων κατά την έννοια του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003, αρκεί η Επιτροπή να έχει στη διάθεσή της σοβαρά και απτά στοιχεία και ενδείξεις που να εγείρουν υπόνοιες περί υπάρξεως παραβάσεως (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 14ης Μαρτίου 2014, Cementos Portland Valderrivas κατά Επιτροπής, T-296/11, EU:T:2014:121, σκέψη 43, και της 29ης Φεβρουαρίου 2016, EGL κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-251/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:114, σκέψη 149).
67
Από τα στοιχεία που επισημάνθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή διέθετε τέτοιου είδους ενδείξεις.
68
Εξάλλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι βάσιμο το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που συγκέντρωσε η τσεχική αρχή ανταγωνισμού καταδεικνύουν ότι τα έσοδά της στη γραμμή Πράγα-Ostrava υπερέβαιναν πάντοτε το μεταβλητό κόστος, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, είναι επίσης αντίθετες προς το άρθρο 102 ΣΛΕΕ οι τιμές που υπολείπονται του μέσου όρου του συνολικού κόστους στο οποίο περιλαμβάνεται τόσο το πάγιο όσο και το μεταβλητό κόστος, αλλά υπερβαίνουν τον μέσο όρο του μεταβλητού κόστους, όταν καθορίζονται στο πλαίσιο σχεδίου με σκοπό την εκδίωξη ανταγωνιστή από την αγορά (βλ., συναφώς, απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991, AKZO κατά Επιτροπής, C-62/86, EU:C:1991:286, σκέψη 72).
69
Όσον αφορά, τέλος, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η έλλειψη αρκούντως σοβαρών ενδείξεων ενισχύεται και από την εξέλιξη της υφιστάμενης καταστάσεως στη γραμμή Πράγα-Ostrava, στην οποία επικρατεί υψηλό επίπεδο ανταγωνισμού, η Επιτροπή ορθώς επισημαίνει ότι το γεγονός ότι η στρατηγική της επιχειρήσεως που κατέχει δεσπόζουσα θέση δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία δεν σημαίνει ότι η εξοντωτική τιμολόγηση δεν προκάλεσε στρέβλωση του ανταγωνισμού.
70
Κατόπιν των προεκτεθέντων πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση ότι δεν υπάρχουν αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες περί παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ εκ μέρους της προσφεύγουσας, συνιστάμενης στην πρακτική εξοντωτικής τιμολογήσεως στη γραμμή Πράγα-Ostrava από το 2011.
71
Εντούτοις, στο μέτρο που η έρευνα την οποία διεξήγαγε η τσεχική αρχή ανταγωνισμού αφορά μόνον την εικαζόμενη πρακτική εξοντωτικής τιμολογήσεως στη γραμμή Πράγα-Ostrava από το 2011, το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να ισχύσει, επί τη βάσει αυτή και μόνον, και για άλλες μορφές παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, σε άλλες γραμμές πέραν της γραμμής Πράγα-Ostrava ή στην περίοδο πριν από το 2011.
72
Συνεπώς, πρέπει εν προκειμένω να εξεταστούν οι ενδείξεις που διέθετε συναφώς η Επιτροπή, λαμβανομένης υπόψη της απαντήσεώς της στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας.
Όσον αφορά άλλες μορφές παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, άλλες γραμμές πέραν της γραμμής Πράγα-Ostrava και την περίοδο πριν από το 2011
– Όσον αφορά άλλες μορφές παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ
73
Πρώτον, η Επιτροπή παραδέχθηκε, απαντώντας στο πλαίσιο των ως άνω μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, ότι δεν διέθετε ενδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες περί συνδρομής άλλων μορφών παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ.
74
Δεύτερον, υπογράμμισε ότι, κατά πάγια νομολογία, όταν εφαρμόζει το άρθρο 102 ΣΛΕΕ, οφείλει να εξετάζει την εμπορική στρατηγική της εταιρίας που αποτελεί αντικείμενο της έρευνας, από την οποία θα μπορούσε να διαπιστώσει την ύπαρξη προθέσεως ή σχεδίου εκδιώξεως των ανταγωνιστών από την αγορά.
75
Στις παρατηρήσεις της επί της απαντήσεως της Επιτροπής στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, η προσφεύγουσα αμφισβήτησε το επιχείρημα αυτό. Το γεγονός ότι η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει την εμπορική στρατηγική της δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να δικαιολογήσει τη διεύρυνση του αντικειμένου του επίμαχου ελέγχου ώστε να περιλάβει μορφές παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού για τις οποίες η Επιτροπή δεν διέθετε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις.
76
Συναφώς, από τη νομολογία προκύπτει ότι η εκτίμηση της νομιμότητας της πολιτικής τιμών που εφαρμόζει η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση πρέπει, κατ’ αρχήν, να στηρίζεται σε κριτήρια σχετικά με τις τιμές βασιζόμενα στο κόστος με το οποίο επιβαρύνεται η ίδια η κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση και στη στρατηγική της (βλ. απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 2011, TeliaSonera Sverige, C-52/09, EU:C:2011:83, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
77
Ομοίως, από τη νομολογία προκύπτει ότι είναι, επίσης, αντίθετες προς το άρθρο 102 ΣΛΕΕ οι τιμές που υπολείπονται του μέσου όρου του συνολικού κόστους, στο οποίο περιλαμβάνεται τόσο το πάγιο όσο και το μεταβλητό κόστος, αλλά υπερβαίνουν τον μέσο όρο του μεταβλητού κόστους, όταν καθορίζονται στο πλαίσιο σχεδίου που έχει ως σκοπό την εκδίωξη ανταγωνιστή από την αγορά (απόφαση της 3ης Ιουλίου 1991, AKZO κατά Επιτροπής, C-62/86, EU:C:1991:286, σκέψη 72).
78
Επομένως, όταν η Επιτροπή διαθέτει αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες ότι συντρέχει παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ συνιστάμενη στην πρακτική εξοντωτικής τιμολογήσεως, η έρευνά της μπορεί να καλύπτει τη στρατηγική της συγκεκριμένης επιχειρήσεως. Εξάλλου, στο τέλος του άρθρου 1, πρώτο εδάφιο, της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή ακολουθεί τη συλλογιστική αυτή αναφέροντας ότι, πέραν της πρακτικής τιμών κάτω του κόστους που θα μπορούσαν να περιορίσουν την πρόσβαση τρίτων στην αγορά ή την εξέλιξή τους στην αγορά των υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς προσώπων, ο έλεγχος θα καλύψει και «κάθε στρατηγική που έχει το ίδιο αποτέλεσμα». Το στοιχείο αυτό, άλλωστε, ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την προσφεύγουσα.
79
Αντιθέτως, ορθώς η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να συνιστά βάσιμο λόγο διευρύνσεως του αντικειμένου του επίμαχου ελέγχου σε άλλες μορφές παραβάσεως.
80
Συγκεκριμένα, λαμβανομένης υπόψη ιδίως της γενικής αρχής που εκτίθεται στη σκέψη 34 ανωτέρω, η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να δικαιολογήσει το γράμμα του άρθρου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το οποίο η παράβαση «περιλαμβάνει ιδίως» την πρακτική τιμών κάτω του κόστους, όπερ μπορεί να οδηγήσει στην ένταξη στο πεδίο του επίμαχου ελέγχου και κάθε άλλης μορφής παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, μολονότι η Επιτροπή δεν διέθετε καμία συναφή ένδειξη.
– Όσον αφορά άλλες γραμμές πέραν της γραμμής Πράγα-Ostrava
81
Συναφώς, αφενός, η Επιτροπή προσκόμισε, με την απάντησή της στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που έλαβε το Γενικό Δικαστήριο, δύο καταγγελίες της 17ης Οκτωβρίου 2014 και της 1ης Μαρτίου 2016, τις οποίες της είχε υποβάλει η LEO Express.
82
Οι δύο καταγγελίες περιείχαν ενδείξεις που αφορούσαν τη γραμμή Πράγα-Košice, μια πόλη κείμενη στην ανατολική Τσεχική Δημοκρατία. Περαιτέρω, η καταγγελία της 1ης Μαρτίου 2016 περιείχε ενδείξεις που αφορούσαν τις δύο άλλες γραμμές εσωτερικού Ostrava-Kolín και Olomouc-Kolín.
