Zum Inhalt springen

EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union

Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία – Δέσμευση κεφαλαίων – Κατάλογος των προσώπων, οντοτήτων και φορέων κατά των οποίων ισχύει η δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων – Διατήρηση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως

ECLI: ECLI:EU:T:2018:331Entscheidung vom: 06.06.2018

ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (έκτο τμήμα) της 6ης Ιουνίου 2018 ( *1 ) «Κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφάλειας – Περιοριστικά μέτρα λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία – Δέσμευση κεφαλαίων – Κατάλογος των προσώπων, οντοτήτων και φορέων κατά των οποίων ισχύει η δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων – Διατήρηση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως» Στην υπόθεση T‑258/17, Sergej Arbuzov, κάτοικος Κιέβου (Ουκρανία), εκπροσωπούμενος από τον M. Mleziva, δικηγόρο, προσφεύγων, κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενου από τους R. Pekař και J.‑P. Hix, καθού, με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, της αποφάσεως (ΚΕΠΠΑ) 2017/381 του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 2017, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/119/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ 2017, L 58, σ. 34), καθόσον το όνομα του προσφεύγοντος εξακολούθησε να περιλαμβάνεται στον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και φορέων κατά των οποίων ισχύουν τα περιοριστικά μέτρα αυτά, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα), συγκείμενο από τους G. Berardis (εισηγητή), πρόεδρο, D. Spielmann και Z. Csehi, δικαστές, γραμματέας: E. Coulon, εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση Ιστορικό της διαφοράς 1 Ο προσφεύγων, Sergej Arbuzov, κατείχε, μεταξύ άλλων, τα αξιώματα του διοικητή της Εθνικής Τράπεζας της Ουκρανίας και του Πρωθυπουργού της Ουκρανίας. 2 Στις 5 Μαρτίου 2014, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε, βάσει του άρθρου 29 ΣΕΕ, την απόφαση 2014/119/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 66, σ. 26). Το Συμβούλιο εξέδωσε αυθημερόν, βάσει του άρθρου 215, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, τον κανονισμό (ΕΕ) 208/2014 σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων ενόψει της κατάστασης στην Ουκρανία (ΕΕ 2014, L 66, σ. 1). 3 Με τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 της αποφάσεως 2014/119 διευκρινίζονται τα εξής: «(1) Στις 20 Φεβρουαρίου 2014, το Συμβούλιο καταδίκασε εντονότατα κάθε χρήση βίας στην Ουκρανία. Ζήτησε τον άμεσο τερματισμό της βίας στην Ουκρανία και τον πλήρη σεβασμό των ανθρώπινων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών. Κάλεσε την ουκρανική κυβέρνηση να επιδείξει τη μέγιστη δυνατή αυτοσυγκράτηση και τους ηγέτες της αντιπολίτευσης να αποστασιοποιηθούν από όσους καταφεύγουν σε ακραίες ενέργειες, περιλαμβανομένης της βίας. (2) Στις 3 Μαρτίου 2014, το Συμβούλιο αποφάσισε να εστιάσει τα περιοριστικά μέτρα στη δέσμευση και την ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων προσώπων που έχουν οριστεί ως υπεύθυνα για την [υπεξαίρεση ουκρανικού δημοσίου χρήματος] και προσώπων υπεύθυνων για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων, με σκοπό την παγίωση και την υποστήριξη του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων στην Ουκρανία.» 4 Το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως 2004/119 ορίζει τα ακόλουθα: «1.   Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην [κυριότητα] ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο προσώπων που έχουν αναγνωριστεί ως υπεύθυνα για την [υπεξαίρεση ουκρανικού δημοσίου χρήματος] και προσώπων υπεύθυνων για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων [στην Ουκρανία], καθώς και φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που συνδέονται με αυτά, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα. 2.   Απαγορεύεται η άμεση ή έμμεση διάθεση κεφαλαίων ή οικονομικών πόρων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, οντότητες ή φορείς που απαριθμούνται στο παράρτημα, ή προς όφελος αυτών.» 5 Οι όροι εφαρμογής της δεσμεύσεως αυτής κεφαλαίων καθορίζονται στις επόμενες παραγράφους του ιδίου άρθρου. 6 Σύμφωνα με την απόφαση 2014/119, ο κανονισμός 208/2014 επιβάλλει τη λήψη των επίμαχων περιοριστικών μέτρων και καθορίζει τους όρους εφαρμογής των περιοριστικών μέτρων αυτών χρησιμοποιώντας, κατ’ ουσίαν, διατύπωση πανομοιότυπη με εκείνη της ως άνω αποφάσεως. 7 Τα ονόματα των προσώπων κατά των οποίων ισχύουν τα περιοριστικά μέτρα περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος της αποφάσεως 2014/119 και στον κατάλογο του παραρτήματος I του κανονισμού 208/2014, οι οποίοι είναι μεταξύ τους πανομοιότυποι (στο εξής: επίμαχος κατάλογος), παρατιθεμένης, μεταξύ άλλων, της αιτιολογίας για την καταχώρισή τους. Αρχικώς, το όνομα του προσφεύγοντος δεν περιλαμβανόταν στον επίμαχο κατάλογο. 8 Στις 14 Απριλίου 2014, το Συμβούλιο εξέδωσε την εκτελεστική απόφαση 2014/216/ΚΕΠΠΑ, για την εφαρμογή της αποφάσεως 2014/119 (ΕΕ 2014, L 111, σ. 91), και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 381/2014, για την εφαρμογή του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ 2014, L 111, σ. 33). 9 Με την εκτελεστική απόφαση 2014/216 και τον εκτελεστικό κανονισμό 381/2014, το όνομα του προσφεύγοντος προστέθηκε στον κατάλογο, συνοδευόμενο από τα στοιχεία ταυτοποιήσεως «πρώην Πρωθυπουργός της Ουκρανίας» και την ακόλουθη αιτιολογία: «Πρόσωπο σε σχέση με το οποίο διεξάγεται έρευνα στην Ουκρανία για συμμετοχή σε εγκλήματα σχετιζόμενα με την υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων και την παράνομη μεταφορά τους εκτός Ουκρανίας.» 10 Στις 16 Ιουνίου 2014, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως 2014/119, όπως τροποποιήθηκε με την εκτελεστική απόφαση 2014/216, καθόσον η απόφαση αυτή τον αφορά. Η εν λόγω προσφυγή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου με αριθμό υποθέσεως T‑434/14. 11 Στις 29 Ιανουαρίου 2015, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/143, περί τροποποιήσεως της αποφάσεως 2014/119 (ΕΕ 2015, L 24, σ. 16), και τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/138, για την τροποποίηση του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ 2015, L 24, σ. 1). 12 Με την απόφαση 2015/143 διευκρινίσθηκαν, από 31ης Ιανουαρίου 2015, τα κριτήρια καθορισμού των προσώπων σε βάρος των οποίων ισχύει η δέσμευση κεφαλαίων, το δε άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119 αντικαταστάθηκε από το ακόλουθο κείμενο: «1.   Δεσμεύονται όλα τα κεφάλαια και όλοι οι οικονομικοί πόροι που βρίσκονται στην [κυριότητα] ή κατοχή ή τελούν υπό τον έλεγχο προσώπων που έχουν ταυτοποιηθεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων και προσώπων υπεύθυνων για παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων [στην Ουκρανία], καθώς και φυσικών ή νομικών προσώπων, οντοτήτων ή φορέων που συνδέονται με αυτά, όπως απαριθμούνται στο παράρτημα. Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης, στα πρόσωπα που έχουν ταυτοποιηθεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων συγκαταλέγονται και πρόσωπα για τα οποία οι ουκρανικές αρχές διεξάγουν έρευνες για: α) υπεξαίρεση ουκρανικών κρατικών κεφαλαίων ή [ιδιοποίηση περιουσιακών στοιχείων του ουκρανικού Δημοσίου] ή συνέργεια [στα αδικήματα αυτά], ή β) κατάχρηση εξουσίας από μέρους κρατικού [αξιωματούχου] με σκοπό την εξασφάλιση οφέλους για τον ίδιο/α ή τρίτους, προκαλώντας έτσι ζημία στα ουκρανικά δημόσια κεφάλαια ή [περιουσιακά στοιχεία], ή για συνέργεια [στην κατάχρηση αυτή].» 13 Ο κανονισμός 2015/138 τροποποίησε τον κανονισμό 208/2014 σύμφωνα με την απόφαση 2015/143. 14 Στο πλαίσιο επανεξετάσεως της καταστάσεως των προσώπων των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στον επίμαχο κατάλογο, το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2015/364, της 5ης Μαρτίου 2015, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/119 (ΕΕ 2015, L 62, σ. 25), και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2015/357, της 5ης Μαρτίου 2015, περί εφαρμογής του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ 2015, L 62, σ. 1) (στο εξής, από κοινού: πράξεις του Μαρτίου του 2015). 15 Με την απόφαση 2015/364 τροποποιήθηκε το άρθρο 5 της αποφάσεως 2014/119, παρατεινομένου του χρόνου ισχύος των περιοριστικών μέτρων, όσον αφορά τον προσφεύγοντα, έως τις 6 Μαρτίου 2016. 16 Με τις πράξεις του Μαρτίου του 2015 ενημερώθηκε, κατ’ ουσίαν, ο επίμαχος κατάλογος. Κατόπιν των εν λόγω τροποποιήσεων του καταλόγου αυτού, το όνομα του προσφεύγοντος εξακολούθησε να περιλαμβάνεται στον κατάλογο, με τα στοιχεία ταυτοποιήσεως «πρώην [Π]ρωθυπουργός της Ουκρανίας» και την ακόλουθη νέα αιτιολογία: «Πρόσωπο [κατά του οποίου] έχει κινηθεί ποινική διαδικασία από τις αρχές της Ουκρανίας για κατάχρηση δημόσιων κονδυλίων ή περιουσιακών στοιχείων [του Δημοσίου].» 17 Το Γενικό Δικαστήριο, με την απόφασή του της 28ης Ιανουαρίου 2016, Arbuzov κατά Συμβουλίου (T‑434/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:46), ακύρωσε την απόφαση 2014/119, όπως είχε τροποποιηθεί με την εκτελεστική απόφαση 2014/216, καθόσον αφορούσε τον προσφεύγοντα. 18 Στις 4 Μαρτίου 2016, το Συμβούλιο, κατόπιν επανεξετάσεως της καταστάσεως των προσώπων των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονταν στον επίμαχο κατάλογο, εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2016/318, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/119 (ΕΕ 2016, L 60, σ. 76), και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2016/311, για την εφαρμογή του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ 2016, L 60, σ. 1) (στο εξής, από κοινού: πράξεις του Μαρτίου του 2016). 19 Ειδικότερα, με την απόφαση 2016/318 τροποποιήθηκε το άρθρο 5 της αποφάσεως 2014/119, παρατεινομένου του χρόνου ισχύος των επίμαχων περιοριστικών μέτρων έως τις 6 Μαρτίου 2017. Η αιτιολογία όσον αφορά των προσφεύγοντα, η οποία παρατέθηκε εκ νέου στη σκέψη 16 ανωτέρω, δεν τροποποιήθηκε ούτε από την απόφαση 2016/318 ούτε από τον εκτελεστικό κανονισμό 2016/311. 20 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Μαΐου 2015, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση των πράξεων του Μαρτίου του 2015, καθόσον τον αφορούν. Η προσφυγή αυτή πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου με αριθμό υποθέσεως T‑221/15. Εν συνεχεία, ο προσφεύγων προσήρμοσε την προσφυγή, σύμφωνα με το άρθρο 86 του Κανονισμού Διαδικασίας του γενικού Δικαστηρίου, προκειμένου να ζητήσει και την ακύρωση των πράξεων του Μαρτίου του 2016, καθόσον τον αφορούν. 21 Στις 28 Απριλίου 2016, ο προσφεύγων υπέβαλε στο Συμβούλιο αίτηση, η οποία αφορούσε, κατ’ ουσίαν, τη διατήρηση σε ισχύ των εις βάρος του περιοριστικών μέτρων βάσει της αποφάσεως 2016/318. Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις του προσφεύγοντος, το Συμβούλιο έθεσε ερωτήσεις στο γραφείο του γενικού εισαγγελέα της Ουκρανίας (στο εξής: ΓΓΕ]. Οι απαντήσεις του εν λόγω γραφείου διαβιβάσθηκαν στο Συμβούλιο στις 16 Ιουνίου και στις 7 Ιουλίου 2016. 22 Με έγγραφο της 4ης Αυγούστου 2016, το Συμβούλιο απήντησε στην αίτηση του προσφεύγοντος της 28ης Απριλίου 2016, απορρίπτοντας τα επιχειρήματα του δευτέρου και παραπέμποντάς τον στις παρατηρήσεις που είχαν υποβληθεί στο πλαίσιο της υποθέσεως T‑221/15. Με την ευκαιρία αυτή, το Συμβούλιο παρέσχε επίσης στον προσφεύγοντα πρόσβαση στα συμπληρωματικά στοιχεία που είχε κοινοποιήσει το ΓΓΕ. 23 Στις 4 Οκτωβρίου 2016, ο προσφεύγων υπέβαλε στο Συμβούλιο νέα αίτηση επανεξετάσεως των εις βάρος του περιοριστικών μέτρων. 24 Με έγγραφο της 12ης Δεκεμβρίου 2016, το Συμβούλιο γνωστοποίησε στον προσφεύγοντα την πρόθεσή του να διατηρήσει σε ισχύ τα εις βάρος του προσφεύγοντος περιοριστικά μέτρα, του κοινοποίησε τους λόγους στους οποίους στηριζόταν η απόφασή του αυτή, καθώς και δύο έγγραφα του ΓΓΕ, εκ των οποίων το πρώτο με ημερομηνία 25 Ιουλίου 2016, το δε δεύτερο με ημερομηνία 16 Νοεμβρίου 2016. Κάλεσε επίσης τον προσφεύγοντα να υποβάλει ενδεχόμενες παρατηρήσεις του έως τις 13 Ιανουαρίου 2017, το αργότερο. 25 Στις 14 Δεκεμβρίου 2016, ο προσφεύγων υπέβαλε στο Συμβούλιο νέα αίτηση επανεξετάσεως, την οποία συμπλήρωσε με έγγραφο της 13ης Ιανουαρίου 2017. 26 Το Συμβούλιο έθεσε στο ΓΓΕ συμπληρωματική ερώτηση. Η απάντηση του εν λόγω γραφείου διαβιβάσθηκε στο Συμβούλιο στις 11 Ιανουαρίου 2017. Με επιστολή της 27ης Ιανουαρίου 2017, το Συμβούλιο κοινοποίησε την απάντηση αυτή στον προσφεύγοντα, διευκρινίζοντάς του ότι είχε τη δυνατότητα να υποβάλει συναφώς ενδεχόμενες παρατηρήσεις έως τις 10 Φεβρουαρίου 2017. 27 Με επιστολή της 7ης Φεβρουαρίου 2017, το Συμβούλιο διαβίβασε στον προσφεύγοντα το έγγραφο του ΓΓΕ της 27ης Ιανουαρίου 2017, το οποίο είχε λάβει εν τω μεταξύ και το οποίο περιείχε επικαιροποιημένα στοιχεία σχετικά με την πρόοδο της ποινικής διαδικασίας που αφορούσε τον προσφεύγοντα, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία έως τις 13 Φεβρουαρίου 2017 προκειμένου να υποβάλει συναφώς ενδεχόμενες παρατηρήσεις, κάτι το οποίο έπραξε ο προσφεύγων με έγγραφο της 10ης Φεβρουαρίου 2017. 28 Στις 3 Μαρτίου 2017, το Συμβούλιο, κατόπιν επανεξετάσεως της καταστάσεως των προσώπων των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονταν στον κατάλογο, εξέδωσε την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2017/381, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/119 (ΕΕ 2017, L 58, σ. 34, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), και τον εκτελεστικό κανονισμό (ΕΕ) 2017/374, για την εφαρμογή του κανονισμού 208/2014 (ΕΕ 2017, L 58, σ. 1). 29 Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιήθηκε το άρθρο 5 της αποφάσεως 2014/119, παρατεινομένης της ισχύος των επίμαχων περιοριστικών μέτρων έως τις 6 Μαρτίου 2018. Η, παρατιθέμενη στη σκέψη 16 ανωτέρω, αιτιολογία όσον αφορά τον προσφεύγοντα δεν τροποποιήθηκε ούτε με την προσβαλλόμενη απόφαση ούτε με τον εκτελεστικό κανονισμό 2017/374. 30 Στις 6 Μαρτίου 2017, το Συμβούλιο απηύθυνε στον προσφεύγοντα επιστολή με την οποία απέρριπτε τα επιχειρήματα που είχε προβάλει ο δεύτερος στις επιστολές του της 14ης Δεκεμβρίου 2016, της 13ης Ιανουαρίου και της 10ης Φεβρουαρίου 2017 αντιτασσόμενος στην ανανέωση της ισχύος των περιοριστικών μέτρων εις βάρος του. Το Συμβούλιο παρέπεμψε τον προσφεύγοντα, μεταξύ άλλων, στα έγγραφα που του είχε κοινοποιήσει με τις προηγούμενες επιστολές του, καθώς και στις παρατηρήσεις που είχε υποβάλει στο πλαίσιο της υποθέσεως T‑221/15. Το Συμβούλιο επισύναψε στην επιστολή του αντίτυπο της προσβαλλομένης αποφάσεως και επισήμανε στον προσφεύγοντα ότι έως την 1η Δεκεμβρίου 2017 είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του όσον αφορά ενδεχόμενη παράταση της ισχύος των μέτρων αυτών πέραν της 6ης Μαρτίου 2018. 