83
Αφετέρου, η Επιτροπή τόνισε ότι ήταν επίσης δυνατό να αντληθούν, από έγγραφα τα οποία δεν αφορούν τη γραμμή Πράγα-Ostrava, χρήσιμα στοιχεία για διερεύνηση ενδεχόμενων περιοριστικών του ανταγωνισμού πρακτικών σχετικών με αυτή την τελευταία γραμμή, διότι αφορούν τις δαπάνες για άλλες σιδηροδρομικές συνδέσεις και, ως εκ τούτου, αποτελούν πρότυπο αναφοράς για τη συνήθη κατανομή των δαπανών μεταξύ των διαφόρων γραμμών.
84
Στις παρατηρήσεις της επί της απαντήσεως της Επιτροπής στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, η προσφεύγουσα αμφισβήτησε τα στοιχεία αυτά. Κατά την άποψή της, τα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή δεν περιέχουν καμία ένδειξη που να δικαιολογεί υπόνοιες περί αντίθετης προς τους κανόνες του ανταγωνισμού συμπεριφοράς της στη γραμμή Πράγα- Košice. Όσον αφορά δε τις γραμμές Ostrava-Kolín και Olomouc-Kolín υποστηρίζει ότι οι γραμμές αυτές αποτελούν στην πραγματικότητα αναπόσπαστο τμήμα της γραμμής Πράγα-Ostrava.
85
Πρώτον πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι οι δύο καταγγελίες περιλαμβάνουν στοιχεία που αφορούν τη γραμμή Πράγα-Košice, τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες εξοντωτικής τιμολογήσεως εφαρμοζόμενης και στη γραμμή αυτή. Στις εν λόγω καταγγελίες επισημαίνεται μόνον ότι η προσφεύγουσα καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση της με την απόφασή της να επαναφέρει τις αμαξοστοιχίες της SC Pendolino στη γραμμή αυτή, αντιδρώντας στις ανάλογες προθέσεις της LEO Express, ενώ είχε παύσει να εκμεταλλεύεται τις αμαξοστοιχίες αυτές στη συγκεκριμένη γραμμή λόγω περιορισμένης χρήσεώς τους.
86
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι διέθετε μόνον ενδείξεις που δικαιολογούσαν υπόνοιες περί παραβάσεως συνιστάμενης στην εφαρμογή εξοντωντικής τιμολογήσεως.
87
Ακόμη και αν υποτεθεί ότι οι επίμαχες πληροφορίες μπορούν να αφορούν έμμεσα την πρακτική εξοντωτικής τιμολογήσεως και στη γραμμή Πράγα-Košice, η ένταξη αυτής της γραμμής στο αντικείμενο του ελέγχου Falcon θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, ασυμβίβαστη προς το άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο περιορίζει το αντικείμενό του στο έδαφος της Τσεχικής Δημοκρατίας.
88
Δεύτερον, όσον αφορά τις γραμμές Ostrava-Kolín και Olomouc-Kolín, αρκεί η διαπίστωση στην οποία προέβη η προσφεύγουσα ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της γραμμής Πράγα-Ostrava. Συγκεκριμένα, οι πόλεις Kolín και Olomouc βρίσκονται επί της γραμμής Πράγα-Ostrava, μεταξύ αυτών των δύο πόλεων. Επομένως, οι γραμμές αυτές καλύπτονται ήδη από το γράμμα της προσβαλλομένης αποφάσεως που αφορά ρητώς τη γραμμή Πράγα-Ostrava.
89
Επιβάλλεται, συνεπώς, το συμπέρασμα όι η Επιτροπή δεν διέθετε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν τις υπόνοιές της ότι η προσφεύγουσα εφάρμοζε εξοντωτική τιμολόγηση σε άλλες γραμμές πέραν της γραμμής Πράγα‑Ostrava.
90
Εξάλλου, και η ίδια η Επιτροπή επιβεβαιώνει το συμπέρασμα αυτό, τουλάχιστον σιωπηρώς, όταν τονίζει τη σημασία των πληροφοριών που αφορούν άλλες γραμμές για την εξέταση της περιπτώσεως που αφορά τη γραμμή Πράγα-Ostrava.
91
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το τελευταίο αυτό επιχείρημα είναι βάσιμο, η Επιτροπή δεν δύναται βάσει αυτού να υποστηρίζει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι διέθετε πληροφορίες οι οποίες υποδήλωναν ότι η προσφεύγουσα εφάρμοζε εξοντωτική τιμολόγηση σε «ορισμένες σιδηροδρομικές συνδέσεις, ιδίως (αλλά όχι αποκλειστικά) στη γραμμή Πράγα-Ostrava», ενώ διέθετε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις μόνον όσον αφορά την τελευταία αυτή γραμμή.
– Όσον αφορά την περίοδο πριν από το 2011
92
Συναφώς, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο πρώτος ανταγωνιστής της προσφεύγουσας, η RegioJet, άρχισε να εκτελεί δρομολόγια στη γραμμή Πράγα‑Ostrava μόλις τον Σεπτέμβριο του 2011 και ότι μόνο μετά την ημερομηνία αυτή η τσεχική αρχή ανταγωνισμού άρχισε να διερευνά την ενδεχομένως καταχρηστική συμπεριφορά της προσφεύγουσας στην εν λόγω γραμμή.
93
Ωστόσο, με την απάντησή της στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που έλαβε το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή προσκόμισε ένα έγγραφο της 4ης Οκτωβρίου 2010.
94
Κατά την άποψη της προσφεύγουσας, το έγγραφο αυτό, δηλαδή μια καταγγελία της RegioJet, δεν περιέχει κανένα κρίσιμο στοιχείο. Πρόκειται απλώς και μόνο για εικασίες της RegioJet.
95
Επιβάλλεται, εντούτοις, η διαπίστωση ότι, παρά το γεγονός ότι το έγγραφο που προσκόμισε η Επιτροπή είναι απλώς μια καταγγελία ανταγωνιστή της προσφεύγουσας, η καταγγελία αυτή είναι διατυπωμένη κατά τρόπο συνεκτικό και αφορά, για την περίοδο πριν από το 2011, την ίδια συμπεριφορά για την οποία η Επιτροπή διέθετε, για την περίοδο από το 2011 και εφεξής, αρκούντως σοβαρές ενδείξεις.
96
Εξάλλου, αν και είναι αληθές ότι ο πρώτος ανταγωνιστής της προσφεύγουσας, η RegioJet, άρχισε να εκτελεί δρομολόγια στη γραμμή Πράγα-Ostrava μόλις το 2011 και ο δεύτερος ανταγωνιστής της, η LEO Express, μόλις το 2012, αυτό καθαυτό το εν λόγω γεγονός δεν αποκλείει το ενδεχόμενο καταχρηστικής συμπεριφοράς της προσφεύγουσας πριν από την ημερομηνία αυτή. Πράγματι, είναι ευλόγως δυνατό να θεωρηθεί ότι, για την αντιμετώπιση νέων ανταγωνιστών, μια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση δεν θα περιμένει την είσοδο των ανταγωνιστών στην επίμαχη αγορά, αλλά θα δράσει ήδη πριν από την είσοδό τους για να την εμποδίσει ή να τη δυσχεράνει.
97
Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή μπορούσε να θεωρήσει, με την προσβαλλόμενη απόφαση, την περίοδο «τουλάχιστον από το 2011» ως πιθανή περίοδο της εικαζόμενης παραβάσεως.
– Ενδιάμεσο συμπέρασμα
98
Κατόπιν των προεκτεθέντων πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά την ημερομηνία εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή δεν διέθετε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες περί παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ εκ μέρους της προσφεύγουσας, συνιστάμενης σε άλλες μορφές παραβάσεως πέραν της εικαζόμενης εξοντωτικής τιμολογήσεως ή αφορώσας άλλες γραμμές πέραν της γραμμής Πράγα‑Ostrava. Αντιθέτως, δέχθηκε ορθώς ως πιθανή περίοδο της επίμαχης παραβάσεως την περίοδο που άρχισε «τουλάχιστον» το 2011.
Συμπέρασμα όσον αφορά τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως
99
Υπό τις συνθήκες αυτές πρέπει να γίνουν δεκτοί εν μέρει ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως της υπό κρίση προσφυγής και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ σε άλλες γραμμές πέραν της γραμμής Πράγα‑Ostrava και άλλες μορφές παραβάσεως πέραν της προβαλλόμενης πρακτικής εξοντωτικής τιμολογήσεως.
100
Οι δε λοιποί λόγοι ακυρώσεως πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του συμπεράσματος αυτού.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση είναι αυθαίρετη και δυσανάλογα επαχθής
101
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση συνιστά αυθαίρετη και δυσανάλογα επαχθή επέμβαση.
102
Συναφώς, καταρχάς, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της χιλιάδες σελίδες αποδεικτικών στοιχείων προερχόμενων από τη διαδικασία ενώπιον της τσεχικής αρχής ανταγωνισμού. Επίσης, η αρχή αυτή είχε ήδη προβεί η ίδια σε αιφνίδιο έλεγχο στην έδρα της προσφεύγουσας. Εξάλλου, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι συνεργάστηκε πλήρως με την εν λόγω αρχή καθ’ όλη τη διάρκεια της διεξαχθείσας εκ μέρους της διοικητικής διαδικασίας. Συνεπώς, η πραγματική κατάσταση που ήταν κρίσιμη για τη διενεργούμενη από την Επιτροπή έρευνα είχε καταγραφεί λεπτομερώς στον φάκελο της εν λόγω αρχής και η Επιτροπή δεν μπορούσε να προσδοκεί ότι θα αποκομίσει, με τον επίμαχο έλεγχο, κρίσιμα συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία.
103
Στη συνέχεια, η προσφεύγουσα εκτιμά ότι ήταν δυνατό να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα με λιγότερο παρεμβατικό τρόπο, όπως για παράδειγμα με αίτηση παροχής πληροφοριών.
104
Επιπλέον, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι η επίμαχη συμπεριφορά έχει ήδη αποτελέσει αντικείμενο δύο δικαστικών διαδικασιών που κίνησαν οι δύο ανταγωνιστές RegioJet και LEO Express.
105
Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει, κατά την άποψή της, την αρχή της αναλογικότητας διότι το αντικείμενο του ελέγχου διατυπώθηκε εξαιρετικά ευρέως.
106
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.
107
Πρέπει, καταρχάς, να απορριφθεί το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού που αφορά τον αυθαίρετο χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως.
108
Πράγματι, από τη νομολογία προκύπτει ότι μια απόφαση περί διενέργειας ελέγχου είναι αυθαίρετη μόνον εάν εκδόθηκε χωρίς να υπάρχει κανένα πραγματικό στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει τον διαταχθέντα έλεγχο. Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει όταν ο διενεργούμενος από την Επιτροπή έλεγχος αποσκοπεί στη συλλογή των στοιχείων που είναι απαραίτητα για την εξακρίβωση του υποστατού και της εκτάσεως ορισμένης πραγματικής και νομικής καταστάσεως, για την οποία η Επιτροπή διαθέτει ήδη αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες ότι η συγκεκριμένη επιχείρηση παρέβη τους κανόνες ανταγωνισμού (βλ., συναφώς, απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2012, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής, T-135/09, EU:T:2012:596, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
109
Από την εξέταση του δεύτερου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως προκύπτει ότι, αφενός, η Επιτροπή είχε στη διάθεσή της αρκούντως σοβαρές ενδείξεις οι οποίες μπορούσαν να δικαιολογήσουν τις υπόνοιές της περί παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ συνιστάμενης στην πρακτική εξοντωτικής τιμολογήσεως που εφάρμοζε η προσφεύγουσα στη γραμμή Πράγα - Ostrava τουλάχιστον από το 2011 και, αφετέρου, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος που αφορά άλλες μορφές παραβάσεως του άρθρου 102 ΣΛΕΕ και άλλες γραμμές, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν αρκούντως σοβαρές ενδείξεις ως προς τούτο.
110
Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αυθαίρετη.
111
Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
112
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως σχετικά με τον δυσανάλογο χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να υπομνησθεί ότι, δυνάμει της αρχής της αναλογικότητας, το περιεχόμενο και η μορφή της δράσεως της Ένωσης δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα απαιτούμενα για την επίτευξη των στόχων των Συνθηκών (άρθρο 5, παράγραφος 4, ΣΕΕ).
113
Συγκεκριμένα, η αρχή αυτή απαιτεί οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να μην υπερβαίνουν τα όρια του κατάλληλου και του αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπου, εξυπακουομένου ότι, όταν υφίσταται επιλογή μεταξύ περισσότερων κατάλληλων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό, τα δε προκύπτοντα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς (βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-289/11, T-290/11 και T-521/11, EU:T:2013:404, σκέψη 192 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
114
Ωστόσο, η επιλογή της Επιτροπής μεταξύ, αφενός, ελέγχου διενεργούμενου κατόπιν απλής εντολής ή αιτήσεως παροχής πληροφοριών και, αφετέρου, ελέγχου διατασσόμενου με απόφαση περί διενέργειας ελέγχου δεν εξαρτάται από περιστάσεις όπως η ιδιαίτερη βαρύτητα της καταστάσεως, το εξαιρετικά επείγον ή η ανάγκη απόλυτης διακριτικότητας, αλλά από τις ανάγκες διεξαγωγής κατάλληλης έρευνας, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων της συγκεκριμένης υποθέσεως. Συνεπώς, όταν αποκλειστικός σκοπός της διατάσσουσας τη διενέργεια ελέγχου αποφάσεως είναι να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να συλλέξει τα απαραίτητα στοιχεία για να εκτιμήσει την ενδεχόμενη ύπαρξη παραβάσεως διατάξεων της Συνθήκης, η απόφαση αυτή δεν παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας (βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-289/11, T-290/11 και T-521/11, EU:T:2013:404, σκέψη 193 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
115
Στην Επιτροπή εναπόκειται, καταρχήν, να εκτιμά αν ένα πληροφοριακό στοιχείο τής είναι απαραίτητο για να μπορέσει να εντοπίσει παράβαση των κανόνων του ανταγωνισμού και, ακόμη και στην περίπτωση που διαθέτει ήδη ενδείξεις ή και αποδεικτικά στοιχεία περί της υπάρξεως παραβάσεως, η Επιτροπή μπορεί ευλόγως να κρίνει αναγκαίο να διατάξει τη διενέργεια συμπληρωματικών ελέγχων που θα της παράσχουν τη δυνατότητα να διαπιστώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια την έκταση ή τη διάρκεια της παραβάσεως αυτής (βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-289/11, T-290/11 και T-521/11, EU:T:2013:404, σκέψη 194 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
116
Δεν μπορεί, συνεπώς, να γίνει δεκτό το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι, για την τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, η Επιτροπή έπρεπε να χρησιμοποιήσει λιγότερο παρεμβατικά μέσα, όπως η αίτηση παροχής πληροφοριών βάσει του άρθρου 18 του κανονισμού 1/2003, και τούτο για τον πρόσθετο λόγο ότι, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, η εκτίμηση της συμπεριφοράς της προσφεύγουσας εξαρτάται, προφανώς, από στοιχεία τα οποία είναι βέβαιο ότι δεν επρόκειτο να διαβιβασθούν οικειοθελώς στην Επιτροπή και τα οποία, συνεπώς, δεν θα περιέρχονταν στην κατοχή της με άλλον τρόπο πλην της διενέργειας ελέγχου (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 8ης Μαρτίου 2007, France Télécom κατά Επιτροπής, T-340/04, EU:T:2007:81, σκέψεις 150 και 153, και της 12ης Ιουλίου 2007, CB κατά Επιτροπής, T-266/03, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2007:223, σκέψη 65).
117
Επιπροσθέτως, στο μέτρο που η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται, εν μέρει, σε στοιχεία περιεχόμενα στον φάκελο της τσεχικής αρχής ανταγωνισμού, η οποία διερευνά την ίδια συμπεριφορά της προσφεύγουσας και η οποία της απηύθυνε πολλές αιτήσεις παροχής πληροφοριών, είναι πιθανό ότι ο φάκελος της εν λόγω αρχής περιέχει ήδη όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να ληφθούν με τον τρόπο αυτό.