31 Με απόφασή του της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου (T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478), το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή του προσφεύγοντος όσον αφορά τόσο τις πράξεις του Μαρτίου του 2015 όσο και εκείνες του Μαρτίου του 2016. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων 32 Mε δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 3 Μαΐου 2017, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. 33 Στις 14 Ιουλίου 2017, το Συμβούλιο κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως. Αυθημερόν, υπέβαλε αιτιολογημένη αίτηση, σύμφωνα με το άρθρο 66 του Κανονισμού Διαδικασίας, ζητώντας να μην περιληφθεί στα έγγραφα της υποθέσεως αυτής στα οποία έχει πρόσβαση το κοινό το περιεχόμενο ορισμένων εγγράφων που επισυνάπτονταν ως παραρτήματα στο υπόμνημα αντικρούσεως. 34 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 27 Ιουλίου 2017, ο προσφεύγων προσκόμισε νέα αποδεικτικά στοιχεία, κατά την έννοια του άρθρου 85 του Κανονισμού Διαδικασίας, σχετικά με το ότι το όνομά του είχε εν τω μεταξύ διαγραφεί από τον κατάλογο των προσώπων που καταζητούνται διεθνώς, τον οποίο καταρτίζει η Ιντερπόλ, δηλαδή η διεθνής οργάνωση αστυνομίας διώξεως εγκλήματος. 35 Το Συμβούλιο κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου τις παρατηρήσεις του επί των νέων αποδεικτικών στοιχείων στις 25 Αυγούστου 2017. 36 Δεδομένου ότι ο προσφεύγων δεν κατέθεσε υπόμνημα απαντήσεως εντός της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας, η έγγραφη διαδικασία περατώθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2017. 37 Στις 11 Δεκεμβρίου 2017, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφάσισε να θέσει στους διαδίκους ερωτήσεις που έπρεπε να απαντηθούν γραπτώς, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας κατά το άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας. Οι διάδικοι απάντησαν εμπροθέσμως στις ερωτήσεις αυτές, προσκομίζοντας τα σχετικά δικαιολογητικά έγγραφα. 38 Βάσει του άρθρου 106, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, ελλείψει αιτήσεως κύριου διαδίκου για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, υποβληθείσας εντός τριών εβδομάδων από την επίδοση στους διαδίκους του εγγράφου με το οποίο γνωστοποιείται η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, το Γενικό Δικαστήριο δύναται να αποφανθεί επί της προσφυγής χωρίς να διεξαχθεί προφορική διαδικασία. Εν προκειμένω, το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας ότι έχει ενημερωθεί επαρκώς από τη δικογραφία, αποφάσισε, ελλείψει τέτοιας αιτήσεως, να αποφανθεί χωρίς να διεξαχθεί προφορική διαδικασία. 39 Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο: – να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον τον αφορά· – να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα. 40 Το Συμβούλιο ζητεί, κατ’ ουσίαν, από το Γενικό Δικαστήριο: – να απορρίψει την προσφυγή· – επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, να κρίνει ότι εξακολουθούν να ισχύουν τα αποτελέσματα της αποφάσεως αυτής μέχρι την εκπνοή της προβλεπόμενης για την άσκηση αναιρέσεως προθεσμίας και, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως, μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως· – να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα. Σκεπτικό 41 Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει, κατ’ ουσίαν, τέσσερις λόγους ακυρώσεως, με τον πρώτο εκ των οποίων προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, με τον δεύτερο προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, με τον τρίτο πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και με τον τέταρτο προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως 42 Επικαλούμενος το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης), ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Συμβούλιο δεν μπορούσε να περιορισθεί στην αιτιολογία που παρατέθηκε εκ νέου στη σκέψη 16 ανωτέρω προκειμένου να διατηρήσει το όνομα του προσφεύγοντος στον επίμαχο κατάλογο με την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. 43 Το Συμβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος. 44 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «[ο]ι νομικές πράξεις αιτιολογούνται». 45 Βάσει του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη, στον οποίο το άρθρο 6, παράγραφος 1, ΣΕΕ αναγνωρίζει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες, το δικαίωμα χρηστής διοικήσεως περιλαμβάνει ιδίως «την υποχρέωση της διοίκησης να αιτιολογεί τις αποφάσεις της». 46 Κατά πάγια νομολογία, η απαιτούμενη βάσει του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της προσβαλλομένης πράξεως και στο πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εκδόθηκε. Από την αιτιολογία αυτή πρέπει να συνάγεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο το σκεπτικό του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στον μεν ενδιαφερόμενο να λάβει γνώση των λόγων για τους οποίους ελήφθη το μέτρο, στο δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να ασκήσει τον εκ μέρους του έλεγχο. Η υποχρέωση αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως (βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 47 Η αιτιολογία δεν απαιτείται να προσδιορίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία πράξεως πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ και του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το γράμμα της, αλλά και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται, καθώς και το σύνολο των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα. Επομένως, μια βλαπτική πράξη είναι επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον εκδόθηκε εντός γνωστού στον ενδιαφερόμενο πλαισίου, το οποίο του παρέχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενο του εις βάρος του ληφθέντος μέτρου. Αφετέρου, ο βαθμός ακρίβειας της αιτιολογίας πράξεως πρέπει να είναι ανάλογος των υλικών δυνατοτήτων και των τεχνικών συνθηκών ή της προθεσμίας εντός της οποίας πρέπει να εκδοθεί (βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 64 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 48 Ειδικότερα, η αιτιολογία μέτρου δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων δεν μπορεί, καταρχήν, να συνίσταται απλώς σε μια γενική και στερεότυπη διατύπωση. Με την επιφύλαξη των όσων εκτέθηκαν στη σκέψη 47 ανωτέρω, στην αιτιολογία ενός τέτοιου μέτρου πρέπει, αντιθέτως, να παρατίθενται οι ειδικοί και συγκεκριμένοι λόγοι για τους οποίους το Συμβούλιο εκτιμά ότι η ισχύουσα νομοθεσία έχει εφαρμογή στην περίπτωση του ενδιαφερομένου (βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 49 Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως πράξεως αποτελεί ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι αυτό αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίμαχης πράξεως. Πράγματι, η αιτιολογία αποφάσεως συνίσταται στην επίσημη παράθεση του σκεπτικού στο οποίο στηρίζεται η απόφαση αυτή. Εάν το σκεπτικό αυτό ενέχει σφάλματα, αυτά πλήττουν την ουσιαστική νομιμότητα της αποφάσεως, αλλά όχι την αιτιολογία της, η οποία μπορεί να είναι επαρκής έστω και αν παραθέτει εσφαλμένο σκεπτικό (βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 66 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 50 Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η αιτιολογία που επελέγη κατά τη διατήρηση του ονόματος του προσφεύγοντος στον επίμαχο κατάλογο με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψη 16 ανωτέρω) είναι ειδική και συγκεκριμένη, παραθέτει δε τα στοιχεία που αποτελούν τη βάση της εν λόγω διατηρήσεως, δηλαδή το ότι οι ουκρανικές αρχές έχουν κινήσει εις βάρος του ποινική διαδικασία για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος και ιδιοποίηση περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου. 51 Επιπλέον, η διατήρηση σε ισχύ των μέτρων εις βάρος του προσφεύγοντος αποφασίσθηκε εντός πλαισίου γνωστού στον προσφεύγοντα, ο οποίος είχε ενημερωθεί, στο πλαίσιο της αλληλογραφίας του με το Συμβούλιο, μεταξύ άλλων, για τα έγγραφα του ΓΓΕ της 25ης Ιουλίου και της 16ης Νοεμβρίου 2016 και της 27ης Ιανουαρίου 2017, καθώς και για τις απαντήσεις του ΓΓΕ στις ερωτήσεις του Συμβουλίου (βλ. σκέψεις 21, 22, 24, 26 και 27 ανωτέρω) (στο εξής, και από κοινού: προερχόμενα από το ΓΓΕ νέα έγγραφα), στοιχεία στα οποία στήριξε το Συμβούλιο τη διατήρηση σε ισχύ των εν λόγω περιοριστικών μέτρων (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 52 Με τα προερχόμενα από το ΓΓΕ νέα έγγραφα γνωστοποιούνται η επιφορτισμένη με τις έρευνες αρχή, ο αριθμός και η ημερομηνία κινήσεως της σχετικής ποινικής διαδικασίας κατά του προσφεύγοντος, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία του προσάπτονται, τα λοιπά πρόσωπα και οργανισμοί που αφορά η υπόθεση, το ποσό των κεφαλαίων του Δημοσίου τα οποία προβάλλεται ότι υπεξαίρεσε ο προσφεύγων, τα εφαρμοστέα άρθρα του ουκρανικού ποινικού κώδικα και το ότι ο προσφεύγων ενημερώθηκε εγγράφως για τις υφιστάμενες εις βάρος του υποψίες (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 69), μνημονεύεται δε η έκδοση εκ μέρους του δικαστηρίου της περιφέρειας [εμπιστευτικό] ( 1 ) (στο εξής: δικαστήριο της περιφέρειας) αποφάσεως της 15ης Φεβρουαρίου 2016 (στο εξής: απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016), με την οποία παρέχεται η άδεια στο ΓΓΕ να συνεχίσει τη διαδικασία ερήμην. 53 Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι με την αιτιολογία που προέκρινε το Συμβούλιο απλώς παρατίθεται εκ νέου η διατύπωση των κριτηρίων προσδιορισμού ή ότι η αιτιολογία αυτή δεν μνημονεύει τους ειδικούς και συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους το όνομα του προσφεύγοντος εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στον επίμαχο κατάλογο (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 70). 54 Δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη καθόσον αφορά τον προσφεύγοντα, πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος ακυρώσεως και να εξετασθεί ο τρίτος λόγος, προκειμένου να διερευνηθεί αν οι λόγοι στους οποίους στηρίχθηκε το Συμβούλιο για να διατηρήσει το όνομα του προσφεύγοντος στον επίμαχο κατάλογο ενέχουν πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, όπως αυτός διατείνεται. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως 55 Ο προσφεύγων υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το Συμβούλιο, διατηρώντας σε ισχύ τα εις βάρος του περιοριστικά μέτρα με την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, στηριζόμενο σε συνοπτική ανάλυση της περιπτώσεώς του, την οποία είχε συντάξει το ΓΓΕ, χωρίς να ζητήσει επιπλέον στοιχεία και χωρίς να εξετάσει με την απαιτούμενη επιμέλεια τα απαλλακτικά αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισε στο Συμβούλιο ο προσφεύγων. 56 Το Συμβούλιο αντιτείνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε επαρκώς βάσιμα στοιχεία, αποτελούμενα ιδίως από τα προερχόμενα από το ΓΓΕ νέα έγγραφα. Εισαγωγικές παρατηρήσεις 57 Υπενθυμίζεται, αφενός, ότι το κριτήριο προσδιορισμού το οποίο προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της αποφάσεως 2014/119, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2015/143 (στο εξής: σχετικό κριτήριο), και βάσει του οποίου το όνομα του προσφεύγοντος εξακολουθεί να περιλαμβάνεται στον επίμαχο κατάλογο δυνάμει της προσβαλλομένης αποφάσεως, έχει εφαρμογή στην περίπτωση προσώπων που «έχουν ταυτοποιηθεί ως υπεύθυνα» πράξεων υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος –κριτήριο το οποίο περιλαμβάνει τα πρόσωπα «για τα οποία οι ουκρανικές αρχές διεξάγουν έρευνες» για υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος ή ιδιοποίηση περιουσιακών στοιχείων του ουκρανικού Δημοσίου– και, αφετέρου, ότι το σχετικό κριτήριο έχει την έννοια ότι δεν αφορά κατά τρόπο αφηρημένο κάθε πράξη υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος, αλλά πρωτίστως πράξεις υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος ή ιδιοποιήσεως περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου δυνάμενες να θίξουν τον σεβασμό του κράτους δικαίου στην Ουκρανία (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 97 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 58 Το όνομα του προσφεύγοντος εξακολούθησε να περιλαμβάνεται στον επίμαχο κατάλογο βάσει της προσβαλλομένης αποφάσεως για τον λόγο ότι επρόκειτο για «[π]ρόσωπο για το οποίο έχει κινηθεί ποινική διαδικασία από τις αρχές της Ουκρανίας για [υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος] ή [ιδιοποίηση] περιουσιακών στοιχείων [του Δημοσίου]». 59 Επί της βάσεως αυτής, πρέπει να εξετασθεί αν η διατήρηση του ονόματος του προσφεύγοντος στον κατάλογο αποφασίσθηκε από το Συμβούλιο κατά τρόπο αμερόληπτο και δίκαιο, λαμβανομένων υπόψη της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων που είχε στη διάθεσή του, του σκεπτικού στο οποίο στηρίζεται η διατήρηση αυτή και του σχετικού κριτηρίου. 60 Υπενθυμίζεται ότι, μολονότι το Συμβούλιο διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως ως προς τα γενικά κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για την επιβολή περιοριστικών μέτρων, η αποτελεσματικότητα του δικαστικού ελέγχου που κατοχυρώνεται βάσει του άρθρου 47 του Χάρτη επιτάσσει, στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας των λόγων στους οποίους στηρίζεται η απόφαση περί καταχωρίσεως ή διατηρήσεως του ονόματος συγκεκριμένου προσώπου στον κατάλογο των προσώπων εις βάρος των οποίων επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα, να διακριβώνει το δικαιοδοτικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι η απόφαση αυτή, η οποία έχει ατομική ισχύ για το εν λόγω πρόσωπο, στηρίζεται σε επαρκώς βάσιμα στοιχεία. Τούτο προϋποθέτει έλεγχο των πραγματικών περιστατικών που παρατίθενται στην αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως, έτσι ώστε, κατά τον δικαστικό έλεγχο, να μην εκτιμάται απλώς η αφηρημένη πιθανολόγηση της βασιμότητας των προβαλλομένων λόγων, αλλά να εξετάζεται το ζήτημα εάν οι λόγοι αυτοί, ή, τουλάχιστον, ένας