118
Υπό το πρίσμα της νομολογίας που παρατίθεται, μεταξύ άλλων, στη σκέψη 115 ανωτέρω, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή όφειλε να αρκεστεί στα στοιχεία που περιείχε ο φάκελος της τσεχικής αρχής ανταγωνισμού.
119
Όσον αφορά το επιχείρημα ότι η ίδια συμπεριφορά της προσφεύγουσας αποτελεί αντικείμενο διοικητικής έρευνας και δύο δικαστικών διαδικασιών σε εθνικό επίπεδο, αρκεί να υπομνησθεί ότι, κατά τη νομολογία, από τις διατάξεις του κανονισμού 1/2003 δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, από τη στιγμή που μια εθνική αρχή ανταγωνισμού έχει κινήσει διαδικασία έρευνας για συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, η Επιτροπή δεν έχει τη δυνατότητα να επιληφθεί της υποθέσεως ή να εκδηλώσει, τουλάχιστον σε προκαταρκτικό στάδιο, ενδιαφέρον για αυτήν. Αντιθέτως, οι δύο αυτές αρχές μπορούν, τουλάχιστον κατά τα προκαταρκτικά στάδια των υποθέσεων, όπως είναι εκείνο της διεξαγωγής ερευνών, να εργάζονται παραλλήλως και η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα να κινήσει διαδικασία με σκοπό την έκδοση αποφάσεως επί της υποθέσεως αυτής, ακόμη και αν μια εθνική αρχή έχει ήδη επιληφθεί της υποθέσεως. Κατά μείζονα λόγο, η Επιτροπή πρέπει επίσης να έχει τη δυνατότητα να προβεί σε έλεγχο, δεδομένου ότι η διατάσσουσα τη διενέργεια ελέγχου απόφαση συνιστά απλώς προπαρασκευαστική πράξη για την επί της ουσίας εξέταση μιας υποθέσεως και δεν συνεπάγεται την επίσημη κίνηση διαδικασίας, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003 (βλ., συναφώς, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2007, France Télécom κατά Επιτροπής, T-340/04, EU:T:2007:81, σκέψη 129 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Η αρχή αυτή έχει αναγνωριστεί στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εθνική αρχή ανταγωνισμού εφαρμόζει τα άρθρα 101 ή 102 ΣΛΕΕ. Ισχύει δε, κατά μείζονα λόγο, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η έρευνα που διεξάγεται από την εθνική αρχή ανταγωνισμού στηρίζεται μόνο στο εθνικό δίκαιο. Τέτοια ακριβώς περίπτωση συντρέχει εν προκειμένω.
120
Ομοίως, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, προκειμένου να επιτελέσει την αποστολή που της έχει ανατεθεί από τη Συνθήκη, η Επιτροπή δεν δεσμεύεται από απόφαση εθνικού δικαστηρίου εκδοθείσα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 102 ΣΛΕΕ. Συνεπώς, η Επιτροπή δικαιούται να λαμβάνει ανά πάσα στιγμή ατομικές αποφάσεις για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, ακόμη και όταν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση εθνικού δικαστηρίου επί συμφωνίας ή πρακτικής και η αναμενόμενη απόφαση της Επιτροπής έρχεται σε σύγκρουση προς την εν λόγω δικαστική απόφαση (βλ. απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑289/11, T-290/11 και T-521/11, EU:T:2013:404, σκέψη 200 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
121
Ως εκ τούτου, ούτε οι εκκρεμείς ενώπιον των τσεχικών δικαστηρίων δίκες μπορούν να εμποδίσουν την Επιτροπή να προβεί σε αιφνιδιαστικό έλεγχο, όπως αυτός που διατάχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.
122
Εξάλλου, όσον αφορά τη διαλαμβανόμενη στη σκέψη 8 ανωτέρω απόφαση του Městský soud v Praze (περιφερειακού δικαστηρίου Πράγας) της 10ης Δεκεμβρίου 2015, πρέπει να επισημανθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έρχεται σε σύγκρουση προς την απόφαση αυτή. Πράγματι, με την απόφασή του, το Městský soud v Praze (περιφερειακό δικαστήριο Πράγας) απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως που είχε ασκήσει η LEO Express κατά της προσφεύγουσας για τον λόγο ότι η LEO Express δεν είχε αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της ζημίας που υπέστη και της προβαλλόμενης ως αντίθετης προς τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς της προσφεύγουσας. Ωστόσο, μετά τη διαπίστωση αυτή, δεν ήταν πλέον αναγκαίο να επιλυθεί το ζήτημα του αντίθετου προς τον ανταγωνισμό χαρακτήρα της συμπεριφοράς της προσφεύγουσας και, κατά συνέπεια, το Městský soud v Praze (περιφερειακό δικαστήριο Πράγας) δεν απεφάνθη επ’ αυτού.
123
Όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας που στηρίζεται στην απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής (T-402/13, EU:T:2014:991), στην οποία το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η εξέταση του φακέλου που είχε στην κατοχή της η εθνική αρχή ανταγωνισμού δεν αποτελούσε εναλλακτικό μέτρο σε σχέση με ένα μέτρο ελέγχου, καθόσον η εν λόγω αρχή δεν είχε διενεργήσει κανέναν έλεγχο στις εγκαταστάσεις της συγκεκριμένης επιχειρήσεως και, επομένως, η απόφασή της είχε ληφθεί μόνο βάσει των στοιχείων που είχε υποβάλει οικειοθελώς η επιχείρηση αυτή, πρέπει να παρατηρηθεί ότι το Γενικό Δικαστήριο προέβη στην εκτίμηση αυτή υπό το πρίσμα του ότι, στη συγκεκριμένη υπόθεση, η Επιτροπή είχε επιλέξει ένα μέτρο ελέγχου χωρίς να επαληθεύσει προηγουμένως τις πληροφορίες που μπόρεσε να λάβει η εθνική αρχή ανταγωνισμού σχετικά με παρόμοιες συμπεριφορές (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T-402/13, EU:T:2014:991, σκέψεις 55 και 56). Όμως, εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Επιτροπή μελέτησε τον φάκελο της τσεχικής αρχής ανταγωνισμού και εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση αφού τον είχε προηγουμένως εξετάσει.
124
Όσον αφορά, τέλος, την αιτίαση που στηρίζεται στο γεγονός ότι το αντικείμενο του επίμαχου ελέγχου διατυπώθηκε εξαιρετικά ευρέως στην προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να επισημανθεί ότι τούτο έχει ήδη εξεταστεί στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως και ότι κατόπιν της εξετάσεως αυτής συνήχθη το συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να ακυρωθεί κατά το μέρος που αφορούσε κάθε άλλη γραμμή πέραν της γραμμής Πράγα‑Ostrava και κατά το μέρος που αφορούσε κάθε άλλη συμπεριφορά πέραν της προβαλλόμενης πρακτικής εξοντωτικής τιμολογήσεως.
125
Αντιθέτως, όσον αφορά τη διατύπωση της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την περίοδο κατά την οποία διαπράχθηκε η παράβαση με τη χρήση των όρων «τουλάχιστον από το 2011», το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε, πάντοτε στο πλαίσιο εξετάσεως του δεύτερου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ότι η Επιτροπή διέθετε ενδείξεις όχι μόνο για την περίοδο από το 2011, αλλά και για την περίοδο πριν από το 2011.
126
Εξάλλου, από τη νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να αναφέρει την περίοδο κατά την οποία διαπράχθηκε η παράβαση (βλ., συναφώς, απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑289/11, T-290/11 και T-521/11, EU:T:2013:404, σκέψη 170 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
127
Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογα επαχθής επειδή το αντικείμενο της έρευνας διατυπώθηκε εξαιρετικά ευρέως σε αυτή.
128
Κατά συνέπεια πρέπει, επίσης, να απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως και ο λόγος αυτός στο σύνολό του.
Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι δεν επηρεάζεται το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και ότι η προσφεύγουσα δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση στην εσωτερική αγορά ή σε σημαντικό τμήμα αυτής
129
Κατά την προσφεύγουσα, η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να διενεργήσει τον έλεγχο. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η γραμμή Πράγα-Ostrava, μήκους 356 χιλιομέτρων, ήταν αμελητέα επί του συνόλου του ευρωπαϊκού σιδηροδρομικού δικτύου, η εικαζόμενη αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά της προσφεύγουσας δεν μπορούσε να επηρεάσει αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Επιπροσθέτως, η προσφεύγουσα δεν κατείχε δεσπόζουσα θέση στην εσωτερική αγορά ή σε σημαντικό τήμα αυτής. Συγκεκριμένα, δεδομένης της επουσιώδους σημασίας της σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η σιδηροδρομική μεταφορά στη γραμμή Πράγα-Ostrava δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντικό τμήμα της εσωτερικής αγοράς.
130
Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι ο λόγος αυτός συμπληρώνει τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, και αντιστρόφως, ιδίως όσον αφορά το γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής του επίμαχου ελέγχου.
131
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.
132
Κατά το άρθρο 102 ΣΛΕΕ, είναι ασυμβίβαστη προς την κοινή αγορά και απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσεώς τους εντός της κοινής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της.
133
Συναφώς πρέπει, καταρχάς, να υπομνησθεί ότι η προϋπόθεση κατά την οποία μια συμφωνία ή πρακτική αντίθετη προς τον ανταγωνισμό απαγορεύεται στο μέτρο που μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών έχει σκοπό να οριοθετήσει το πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης έναντι του δικαίου των κρατών μελών. Η αλλοίωση του ανταγωνισμού που προκαλείται από τη συμφωνία ή την πρακτική εμπίπτει στις απαγορεύσεις του δικαίου της Ένωσης στο μέτρο ακριβώς που η εν λόγω συμφωνία ή πρακτική μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, ενώ στην αντίθετη περίπτωση δεν εμπίπτει σ’ αυτές (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Ιουλίου 1966, Consten και Grundig κατά Επιτροπής, 56/64 και 58/64, 56/64 και 58/64, EU:C:1966:41, σ. 495).
134
Ειδικότερα, από τον ίδιο τον τίτλο του κανονισμού 1/2003 καταδεικνύεται ότι σκοπός των εξουσιών που παρέχονται στην Επιτροπή είναι η εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ. Οι δύο αυτές διατάξεις απαγορεύουν ορισμένες συμπεριφορές εκ μέρους των επιχειρήσεων, εφόσον αυτές δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή τη νόθευση των όρων του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς. Επομένως, η Επιτροπή μπορεί να χρησιμοποιήσει τις εξουσίες έρευνας που διαθέτει αποκλειστικά και μόνον προς εντοπισμό τέτοιων συμπεριφορών (απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2012, Nexans France και Nexans κατά Επιτροπής, T-135/09, EU:T:2012:596, σκέψη 99).
135
Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας αυτής, κακώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προϋπόθεση κατά την οποία μια συμφωνία ή πρακτική αντίθετη προς τον ανταγωνισμό απαγορεύεται στο μέτρο που μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών εξετάζεται μόνον επί της ουσίας, δηλαδή βάσει εκτιμήσεως της νομιμότητας ενδεχόμενης τελικής αποφάσεως της Επιτροπής, και ότι δεν εμπίπτει συνεπώς στον δικαστικό έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
136
Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η προϋπόθεση αυτή (στο εξής: πρώτη προϋπόθεση) συντρέχει σε σχέση με την εικαζόμενη παράβαση, και δη λαμβανομένης υπόψη της διαπιστώσεως που έγινε κατά την εξέταση του δεύτερου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ότι δηλαδή η Επιτροπή δεν διέθετε αρκούντως σοβαρές ενδείξεις που να δικαιολογούν υπόνοιες περί παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού σε άλλες γραμμές πέραν της γραμμής Πράγα‑Ostrava.
137
Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η παράβαση την οποία υποψιάζεται η Επιτροπή στην υπό κρίση υπόθεση είναι παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, πρέπει να εξεταστεί και η προϋπόθεση κατά την οποία απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της (στο εξής: δεύτερη προϋπόθεση).
138
Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, πρέπει να υπομνησθεί καταρχάς ότι, μολονότι είναι αληθές ότι οι συμπεριφορές των οποίων τα αποτελέσματα περιορίζονται στο εσωτερικό της επικράτειας ενός μόνον κράτους μέλους εμπίπτουν στον τομέα της εθνικής έννομης τάξης και όχι στον τομέα του δικαίου της Ένωσης (βλ., συναφώς, απόφαση της 31ης Μαΐου 1979, Hugin Kassaregister και Hugin Cash Registers κατά Επιτροπής, 22/78, EU:C:1979:138, σκέψη 17), παραμένει εντούτοις γεγονός ότι, όταν ο κάτοχος δεσπόζουσας θέσεως παρακωλύει την είσοδο στην αγορά των ανταγωνιστών του, είναι αδιάφορο αν η συμπεριφορά αυτή επιδεικνύεται στο έδαφος ενός μόνον κράτους μέλους, εφόσον είναι ικανή να έχει επιπτώσεις στις εμπορικές ροές και στον ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, 322/81, EU:C:1983:313, σκέψη 103).
139
Επιπροσθέτως, το άρθρο 102 ΣΛΕΕ δεν επιβάλλει να αποδεικνύεται ότι η καταχρηστική συμπεριφορά έχει επηρεάσει αισθητά το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, αλλά απαιτεί να αποδεικνύεται ότι η συμπεριφορά αυτή είναι ικανή να έχει τέτοιο αποτέλεσμα (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 1983, Nederlandsche Banden-Industrie-Michelin κατά Επιτροπής, 322/81, EU:C:1983:313, σκέψη 104).
140
Πράγματι, για να μπορεί μια απόφαση, συμφωνία ή πρακτική να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, πρέπει, βάσει ενός συνόλου αντικειμενικών νομικών ή πραγματικών στοιχείων, να πιθανολογείται επαρκώς ότι μπορεί να ασκήσει επιρροή, άμεση ή έμμεση, πραγματική ή δυνητική, στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, τούτο δε κατά τρόπο δυνάμενο να εμποδίσει την υλοποίηση της ενιαίας αγοράς μεταξύ των κρατών μελών (βλ. απόφαση της 16ης Απριλίου 2015, Prezes Urzędu Komunikacji Elektronicznej και Telefonia Dialog, C-3/14, EU:C:2015:232, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
141
Πάντως, εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων, πρώτον, ότι η γραμμή Πράγα-Ostrava θεωρείται μία από τις κύριες σιδηροδρομικές συνδέσεις της Τσεχικής Δημοκρατίας, ιδίως λόγω του γεγονότος ότι δεν υπάρχει αυτοκινητόδρομος που να συνδέει άμεσα την Πράγα με την Ostrava, μια πόλη η οποία απέχει περίπου δέκα χιλιόμετρα από τα πολωνικά σύνορα και μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από τα σύνορα της Σλοβακίας, δεύτερον, ότι οι ανταγωνιστές που διενεργούν μεταφορές στη γραμμή Πράγα-Ostrava δραστηριοποιούνται και σε άλλα κράτη μέλη όπως, μεταξύ άλλων, η Σλοβακική Δημοκρατία και, τρίτον, ότι η γραμμή Πράγα-Ostrava αποτελεί μέρος των δρομολογίων των ανταγωνιστών μεταφορέων ιδίως προς το εν λόγω κράτος μέλος.
142
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στο πλαίσιο αυτό, μια αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά όπως η εικαζόμενη εν προκειμένω από την Επιτροπή είναι, προφανώς, ικανή να έχει επιπτώσεις στις εμπορικές ροές και στον ανταγωνισμό εντός της εσωτερικής αγοράς. Πράγματι, μια τέτοια καταχρηστική πρακτική μπορεί να επηρεάσει την οικονομική θέση των ανταγωνιζόμενων μεταφορέων που δραστηριοποιούνται σε περισσότερα από ένα κράτη μέλη, και, ως εκ τούτου, να επηρεάσει τον ανταγωνισμό όχι μόνο στη γραμμή Πράγα‑Ostrava και στην Τσεχική Δημοκρατία, αλλά, τουλάχιστον έμμεσα, σε ευρύτερη κλίμακα στην κεντρική Ευρώπη, και ιδίως στη Σλοβακία.