εξ αυτών που θεωρείται αφ’ εαυτού επαρκής για να στηρίξει την ιδία αυτή απόφαση, είναι τεκμηριωμένοι κατά τρόπο αρκούντως ακριβή και συγκεκριμένο (βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 100 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 61 Επιπλέον, κατά τη νομολογία σχετικά με τις αποφάσεις περί διατηρήσεως της καταχωρίσεως ονόματος προσώπου στον κατάλογο των προσώπων κατά των οποίων ισχύουν τα περιοριστικά μέτρα, οσάκις το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ή η ενδιαφερόμενη οντότητα διατυπώνει παρατηρήσεις επί της αιτιολογικής εκθέσεως, η αρμόδια αρχή της Ένωσης οφείλει να εξετάσει, με επιμέλεια και αμεροληψία, το βάσιμο των προβαλλομένων λόγων, με γνώμονα τις παρατηρήσεις αυτές και, ενδεχομένως, των συνημμένων σε αυτές απαλλακτικών στοιχείων. Εξάλλου, το Συμβούλιο, στο πλαίσιο της λήψεως περιοριστικών μέτρων, υπέχει την υποχρέωση να τηρεί την αρχή της χρηστής διοικήσεως, η οποία κατοχυρώνεται με το άρθρο 41 του Χάρτη, αρχή στην οποία συναρτάται, κατά πάγια νομολογία, η υποχρέωση του αρμόδιου θεσμικού οργάνου να εξετάζει με επιμέλεια και αμεροληψία όλα τα κρίσιμα στοιχεία της συγκεκριμένης περιπτώσεως (βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 101 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 62 Κατά πάγια επίσης νομολογία, για να εκτιμηθεί το είδος, ο τρόπος και ο βαθμός της αποδείξεως που μπορεί να βαρύνει το Συμβούλιο, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η φύση και το ειδικό περιεχόμενο των περιοριστικών μέτρων, καθώς και ο σκοπός τους (βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 102 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 63 Όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές σκέψεις 1 και 2 της αποφάσεως 2014/119, η απόφαση αυτή εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο πολιτικής της Ένωσης με σκοπό την παροχή στηρίξεως στις ουκρανικές αρχές προκειμένου να ενισχυθεί η πολιτική σταθερότητα στην Ουκρανία. Ανταποκρίνεται, επομένως, στους σκοπούς της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, οι οποίοι ορίζονται, ειδικότερα, με το άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, ΣΕΕ, βάσει του οποίου η Ένωση θέτει σε εφαρμογή πολιτική διεθνούς συνεργασίας με σκοπό την εδραίωση και στήριξη της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των αρχών του διεθνούς δικαίου (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 103 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 64 Εντός αυτού ακριβώς του πλαισίου τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα προβλέπουν τη δέσμευση των κεφαλαίων και των οικονομικών πόρων των προσώπων, ιδίως, που έχουν ταυτοποιηθεί ως υπεύθυνα για την υπεξαίρεση χρήματος του ουκρανικού Δημοσίου. Πράγματι, η διευκόλυνση της ανακτήσεως των κεφαλαίων αυτών καθιστά δυνατή την ενίσχυση και τη στήριξη του κράτους δικαίου στην Ουκρανία (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 104). 65 Ως εκ τούτου, τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα δεν αποσκοπούν στην επιβολή κυρώσεων για τις αξιόποινες πράξεις που υποστηρίζεται ότι τέλεσαν τα συγκεκριμένα πρόσωπα ούτε στη διά καταναγκασμού αποτροπή τους από την τέλεση τέτοιων πράξεων. Τα μέτρα αυτά σκοπούν αποκλειστικώς να καταστήσουν ευχερή την εκ μέρους των ουκρανικών αρχών διαπίστωση πράξεων υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος και να διασφαλίσουν τη δυνατότητα των αρχών αυτών να ανακτήσουν το προϊόν των πράξεων υπεξαιρέσεως. Είναι, επομένως, αμιγώς προληπτικής φύσεως (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 105 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 66 Συνεπώς, τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα, τα οποία εκδόθηκαν από το Συμβούλιο βάσει των αρμοδιοτήτων που του έχουν ανατεθεί δυνάμει των άρθρων 21 και 29 ΣΕΕ, δεν έχουν ποινική χροιά. Δεν μπορούν, επομένως, να εξομοιωθούν με απόφαση περί δεσμεύσεως περιουσιακών στοιχείων εκδοθείσα από εθνική δικαιοδοτική αρχή κράτους μέλους στο πλαίσιο της εφαρμοστέας ποινικής διαδικασίας, τηρουμένων των εγγυήσεων που παρέχει η διαδικασία αυτή. Κατά συνέπεια, οι υποχρεώσεις που υπέχει το Συμβούλιο όσον αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η καταχώριση του ονόματος προσώπου στον κατάλογο εκείνων κατά των οποίων ισχύει αυτή η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων δεν μπορούν να είναι πανομοιότυπες εκείνων που υπέχει η εθνική δικαιοδοτική αρχή στην προμνημονευθείσα περίπτωση (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 106 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 67 Υπενθυμίζεται επίσης ότι το Συμβούλιο δεν υποχρεούται να διενεργεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως και συστηματικώς, έρευνες ή να προβαίνει σε ελέγχους προκειμένου να λάβει συμπληρωματικές διευκρινίσεις οσάκις διαθέτει στοιχεία τα οποία έχουν παράσχει οι αρχές τρίτης χώρας ώστε να επιβάλει περιοριστικά μέτρα εις βάρος προσώπων που προέρχονται από τη χώρα αυτή, στην οποία και διώκονται δικαστικώς (βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 107 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 68 Εν προκειμένω, το Συμβούλιο επιβάλλεται να ελέγξει, αφενός, κατά πόσον τα προερχόμενα από το ΓΓΕ νέα έγγραφα στα οποία προτίθεται να στηριχθεί καθιστούν δυνατό να αποδειχθεί ότι, όπως επισημαίνεται με τους, υπομνησθέντες στη σκέψη 58 ανωτέρω, λόγους καταχωρίσεως του ονόματος του προσφεύγοντος στον επίμαχο κατάλογο, κατά του προσώπου αυτού έχει κινηθεί από τις ουκρανικές αρχές ποινική διαδικασία για πράξεις δυνάμενες να αποτελούν υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος και, αφετέρου, αν η διαδικασία αυτή καθιστά δυνατό τον χαρακτηρισμό των ενεργειών του προσώπου αυτού συμφώνως προς το σχετικό κριτήριο. Μόνο σε περίπτωση κατά την οποία οι έλεγχοι αυτοί δεν καταλήξουν σε ασφαλή πορίσματα, λαμβανομένης υπόψη της προμνημονευθείσας στη σκέψη 61 ανωτέρω νομολογίας, το Συμβούλιο οφείλει να διενεργήσει επιπλέον ελέγχους (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 108 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 69 Εξάλλου, στο πλαίσιο της συνεργασίας που διέπεται από τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα (βλ. σκέψη 63 ανωτέρω), δεν απόκειται, καταρχήν, στο Συμβούλιο να εξετάζει και να εκτιμά το ίδιο την ακρίβεια και τη σημασία των στοιχείων επί των οποίων στηρίζονται οι ουκρανικές αρχές για την κίνηση και διεξαγωγή ποινικών διαδικασιών κατά του προσφεύγοντος για πράξεις που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος. Πράγματι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 65 ανωτέρω, το Συμβούλιο, λαμβάνοντας τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα, δεν επιδιώκει να επιβάλει το ίδιο κυρώσεις για τις πράξεις υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος τις οποίες διερευνούν οι ουκρανικές αρχές, αλλά να διασφαλίσει τη δυνατότητα των αρχών αυτών να διαπιστώσουν την τέλεση των εν λόγω πράξεων υπεξαιρέσεως, ανακτώντας παράλληλα το προϊόν τους. Επομένως, στις αρχές αυτές απόκειται, στο πλαίσιο των εν λόγω διαδικασιών, να διακριβώσουν τα στοιχεία στα οποία στηρίζονται και, ενδεχομένως, να συναγάγουν εξ αυτών τα προσήκοντα συμπεράσματα όσον αφορά την