143
Βεβαίως, αν η εικαζόμενη παράβαση αφορούσε, όπως διατείνεται η προσφεύγουσα, μόνον το τμήμα που συνδέει το Choceň (Τσεχική Δημοκρατία) με το Brandýs nad Orlicí (Τσεχική Δημοκρατία), μήκους 5 χιλιομέτρων, το οποίο αποτελεί μέρος της γραμμής Πράγα-Ostrava, θα επηρέαζε πιθανώς ασήμαντα το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Όμως, η εικαζόμενη παράβαση δεν περιορίζεται μόνο στο εν λόγω τμήμα. Καλύπτει το σύνολο της γραμμής Πράγα-Ostrava, μήκους 356 χιλιομέτρων.
144
Επομένως συντρέχει η πρώτη προϋπόθεση.
145
Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αρκεί να επισημανθεί ότι δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι η προσφεύγουσα κατέχει δεσπόζουσα θέση κατά την έννοια του άρθρου 102 ΣΛΕΕ ιδίως στις αγορές παροχής υπηρεσιών μεταφοράς προσώπων και παροχής υπηρεσιών διαχειρίσεως των σιδηροδρομικών υποδομών στην Τσεχική Δημοκρατία (αιτιολογική σκέψη 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
146
Στη νομολογία, η δεύτερη προϋπόθεση θεωρείται ότι πληρούται ακόμη και στις περιπτώσεις που η δεσπόζουσα θέση της συγκεκριμένης επιχειρήσεως περιορίζεται σε τμήμα της επικράτειας κράτους μέλους (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, Ambulanz Glöckner, C-475/99, EU:C:2001:577, σκέψη 38), και δη λιμένα (βλ., συναφώς, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1991, Merci Convenzionali Porto di GenovaC-179/90, EU:C:1991:464, σκέψη 15).
147
Κατά μείζονα λόγο, η προϋπόθεση αυτή πρέπει να θεωρείται ότι συντρέχει στην περίπτωση κατά την οποία η δεσπόζουσα θέση της συγκεκριμένης επιχειρήσεως καλύπτει όλη την επικράτεια κράτους μέλους όπως η Τσεχική Δημοκρατία.
148
Εξάλλου, η προσφεύγουσα σφάλλει όταν λαμβάνει ως αφετηρία του συλλογισμού της την εκτίμηση ότι η σιδηροδρομική μεταφορά στη γραμμή Πράγα-Ostrava πρέπει να αποτελεί σημαντικό τμήμα της εσωτερικής αγοράς. Πράγματι, για την εφαρμογή του άρθρου 102 ΣΛΕΕ πρέπει να πληρούνται σωρευτικώς δύο διακριτές προϋποθέσεις. Αφενός, η καταχρηστική συμπεριφορά πρέπει να είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Αφετέρου, αυτός που συμπεριφέρεται καταχρηστικά πρέπει να κατέχει δεσπόζουσα θέση στην εσωτερική αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το άρθρο 102 ΣΛΕΕ εφαρμόζεται ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία μια επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της εκμεταλλεύεται καταχρηστικά αυτή τη δεσπόζουσα θέση μόνο σε τμήμα της αγοράς, το οποίο δεν αποτελεί, αυτό καθαυτό, σημαντικό τμήμα της εσωτερικής αγοράς, υπό την προϋπόθεση εντούτοις ότι η κατάχρηση αυτή μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Εκ των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πληρούται, εν προκειμένω, αυτή η τελευταία προϋπόθεση.
149
Συνεπώς συντρέχει και η δεύτερη προϋπόθεση.
150
Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως.
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως που αφορά παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
151
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι η τσεχική αρχή ανταγωνισμού διερευνά την ίδια συμπεριφορά από το 2011 της δημιούργησε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι η έρευνα θα διεξαχθεί μόνον από την εν λόγω αρχή.
152
Αυτή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ενισχύθηκε από το γράμμα της ανακοινώσεως της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία στο πλαίσιο του δικτύου των αρχών ανταγωνισμού (ΕΕ 2004, C 101, σ. 43) και από το γεγονός ότι η Επιτροπή παρέμεινε τελείως αδρανής από το 2013, ημερομηνία κατά την οποία παρέλαβε την καταγγελία που την οδήγησε να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, έως το 2016, ημερομηνία κατά την οποία διενήργησε τον επίμαχο έλεγχο.
153
Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά.
154
Συναφώς, από τις διατάξεις του κανονισμού 1/2003 δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, από τη στιγμή που μια εθνική αρχή ανταγωνισμού έχει κινήσει διαδικασία έρευνας για συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, η Επιτροπή δεν έχει τη δυνατότητα να επιληφθεί της υποθέσεως ή να εκδηλώσει, τουλάχιστον σε προκαταρκτικό στάδιο, ενδιαφέρον για αυτήν. Αντιθέτως, οι δύο αυτές αρχές μπορούν, τουλάχιστον κατά τα προκαταρκτικά στάδια των υποθέσεων, όπως είναι εκείνο της διεξαγωγής ερευνών, να εργάζονται παραλλήλως και η Επιτροπή διατηρεί το δικαίωμα να κινήσει διαδικασία με σκοπό την έκδοση αποφάσεως επί της υποθέσεως αυτής, ακόμη και αν μια εθνική αρχή έχει ήδη επιληφθεί της υποθέσεως. Κατά μείζονα λόγο, η Επιτροπή πρέπει, επίσης, να έχει τη δυνατότητα να προβεί σε έλεγχο, δεδομένου ότι η διατάσσουσα τη διενέργεια ελέγχου απόφαση συνιστά απλώς προπαρασκευαστική πράξη για την επί της ουσίας εξέταση μιας υποθέσεως και δεν συνεπάγεται την επίσημη κίνηση διαδικασίας κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 6, του κανονισμού 1/2003 (βλ., συναφώς, απόφαση της 8ης Μαρτίου 2007, France Télécom κατά Επιτροπής, T-340/04, EU:T:2007:81, σκέψη 129 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
155
Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία, καταρχήν η Επιτροπή δεν δεσμεύεται από απόφαση εθνικού δικαστηρίου ή εθνικής αρχής εκδοθείσα κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 101, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και του άρθρου 102 ΣΛΕΕ. Συνεπώς, η Επιτροπή δικαιούται να λαμβάνει ανά πάσα στιγμή ατομικές αποφάσεις για την εφαρμογή των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, ακόμη και όταν έχει ήδη εκδοθεί απόφαση εθνικού δικαστηρίου επί συμφωνίας ή πρακτικής και η αναμενόμενη απόφαση της Επιτροπής έρχεται σε σύγκρουση προς την εν λόγω δικαστική απόφαση (βλ. απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2014, Orange κατά Επιτροπής, T‑402/13, EU:T:2014:991, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
156
Ως εκ τούτου, η έρευνα την οποία διεξήγαγε η τσεχική αρχή ανταγωνισμού δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να δημιουργήσει στην προσφεύγουσα τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ότι η Επιτροπή δεν πρόκειται να παρέμβει.
157
Επιπλέον, πρέπει να επισημανθεί ότι η τσεχική αρχή ανταγωνισμού δεν διεξάγει την έρευνά της βάσει του δικαίου της Ένωσης, αλλά βάσει του εθνικού δικαίου.
158
Όσον αφορά το γεγονός ότι η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση μόλις το 2016, ενώ η τσεχική αρχή ανταγωνισμού διεξήγαγε την έρευνά της ήδη από το 2011 και ότι υποβλήθηκε στην Επιτροπή καταγγελία σχετικά με την ίδια συμπεριφορά της προσφεύγουσας το 2013, τούτο δεν αναιρεί το συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα δεν μπορεί να επικαλεστεί δικαιολογημένη εμπιστοσύνη εν προκειμένω.