περάτωση των οικείων διαδικασιών (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 109 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 70 Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από τη νομολογία, από την οποία προκύπτει ότι δεν απόκειται στο Συμβούλιο να διακριβώσει αν είναι βάσιμες οι έρευνες κατά του ενδιαφερόμενου, αλλά μόνον το βάσιμο της αποφάσεως περί δεσμεύσεως κεφαλαίων με γνώμονα τις έρευνες αυτές (βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 110 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 71 Βεβαίως, το Συμβούλιο δεν μπορεί να υιοθετεί, υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, τις διαπιστώσεις των ουκρανικών αρχών που περιλαμβάνονται στα διαβιβαζόμενα από αυτές έγγραφα. Μια τέτοια συμπεριφορά δεν θα ήταν σύμφωνη με την αρχή της χρηστής διοικήσεως ούτε, εν γένει, με την υποχρέωση των θεσμικών οργάνων της Ένωσης περί σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, βάσει της συνδυασμένης εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ και του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη (βλ. απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 111 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 72 Ωστόσο, απόκειται στο Συμβούλιο να εκτιμήσει, αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως, την ανάγκη διενέργειας επιπλέον ελέγχων, ιδίως δε να ζητήσει από τις ουκρανικές αρχές να του κοινοποιήσουν επιπλέον αποδεικτικά στοιχεία εφόσον τα ήδη προσκομισθέντα αποδεικνύονται ανεπαρκή ή ενέχουν αντιφάσεις. Πράγματι, δεν αποκλείεται τα στοιχεία που έχουν γνωστοποιηθεί στο Συμβούλιο, είτε από τις ίδιες τις ουκρανικές αρχές είτε με άλλον τρόπο, να εγείρουν σε αυτό αμφιβολίες ως προς τον επαρκή χαρακτήρα των αποδεικτικών στοιχείων που έχουν ήδη προσκομίσει οι αρχές αυτές. Εξάλλου, στο πλαίσιο της δυνατότητας που πρέπει να παρέχεται στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να υποβάλλουν παρατηρήσεις ως προς τους λόγους βάσει των οποίων το Συμβούλιο προτίθεται να διατηρήσει το όνομά τους στον επίμαχο κατάλογο, τα πρόσωπα αυτά δύνανται να προσκομίζουν τέτοια στοιχεία, ενδεχομένως δε και απαλλακτικά, τα οποία καθιστούν αναγκαία την εκ μέρους του Συμβουλίου διενέργεια επιπλέον ελέγχων. Ειδικότερα, μολονότι δεν απόκειται στο Συμβούλιο να υποκαταστήσει τις ουκρανικές δικαστικές αρχές κατά την εκτίμηση του βασίμου των ποινικών διαδικασιών που μνημονεύονται στα έγγραφα του ΓΓΕ, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των παρατηρήσεων του προσφεύγοντος, το θεσμικό όργανο αυτό να υποχρεούται να ζητήσει από τις ουκρανικές αρχές διευκρινίσεις όσον αφορά τα στοιχεία στα οποία στηρίζονται οι διαδικασίες αυτές (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 112 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 73 Τα ειδικότερα επιχειρήματα του προσφεύγοντος, τα οποία σχετίζονται, κατ’ ουσίαν, με το αντικείμενο της διαδικασίας η οποία τον αφορά και την πρόοδό της, πρέπει να εξετασθούν με γνώμονα τα προεκτεθέντα. Επί του αντικειμένου της κατά του προσφεύγοντος ποινικής διαδικασίας 74 Ο προσφεύγων, στηριζόμενος σε πλείονα έγγραφα, υποστηρίζει ότι η αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται και στην οποία βασίζονται τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα δεν προκάλεσε καμία απώλεια κεφαλαίων στην Εθνική Τράπεζα της Ουκρανίας και, επομένως, στο Ουκρανικό Δημόσιο. Συνεπώς, καμία υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος δεν δύναται να καταλογισθεί στον προσφεύγοντα. 75 Το Συμβούλιο υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι οι προσαπτόμενες στον προσφεύγοντα πράξεις εμπίπτουν στην έννοια της «υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος», ανεξαρτήτως του ζητήματος αν η υπεξαίρεση αυτή προσπόρισε όφελος στον προσφεύγοντα ή σε τρίτον. Κατά το Συμβούλιο, τα αποδεικτικά στοιχεία που προέβαλε ο προσφεύγων δεν καταδεικνύουν ότι το Ουκρανικό Δημόσιο δεν υπέστη ζημία εξαιτίας των εν λόγω πράξεων. 76 Διαπιστώνεται εν προκειμένω ότι το Συμβούλιο στηρίζει τη διατήρηση σε ισχύ των περιοριστικών μέτρων κατά του προσφεύγοντος κυρίως στα έγγραφα του ΓΓΕ της 25ης Ιουλίου και της 16ης Νοεμβρίου 2016 και της 27ης Ιανουαρίου 2017. 77 Με το έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2016, το ΓΓΕ υπενθυμίζει τα ακόλουθα: – [εμπιστευτικό] – [εμπιστευτικό] – [εμπιστευτικό] – [εμπιστευτικό] – [εμπιστευτικό] – [εμπιστευτικό]. 78 Με το έγγραφο της 16ης Νοεμβρίου 2016, το ΓΓΕ επισήμανε ότι δεν υπήρχαν επιπλέον στοιχεία όσον αφορά τη διαδικασία [εμπιστευτικό]. 79 Με το έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 2017, το ΓΓΕ διαβίβασε στοιχεία τα οποία συμπίπτουν κατ’ ουσίαν με εκείνα που περιέχονται στο έγγραφο της 25ης Ιουλίου 2016, διευκρινίζοντας επιπλέον ότι [εμπιστευτικό] η υπεξαίρεση του ποσού αυτού είχε μειώσει τις δυνατότητες της Εθνικής Τράπεζας της Ουκρανίας να διασφαλίσει τη σταθερότητα του εθνικού νομίσματος και, ως εκ τούτου, είχε προκαλέσει ζημία στο Ουκρανικό Δημόσιο. Στο έγγραφό του, το ΓΓΕ μνημόνευσε την απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016 και επισήμανε ότι εξακολουθούσε να εκκρεμεί η σχετική προανάκριση. 80 Επιπλέον, επισημαίνεται ότι το Συμβούλιο, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, είχε στη διάθεσή του και στοιχεία που είχε λάβει από το ΓΓΕ σε απάντηση των εκ μέρους του ερωτήσεων. 81 Επομένως, με τις απαντήσεις που υπέβαλε στο Συμβούλιο στις 7 Ιουλίου 2016, πρώτον, το ΓΓΕ επισήμανε κατ’ ουσίαν [εμπιστευτικό]. 82 [εμπιστευτικό]. 83 [εμπιστευτικό]. 84 Ως εκ τούτου, η διατήρηση σε ισχύ των περιοριστικών μέτρων έναντι του προσφεύγοντος στηριζόταν σε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία παρείχαν στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να διαπιστώσει άνευ αμφιβολίας την ύπαρξη διαδικασίας η οποία είχε κινηθεί από τις ουκρανικές δικαστικές αρχές κατά του προσφεύγοντος και η οποία αφορούσε το αδίκημα της υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος. 85 Πράγματι, επισημαίνεται ότι, λαμβάνοντας υπόψη τα προερχόμενα από το ΓΓΕ νέα έγγραφα, το Συμβούλιο είχε στη διάθεσή του τον αριθμό υποθέσεως της σχετικής διαδικασίας, την ημερομηνία κινήσεώς της, την αξιόποινη πράξη για την τέλεση της οποίας θεωρείται ύποπτος ο προσφεύγων, το αντίστοιχο άρθρο του ουκρανικού ποινικού κώδικα, τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και την ημερομηνία κοινοποιήσεως της ειδοποιήσεως με την οποία ενημερώθηκε εγγράφως ο προσφεύγων για τις υφιστάμενες εις βάρος του υποψίες. Τα εν λόγω έγγραφα καταδεικνύουν ότι η διαδικασία αυτή διενεργείται για πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν χαρακτηρισθεί με τρόπο επαρκώς συγκεκριμένο και ακριβή, οπότε δεν καταλείπουν καμία αμφιβολία ως προς την προβαλλόμενη συμμετοχή του προσφεύγοντος σε αξιόποινες πράξεις, τούτο δε κατά μείζονα λόγο λαμβανομένου υπόψη ότι τα πραγματικά στοιχεία της αξιόποινης πράξεως δεν αμφισβητούνται και δεν ενέχουν αντιφάσεις, χαρακτηρίζονται δε νομικώς από τις ουκρανικές αρχές ως υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, στοιχείο που πληροί το σχετικό κριτήριο. 