159
Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι η Επιτροπή έχει τη δυνατότητα να προσδίδει διαφορετικό βαθμό προτεραιότητας στις καταγγελίες που της υποβάλλονται (βλ. απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 2016, Trajektna luka Split κατά Επιτροπής, T‑57/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:470, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
160
Όσον αφορά την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη συνεργασία στο πλαίσιο του δικτύου των αρχών ανταγωνισμού, πρέπει να επισημανθεί, όπως τόνισε και η Επιτροπή, ότι εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που η εθνική αρχή ανταγωνισμού εφαρμόζει τα άρθρα 101 ή 102 ΣΛΕΕ. Όμως τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει εν προκειμένω. Συνεπώς, ούτε η εν λόγω ανακοίνωση μπορούσε να δημιουργήσει στην προσφεύγουσα δικαιολογημένη εμπιστοσύνη.
161
Επομένως, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του έκτου λόγου ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται προσβολή του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και των δικαιωμάτων άμυνας
162
Κατά την προσφεύγουσα, η επέμβαση την οποία συνεπάγεται η προσβαλλόμενη απόφαση στην άσκηση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 7 του Χάρτη και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ δεν πληροί καμία από τις τρεις προϋποθέσεις οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένη. Συγκεκριμένα, δεν προβλέπεται από τον νόμο, δεν επιδιώκει θεμιτό σκοπό, ιδίως λόγω της ελλείψεως αρκούντως σοβαρών ενδείξεων που να δικαιολογούν υπόνοιες περί παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού εκ μέρους της προσφεύγουσας, και δεν είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, ιδίως λαμβανομένων υπόψη της έρευνας που διεξήγαγε η τσεχική αρχή ανταγωνισμού και των δύο εκκρεμών δικαστικών διαδικασιών.
163
Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση προσβάλλει το δικαίωμα που κατοχυρώνεται από το άρθρο 48 του Χάρτη και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, και ειδικότερα το δικαίωμα της προσφεύγουσας να πληροφορηθεί λεπτομερώς τη φύση και την αιτία της σε βάρος της κατηγορίας. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τη φύση της κατηγορίας, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ευρύτατα διατυπωμένη και, όσον αφορά τον λόγο της κατηγορίας, δεν περιέχει συγκεκριμένα στοιχεία.
164
Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου αυτού.
Επί του πρώτου σκέλους του έκτου λόγου με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 7 του Χάρτη και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ
165
Κατά το άρθρο 7 του Χάρτη, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.
166
Συναφώς, το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη προβλέπει ότι κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον εν λόγω Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Περαιτέρω, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.
167
Όσον αφορά το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη ορίζει ότι, «[σ]το βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην [ΕΣΔΑ], η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση».
168
Ομοίως, οι επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη (ΕΕ 2007, C 303, σ. 17) διευκρινίζουν, όσον αφορά το άρθρο 7 του Χάρτη, τα εξής:
«Σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3 [του Χάρτη], το δικαίωμα αυτό έχει την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με το αντίστοιχο άρθρο της [ΕΣΔΑ]. Ως εκ τούτου, οι περιορισμοί που μπορούν να τους επιβληθούν συννόμως είναι οι ίδιοι με εκείνους που επιτρέπονται στο πλαίσιο του εν λόγω άρθρου 8: “[…] 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μιαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον διά την εθνικήν ασφάλειαν την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων”.»
169
Συνεπώς, στο μέτρο που από τη νομολογία προκύπτει ότι η άσκηση των εξουσιών ελέγχου που απονέμονται στην Επιτροπή από το άρθρο 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003, σε βάρος επιχειρήσεως, αποτελεί προφανή επέμβαση στο δικαίωμά της στον σεβασμό της ιδιωτικής της ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας της (απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2013, Deutsche Bahn κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-289/11, T-290/11 και T-521/11, EU:T:2013:404, σκέψη 65), πρέπει να εξεταστεί εάν η προσβαλλόμενη απόφαση πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη και του άρθρου 8, παράγραφος 2, της ΕΣΔΑ.
170
Σύμφωνα με τις προϋποθέσεις αυτές, ο περιορισμός πρέπει καταρχάς να προβλέπεται από τον νόμο. Το επίμαχο μέτρο πρέπει, συνεπώς, να έχει νομική βάση (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 28ης Μαΐου 2013, Trabelsi κ.λπ. κατά Συμβουλίου, T-187/11, EU:T:2013:273, σκέψη 79 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
171
Εν προκειμένω, από τις αναφορές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή εκδόθηκε βάσει του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού 1/2003, διάταξη η οποία προβλέπει κατ’ ουσίαν την αρμοδιότητα της Επιτροπής να διατάσσει, με απόφασή της, τους ελέγχους στους οποίους οφείλουν να υποβάλλονται οι επιχειρήσεις και ενώσεις επιχειρήσεων.
172
Συνεπώς, πληρούται η προϋπόθεση ότι κάθε επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής πρέπει να «προβλέπεται υπό του νόμου».
173
Όσον αφορά, ακολούθως, την προϋπόθεση ότι, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πράγματι σε σκοπούς γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων, από τη νομολογία προκύπτει ότι οι εξουσίες που απονέμονται στην Επιτροπή με το άρθρο 20 του κανονισμού 1/2003 έχουν ως σκοπό να της παρασχεθεί η δυνατότητα επιτελέσεως της αποστολής που της έχει ανατεθεί από τις Συνθήκες να μεριμνά για την τήρηση των κανόνων ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς. Σκοπός των κανόνων αυτών είναι να αποφεύγεται η νόθευση του ανταγωνισμού σε βάρος του γενικού συμφέροντος, των επιμέρους επιχειρήσεων και των καταναλωτών. Η άσκηση των εξουσιών που έχουν παρασχεθεί στην Επιτροπή με τον κανονισμό 1/2003 συντελεί στη διατήρηση του επιδιωχθέντος από τις Συνθήκες συστήματος ανταγωνισμού που οι επιχειρήσεις οφείλουν να τηρούν οπωσδήποτε. Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν φαίνεται, συνεπώς, ότι ο κανονισμός 1/2003, παρέχοντας στην Επιτροπή την εξουσία να προβαίνει σε επαληθεύσεις χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση, προσβάλλει το δικαίωμα που προβλέπεται από το άρθρο 7 του Χάρτη και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ (βλ., συναφώς, απόφαση της 26ης Ιουνίου 1980, National Panasonic κατά Επιτροπής, 136/79, EU:C:1980:169, σκέψη 20).
174
Συνεπώς, λαμβανομένης υπόψη της αναλύσεως των λοιπών λόγων ακυρώσεως της υπό κρίση προσφυγής, στους οποίους παραπέμπει η προσφεύγουσα στο πλαίσιο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση που εκδόθηκε βάσει του κανονισμού 1/2003 ανταποκρίνεται επίσης σε στόχους γενικού συμφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση.
175
Τέλος, όσον αφορά το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη απόφαση βαίνει πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την επίτευξη του μνημονευόμενου στη σκέψη 173 ανωτέρω σκοπού, αρκεί να υπομνησθεί ότι αυτό το ίδιο ζήτημα έχει ήδη αναλυθεί στο πλαίσιο εξετάσεως του πρώτου λόγου ακυρώσεως. Κατόπιν της αναλύσεως αυτής, συνήχθη το συμπέρασμα ότι, λαμβανομένου υπόψη του αποτελέσματος της εξετάσεως του δεύτερου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει εκδοθεί τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας.
176
Υπό τις συνθήκες αυτές, το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου που αφορά παράβαση του άρθρου 7 του Χάρτη και του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου σκέλους του έκτου λόγου με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 48 του Χάρτη και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ
177
Κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Χάρτη, «[δ]ιασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων της υπεράσπισης σε κάθε κατηγορούμενο».
178
Όσον αφορά το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, οι επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη διευκρινίζουν τα εξής:
«Το άρθρο 48 είναι το ίδιο με το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, της [ΕΣΔΑ] (…) Σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, το δικαίωμα αυτό έχει την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με το δικαίωμα που κατοχυρώνεται στην [ΕΣΔΑ].»