86 Επιπλέον, τα έγγραφα που γνωστοποιήθηκαν στο Συμβούλιο αποτελούν πράξεις του ΓΓΕ, δηλαδή μίας εκ των ανώτατων δικαστικών αρχών της Ουκρανίας. Πράγματι, το ΓΓΕ ενεργεί ως εισαγγελική αρχή κατά την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και διεξάγει προανακρίσεις στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών σχετικών, μεταξύ άλλων, με την υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος (βλ., σχετικώς, απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2017, Yanukovych κατά Συμβουλίου, C‑598/16 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2017:786, σκέψη 53). Συνεπώς, δεν μπορεί να προσαφθεί συναφώς στο Συμβούλιο το γεγονός ότι έκρινε τα στοιχεία που διαβίβασε το ΓΓΕ ορθά και τεκμηριωμένα. 87 Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στα επίμαχα έγγραφα επισημαίνεται ότι ο προσφεύγων θεωρείται ύποπτος για την τέλεση ποινικού αδικήματος οικονομικού χαρακτήρα με αντικείμενο ιδιαιτέρως σημαντικό χρηματικό ποσό, [εμπιστευτικό]. 88 Επισημαίνεται συναφώς ότι τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα καθιστούν ευχερέστερες και συμπληρώνουν τις προσπάθειες που καταβάλλουν οι ουκρανικές αρχές για την ανάκτηση του υπεξαιρεθέντος δημοσίου χρήματος, στοιχείο που εμπίπτει στον σκοπό της ενισχύσεως του κράτους δικαίου, όπως επισημάνθηκε στις σκέψεις 64 και 65 ανωτέρω. 89 Ως προς το ζήτημα αυτό, από το έγγραφο του ΓΓΕ της 25ης Ιουλίου 2016 προκύπτει ότι, [εμπιστευτικό], πλειστάκις κατά τη διάρκεια της έρευνας και κατόπιν προτάσεως του ανακριτή, το δικαστήριο της περιφέρειας διέταξε τη λήψη συντηρητικών μέτρων κατά του προσφεύγοντος (βλ. σκέψη 77, τελευταία περίπτωση, ανωτέρω). Ως εκ τούτου, η δέσμευση κεφαλαίων σε ολόκληρη την Ένωση, την οποία αποφάσισε το Συμβούλιο, ενισχύει την αποτελεσματικότητα της πρωτοβουλίας που ελήφθη σε εθνικό επίπεδο. 90 Τέλος, αφενός, είναι ακόμη σκόπιμη η επισήμανση ότι η δίωξη οικονομικών εγκλημάτων, όπως είναι η υπεξαίρεση δημοσίου χρήματος, αποτελεί σημαντικό μέσο για την καταπολέμηση της διαφθοράς και ότι η καταπολέμηση της διαφθοράς συνιστά, στο πλαίσιο της εξωτερικής δράσεως της Ένωσης, αρχή η οποία εμπίπτει στην έννοια του κράτους δικαίου. Αφετέρου, επισημαίνεται ότι η αξιόποινη πράξη που προσάπτεται στον προσφεύγοντα εντάσσεται σε ευρύτερο πλαίσιο υπονοιών περί του ότι ένα μη αμελητέο μέρος της πρώην άρχουσας τάξεως της Ουκρανίας έχει διαπράξει σοβαρά αδικήματα κατά τη διαχείριση των δημόσιων πόρων, θέτοντας με αυτόν τον τρόπο σε σοβαρό κίνδυνο τα θεσμικά και δικαιικά θεμέλια της χώρας και υπονομεύοντας, μεταξύ άλλων, τις αρχές της νομιμότητας, της απαγορεύσεως της αυθαιρεσίας της εκτελεστικής εξουσίας, του αποτελεσματικού δικαστικού ελέγχου και της ισότητας ενώπιον του νόμου. Ως εκ τούτου, στο σύνολό τους και λαμβανομένων υπόψη των αξιωμάτων που κατείχε ο προσφεύγων στο πλαίσιο της πρώην άρχουσας τάξεως της Ουκρανίας, καθώς και της θέσεως του επικεφαλής της Εθνικής Τράπεζας της Ουκρανίας κατά τον χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως για την οποία θεωρείται ύποπτος, τα επίμαχα περιοριστικά μέτρα συμβάλλουν αποτελεσματικά στη διευκόλυνση της διώξεως των εγκλημάτων υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος που διεπράχθησαν εις βάρος των ουκρανικών θεσμών και καθιστούν δυνατή την εκ μέρους των ουκρανικών αρχών ευχερέστερη ανάκτηση του προϊόντος αυτών των πράξεων υπεξαιρέσεως. Τούτο καθιστά δυνατή, στην περίπτωση κατά την οποία οι δικαστικές διώξεις αποδειχθούν βάσιμες, την ευχερέστερη δικαστική καταστολή των προβαλλομένων πράξεων διαφθοράς που έχουν τελέσει στελέχη του προηγούμενου καθεστώτος, συμβάλλοντας επομένως στη στήριξη του κράτους δικαίου στη χώρα αυτή (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 128 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 91 Συνεπώς, το Συμβούλιο δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ως προς το αντικείμενο της ποινικής διαδικασίας κατά του προσφεύγοντος και ως προς τη σημασία της διαδικασίας αυτής από απόψεως του σχετικού κριτηρίου εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αυτή αφορά τον προσφεύγοντα. 92 Τα επιχειρήματα που προβάλλει ο προσφεύγων με σκοπό να κλονίσει την κρίση αυτή δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν. 93 Πράγματι, πρώτον, η από 18 Μαΐου 2017 έγγραφη ειδοποίηση περί του ότι ο προσφεύγων θεωρείται ύποπτος, την οποία επικαλείται ο προσφεύγων ως απαλλακτικό στοιχείο, απλώς επιβεβαιώνει την εν λόγω κρίση, καθόσον από την ειδοποίηση αυτή προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι ο προσφεύγων θεωρείται ύποπτος πράξεως υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος, για την τέλεση της οποίας εκμεταλλεύθηκε τη θέση του ως διοικητή της Εθνικής Τράπεζας της Ουκρανίας [εμπιστευτικό]. 94 Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι δεν υφίσταται ζημία της Εθνικής Τράπεζας της Ουκρανίας, επισημαίνεται ότι αυτό στερείται ερείσματος, διότι από πλείονα εκ των προερχομένων από το ΓΓΕ νέων εγγράφων προκύπτει ότι υπάρχουν υποψίες περί του ότι ο προσφεύγων μετέφερε παρανόμως κεφάλαια για σκοπούς διαφορετικούς από τους καθορισμένους. Η διαπίστωση αυτή αντιστοιχεί στον κατά τη νομολογία ορισμό την έννοιας της «υπεξαιρέσεως δημοσίου χρήματος», κατά τον οποίο η έννοια αυτή περιλαμβάνει κάθε πράξη που συνιστά παράνομη χρήση πόρων που ανήκουν στους φορείς του Δημοσίου ή έχουν τεθεί υπό τον έλεγχό τους για σκοπούς αντίθετους προς εκείνους για τους οποίους προορίζονται οι πόροι αυτοί, ιδίως δε για ιδιωτικούς σκοπούς. Για να εμπίπτει στην εν λόγω έννοια, η χρήση αυτή πρέπει επομένως να έχει ως συνέπεια προσβολή των χρηματοοικονομικών συμφερόντων των φορέων αυτών και πρέπει, συνεπώς, να έχει προκαλέσει ζημία επιδεχόμενη αποτίμηση σε χρήμα (βλ., σχετικώς, απόφαση της 7ης Ιουλίου 2017, Arbuzov κατά Συμβουλίου, T‑221/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:478, σκέψη 138 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 95 [εμπιστευτικό]. Επί της προόδου της ποινικής διαδικασίας κατά του προσφεύγοντος 96 Ο προσφεύγων επισημαίνει ότι, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα πλέον του έτους από τον χρόνο κατά τον οποίο, με την απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, το δικαστήριο της περιφέρειας είχε χορηγήσει στο ΓΓΕ την άδεια να συνεχίσει τη διαδικασία ερήμην, χωρίς, εντούτοις, το δεύτερο να παραπέμψει την υπόθεση σε δικαστήριο. Η έρευνα διενεργείται κατά τρόπο εντελώς τυπικό, προκειμένου ιδίως να έχει τη δυνατότητα το Συμβούλιο να παρατείνει επ’ αόριστον την ισχύ των περιοριστικών μέτρων κατά του προσφεύγοντος. 97 Το Συμβούλιο φρονεί ότι η χρονική διάρκεια της ποινικής διαδικασίας που αφορά τον προσφεύγοντα δεν ασκεί, αφ’ εαυτής, άμεση επίδραση στο ζήτημα αν ο προσφεύγων εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις προκειμένου το όνομά του να συνεχίζει να περιλαμβάνεται στον επίμαχο κατάλογο. Ωστόσο, το Συμβούλιο, όπως διατείνεται, θα λάβει υπόψη του το ζήτημα της χρονικής διάρκειας κατά την επανεξέταση του ως άνω καταλόγου και θα ζητεί τακτικά από το ΓΓΕ στοιχεία σχετικά με την εξέλιξη των εκκρεμουσών διαδικασιών. 