179
Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η διοικητική διαδικασία που προβλέπει ο κανονισμός 1/2003, η οποία διεξάγεται ενώπιον της Επιτροπής, υποδιαιρείται σε δύο διαφορετικά και διαδοχικά στάδια, εκ των οποίων το καθένα έχει τη δική του εσωτερική λογική, ήτοι, αφενός, στο στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως και, αφετέρου, στο στάδιο της κατ’ αντιπαράθεση διαδικασίας. Το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, κατά το οποίο η Επιτροπή κάνει χρήση της προβλεπόμενης από τον κανονισμό 1/2003 εξουσίας έρευνας και το οποίο εκτείνεται έως την ανακοίνωση των αιτιάσεων, σκοπό έχει να παράσχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να συλλέξει όλα τα κρίσιμα στοιχεία για την εξακρίβωση ή μη της παραβάσεως των κανόνων ανταγωνισμού και να λάβει μια πρώτη θέση για την κατεύθυνση και τη συνέχεια της διαδικασίας. Αντιθέτως, το στάδιο της κατ’ αντιπαράθεση διαδικασίας που εκτείνεται από την ανακοίνωση των αιτιάσεων μέχρι την έκδοση της τελικής αποφάσεως παρέχει στην Επιτροπή τη δυνατότητα να λάβει οριστική θέση επί της προσαπτόμενης παραβάσεως (βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, AC-Treuhand κατά Επιτροπής, T-99/04, EU:T:2008:256, σκέψη 47 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
180
Αφενός, όσον αφορά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι το στάδιο αυτό αρχίζει την ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή, κατ’ ενάσκηση των εξουσιών που της παρέχουν ιδίως τα άρθρα 18 και 20 του κανονισμού 1/2003, λαμβάνει μέτρα τα οποία ενέχουν κατ’ ουσίαν την αιτίαση ότι έχει διαπραχθεί παράβαση και τα οποία έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην κατάσταση των επιχειρήσεων κατά των οποίων στρέφονται οι υπόνοιες. Αφετέρου, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση λαμβάνει γνώση για πρώτη φορά κατά το στάδιο της κατ’ αντιπαράθεση διοικητικής διαδικασίας, και μέσω της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, όλων των ουσιωδών στοιχείων στα οποία στηρίζεται η Επιτροπή σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας και ότι η επιχείρηση αυτή έχει δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο προς εξασφάλιση της αποτελεσματικής ασκήσεως των δικαιωμάτων της άμυνας. Συνεπώς, μόνον κατόπιν αποστολής της ανακοινώσεως των αιτιάσεων μπορεί η ενδιαφερόμενη επιχείρηση να επικαλείται πλήρως τα δικαιώματά της άμυνας. Πράγματι, αν η ισχύς των δικαιωμάτων αυτών εκτεινόταν στον χρόνο προ της αποστολής της ανακοινώσεως των αιτιάσεων, θα θιγόταν η αποτελεσματικότητα της έρευνας της Επιτροπής, καθόσον η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα ήταν, ήδη κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, σε θέση να προσδιορίσει ποιες πληροφορίες είναι γνωστές στην Επιτροπή και, συνεπώς, ποιες πληροφορίες μπορεί ακόμη να της αποκρύψει (βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, AC-Treuhand κατά Επιτροπής, T-99/04, EU:T:2008:256, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
181
Ασφαλώς, τα μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων που λαμβάνει η Επιτροπή κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, ιδίως οι εξακριβώσεις και οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών βάσει των άρθρων 18 και 20 του κανονισμού 1/2003, ενέχουν λόγω της φύσεώς τους την αιτίαση περί παραβάσεως και ενδέχεται να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην κατάσταση των υπόπτων επιχειρήσεων (απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, AC-Treuhand κατά Επιτροπής, T-99/04, EU:T:2008:256, σκέψη 50). Πράγματι, μολονότι επισήμως η ενδιαφερόμενη επιχείρηση δεν έχει την ιδιότητα του «κατηγορουμένου» κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως, η κίνηση της σε βάρος της διαδικασίας έρευνας, ιδίως με τη σε βάρος της λήψη μέτρου διεξαγωγής αποδείξεων, δεν μπορεί, κατά γενικό κανόνα, να διαχωριστεί, από ουσιαστικής απόψεως, από την ύπαρξη υποψίας και, ως εκ τούτου, έμμεσης αιτιάσεως που δικαιολογεί τη λήψη του μέτρου αυτού (απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008,AC-Treuhand κατά Επιτροπής, T-99/04, EU:T:2008:256, σκέψη 52). Επομένως, είναι σημαντικό να αποφεύγεται η ανεπανόρθωτη προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας κατά το στάδιο αυτό της διοικητικής διαδικασίας, αφού τα ληφθέντα μέτρα διεξαγωγής αποδείξεων μπορούν να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην απόδειξη του παράνομου χαρακτήρα ενεργειών ορισμένων επιχειρήσεων δυνάμενων να επισύρουν την ευθύνη τους (βλ. απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, AC-Treuhand κατά Επιτροπής, T-99/04, EU:T:2008:256, σκέψη 51 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να ενημερώνει την ενδιαφερόμενη επιχείρηση κατά τη λήψη του πρώτου σε βάρος της μέτρου για το αντικείμενο και τον σκοπό της διεξαγόμενης έρευνας. Συναφώς, η αιτιολογία πρέπει ιδίως να καθιστά δυνατή την εκ μέρους της επιχειρήσεως αυτής κατανόηση του σκοπού και του αντικειμένου της εν λόγω προκαταρκτικής εξετάσεως, πράγμα που προϋποθέτει τον προσδιορισμό των πιθανολογούμενων παραβάσεων και, στο πλαίσιο αυτό, τη διευκρίνιση ότι μπορεί να εκτεθεί σε αιτιάσεις που συνδέονται με την εν λόγω πιθανολογούμενη παράβαση, προκειμένου να λάβει τα μέτρα που κρίνει κατάλληλα για την απαλλαγή της και να ετοιμάσει έτσι την υπεράσπισή της στο στάδιο της κατ’ αντιπαράθεση διοικητικής διαδικασίας (απόφαση της 8ης Ιουλίου 2008, AC‑Treuhand κατά Επιτροπής, T-99/04, EU:T:2008:256, σκέψη 56).
182
Λαμβανομένης υπόψη της εξετάσεως του δεύτερου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως από την οποία συνήχθη το συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέρος που αφορά άλλες γραμμές πέραν της γραμμής Πράγα-Ostrava και κατά το μέρος που αφορά άλλη συμπεριφορά πέραν της εικαζόμενης πρακτικής τιμών κάτω του κόστους, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, κατά τα λοιπά, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως πληροί τις επιταγές του κανονισμού 1/2003 και της νομολογίας.
183
Υπό τις συνθήκες αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του σταδίου της προκαταρκτικής εξετάσεως της προβλεπόμενης στον κανονισμό 1/2003 διοικητικής διαδικασίας, πρέπει να θεωρηθεί ότι εκδόθηκε χωρίς να προσβληθούν τα δικαιώματα άμυνας της προσφεύγουσας.
184
Επομένως πρέπει να απορριφθεί και το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου ακυρώσεως που αφορά παράβαση του άρθρου 48 του Χάρτη και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
185
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο έκτος λόγος ακυρώσεως.
186
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι πρέπει, πρώτον, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά άλλες γραμμές πέραν της γραμμής Πράγα-Ostrava και άλλη συμπεριφορά πέραν της εικαζόμενης πρακτικής τιμών κάτω του κόστους και, δεύτερον, να απορριφθεί η προσφυγή κατά τα λοιπά.
Επί των δικαστικών εξόδων
187
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Πάντως, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ένας διάδικος φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και μέρος των εξόδων του αντιδίκου.
188
Εν προκειμένω, στο μέτρο που η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί εν μέρει, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση C(2016) 2417 τελικό της Επιτροπής, της 18ης Απριλίου 2016, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 20, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, η οποία απευθύνεται στην České dráhy a.s. και σε όλες τις εταιρίες που ελέγχονται ευθέως ή εμμέσως από αυτήν και διατάσσει τη διενέργεια ελέγχου (υπόθεση AT.40156 – Falcon), κατά το μέρος που αφορά άλλες γραμμές πέραν της γραμμής Πράγα-Ostrava και άλλη συμπεριφορά πέραν της εικαζόμενης πρακτικής τιμών κάτω του κόστους.
2)
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
3)
Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Collins
Barents
Passer
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 20 Ιουνίου 2018.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η τσεχική.
Amtliche Sprachfassungen
Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.
ČeštinaΕλληνικάEnglishEspañolFrançaisItalianoNederlandsPolskiPortuguêsRomână