98 Δεν αμφισβητείται ότι, με την απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016, το δικαστήριο της περιφέρειας χορήγησε στο ΓΓΕ την άδεια να συνεχίσει ερήμην τη διαδικασία [εμπιστευτικό]. Δεν αμφισβητείται επίσης ούτε ότι, ένα και πλέον έτος κατόπιν της εκδόσεως της εν λόγω αποφάσεως, το Συμβούλιο παρέτεινε την ισχύ των περιοριστικών μέτρων κατά του προσφεύγοντος, μολονότι είχε πληροφορηθεί από το ΓΓΕ ότι η διαδικασία αυτή βρισκόταν ακόμη στο στάδιο της προανακρίσεως, καθόσον η υπόθεση δεν είχε ακόμη παραπεμφθεί ενώπιον ουκρανικού ποινικού δικαστηρίου. 99 Πρώτον, επισημαίνεται ότι η εκ μέρους του Συμβουλίου μνεία του γεγονότος ότι οι διαδικασίες ενδέχεται να καθυστερήσουν λόγω της απουσίας του ενδιαφερομένου στερείται παντελώς σημασίας εν προκειμένω, δεδομένου ότι με την απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2016 χορηγήθηκε στο ΓΓΕ ακριβώς η άδεια να συνεχίσει τη διαδικασία ερήμην. 100 Δεύτερον, όπως προκύπτει από τα έγγραφα που κατέθεσε το Συμβούλιο σε απάντηση γραπτής ερωτήσεως του Γενικού Δικαστηρίου (βλ. σκέψη 37 ανωτέρω), κατά την ενώπιον του Συμβουλίου διαδικασία, ο προσφεύγων ήγειρε το ζήτημα της στασιμότητας της διαδικασίας [εμπιστευτικό], παρά την έκδοση της αποφάσεως της 15ης Φεβρουαρίου 2016, βάσει της οποίας χορηγήθηκε στο ΓΓΕ η άδεια να συνεχίσει τη διαδικασία ερήμην. Ως εκ τούτου, πρώτον, με το έγγραφο της 4ης Οκτωβρίου 2016, ο προσφεύγων πρότεινε στο Συμβούλιο να ερωτήσει το ΓΓΕ σχετικά με τους λόγους για τους οποίους, μολονότι οι ανακριτικές αρχές υποστήριζαν ότι είχαν αποδείξει την ενοχή του, δεν είχαν ακόμη παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου, ενώ η έρευνα εξακολουθεί να εκκρεμεί εδώ και σχεδόν δυόμισι έτη. Δεύτερον, με την επιστολή του της 14ης Δεκεμβρίου 2016 προς το Συμβούλιο, ο προσφεύγων, έχοντας μόλις υπενθυμίσει την ύπαρξη της αποφάσεως της 15ης Φεβρουαρίου 2016, επισήμανε εκ νέου τη στασιμότητα της επίμαχης διαδικασίας και υποστήριξε ότι οι ουκρανικές αρχές επιδίωκαν να τη διατηρήσουν σε εκκρεμότητα κατά το μέγιστο δυνατό χρονικό διάστημα, προκειμένου να παράσχουν στο Συμβούλιο έρεισμα για να παρατείνει την ισχύ των εις βάρος του προσφεύγοντος περιοριστικών μέτρων. Τρίτον, με την από 13 Ιανουαρίου 2017 επιστολή του προς το Συμβούλιο, ο προσφεύγων επισήμανε σαφώς ότι προκαλούσε κατάπληξη το γεγονός ότι το ΓΓΕ δεν είχε ακόμη παραπέμψει την υπόθεση σχετικά με τη διαδικασία [εμπιστευτικό] ενώπιον δικαστηρίου, λαμβανομένου ιδίως υπόψη του ότι η προσφυγή στην ερήμην διαδικασία είχε εγκριθεί, έστω και, κατά την άποψή του, παρανόμως. 101 Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων του προσφεύγοντος οι οποίες εκτέθηκαν συνοπτικώς στη σκέψη 100 ανωτέρω, καθώς και του ότι, τουλάχιστον από τον χρόνο παραλαβής του εγγράφου του ΓΓΕ της 25ης Ιουλίου 2016 (βλ. σκέψη 77 ανωτέρω), το Συμβούλιο είχε πληροφορηθεί την ύπαρξη της αποφάσεως της 15ης Φεβρουαρίου 2016, επιβάλλεται η απόρριψη της απόψεως του Συμβουλίου ότι ο προσφεύγων δεν είχε προβάλει με επαρκή ακρίβεια επιχείρημα περί στασιμότητας της σχετικής με αυτόν διαδικασίας, παρά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως. 102 Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το Συμβούλιο όφειλε να ζητήσει διευκρινίσεις από τις ουκρανικές αρχές ως προς τους λόγους που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έλλειψη προόδου της διαδικασίας [εμπιστευτικό], παρά την έκδοση της αποφάσεως της 15ης Φεβρουαρίου 2016, όπως είχε πράξει για άλλα ζητήματα της διαδικασίας αυτής τα οποία φρονούσε ότι δεν ήταν αρκούντως σαφή, ιδίως κατόπιν των παρατηρήσεων που υπέβαλε ο προσφεύγων. 103 Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο δεν τήρησε την υποχρέωση επιμέλειας την οποία υπέχει, δεδομένου ότι οι παρατηρήσεις του προσφεύγοντος θα έπρεπε να προκαλέσουν στο Συμβούλιο εύλογες αμφιβολίες, οι οποίες θα δικαιολογούσαν την εκ μέρους του διενέργεια επιπλέον ελέγχων με σκοπό τη διακρίβωση των στοιχείων από τις ουκρανικές αρχές. 104 Διευκρινίζεται συναφώς ότι το ζήτημα δεν έγκειται στο αν το Συμβούλιο, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων των οποίων έλαβε γνώση, όφειλε να διαγράψει την καταχώριση του ονόματος του προσφεύγοντος από τον κατάλογο, αλλά απλώς αν όφειλε να λάβει υπόψη τα στοιχεία αυτά και να προβεί σε επιπλέον ελέγχους ή να ζητήσει διευκρινίσεις από τις ουκρανικές αρχές. Ως εκ τούτου, αρκεί τα εν λόγω στοιχεία να δύνανται, όπως εν προκειμένω, να προκαλέσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την εξέλιξη της έρευνας και τον επαρκή χαρακτήρα των στοιχείων που είχε διαβιβάσει το ΓΓΕ. 105 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι το Συμβούλιο υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κρίνοντας ότι οι παρατηρήσεις του προσφεύγοντος περί στασιμότητας της διαδικασίας [εμπιστευτικό] δεν δικαιολογούσαν την εκ μέρους του Συμβουλίου διενέργεια επιπλέον ελέγχων με σκοπό τη διακρίβωση των στοιχείων από τις ουκρανικές αρχές, μολονότι οι παρατηρήσεις αυτές μπορούσαν να προκαλέσουν εύλογες αμφιβολίες ως προς την επάρκεια των στοιχείων που είχε διαβιβάσει το ΓΓΕ όσον αφορά τη διαδικασία [εμπιστευτικό] κατά του προσφεύγοντος. 106 Κατά συνέπεια, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτός και, ως εκ τούτου, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς να απαιτείται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του δευτέρου και του τετάρτου λόγου ακυρώσεως ή επί των νέων αποδεικτικών στοιχείων (βλ. σκέψη 34 ανωτέρω). 107 Όσον αφορά το αίτημα που υπέβαλε επικουρικώς το Συμβούλιο, προκειμένου να διατηρηθούν σε ισχύ τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι την εκπνοή της προβλεπόμενης για την άσκηση αναιρέσεως προθεσμίας και, σε περίπτωση ασκήσεως αναιρέσεως, μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, αρκεί η επισήμανση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρήγαγε αποτελέσματα μόνον έως τις 6 Μαρτίου 2018. Κατά συνέπεια, η ακύρωσή της με την παρούσα απόφαση δεν έχει συνέπειες για το μεταγενέστερο της ημερομηνίας αυτής χρονικό διάστημα, οπότε δεν απαιτείται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του ζητήματος της διατηρήσεως σε ισχύ των αποτελεσμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ., σχετικώς και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, Azarov κατά Συμβουλίου, T‑331/14, EU:T:2016:49, σκέψεις 70 έως 72). Επί των δικαστικών εξόδων 108 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι το Συμβούλιο ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του προσφεύγοντος. Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα) αποφασίζει: 1) Ακυρώνει την απόφαση (ΚΕΠΠΑ) 2017/381 του Συμβουλίου, της 3ης Μαρτίου 2017, για την τροποποίηση της απόφασης 2014/119/ΚΕΠΠΑ σχετικά με περιοριστικά μέτρα κατά ορισμένων προσώπων, οντοτήτων και φορέων λόγω της κατάστασης στην Ουκρανία, καθόσον το όνομα του Sergej Arbuzov εξακολούθησε να περιλαμβάνεται στον κατάλογο των προσώπων, οντοτήτων και φορέων κατά των οποίων ισχύουν τα περιοριστικά μέτρα αυτά. 2) Καταδικάζει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα δικαστικά έξοδα. Berardis Spielmann Csehi Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Ιουνίου 2018. (υπογραφές) ( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η τσεχική. ( 1 ) Εμπιστευτικά στοιχεία που δεν αποκαλύπτονται.

Amtliche Sprachfassungen

Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.

ČeštinaΕλληνικάEnglishEspañolFrançaisItalianoNederlandsPolskiPortuguêsRomână