Zum Inhalt springen

EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union

Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Έκτακτοι υπάλληλοι – Πρόσληψη – Ιατρική εξέταση – Ελλιπείς δηλώσεις κατά την ιατρική εξέταση – Αναδρομική εφαρμογή της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους – Άρνηση χορηγήσεως του επιδόματος αναπηρίας – Εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης με την οποία ακυρώθηκε η αρχική απόφαση

ECLI: ECLI:EU:T:2018:276Entscheidung vom: 17.05.2018

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (αναιρετικό τμήμα) της 17ης Μαΐου 2018 ( *1 ) «Αίτηση αναιρέσεως – Υπαλληλική υπόθεση – Έκτακτοι υπάλληλοι –Πρόσληψη – Ιατρική εξέταση – Ελλιπείς δηλώσεις κατά την ιατρική εξέταση – Αναδρομική εφαρμογή της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους – Άρνηση χορηγήσεως του επιδόματος αναπηρίας – Εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης με την οποία ακυρώθηκε η αρχική απόφαση» Στην υπόθεση T-701/16 P, με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο τμήμα) της 21ης Ιουλίου 2016, AV κατά Επιτροπής (F‑91/15, EU:F:2016:170), Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τις C. Berardis‑Kayser, C. Ehrbar και τον T. Bohr, στη συνέχεια από την C. Ehrbar και τον M. Bohr, αναιρεσείουσα, όπου ο έτερος διάδικος είναι ο: AV, πρώην έκτακτος υπάλληλος της Επιτροπής, εκπροσωπούμενος από τους J.‑N. Louis και N. de Montigny, δικηγόρους, προσφεύγων‑ενάγων πρωτοδίκως, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (αναιρετικό τμήμα), συγκείμενο από τους M. Jaeger, πρόεδρο, M. Prek (εισηγητή) και A. Dittrich, δικαστές, γραμματέας: G. Predonzani, διοικητική υπάλληλος, έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 18ης Ιανουαρίου 2018, εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση 1 Με την αίτηση αναιρέσεως την οποία άσκησε δυνάμει του άρθρου 9 του παραρτήματος I του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο τμήμα) της 21ης Ιουλίου 2016, AV κατά Επιτροπής (F-91/15, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,EU:F:2016:170), με την οποία το τελευταίο ακύρωσε την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2014 περί εφαρμογής έναντι του AV της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους βάσει του άρθρου 32 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΛΠ). Ιστορικό της διαφοράς 2 Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 3 έως 30 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως εξής: «3 Στις 18 Μαρτίου 2005, ο [AV] υποβλήθηκε σε προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση ενόψει της προσλήψεώς του από την Επιτροπή ως εκτάκτου υπαλλήλου στο πλαίσιο συμβάσεως ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από 16 Απριλίου 2005 έως 15 Απριλίου 2009. Κατά την εξέταση αυτή, [ο AV] υπέγραψε έντυπο στο οποίο αναφερόταν ότι δεν παρουσίαζε κανέναν προσωπικό παράγοντα κινδύνου, εκτός από ένα είδος δυσλιπιδαιμίας, ότι δεν είχε παθολογικό ιστορικό και ότι δεν ακολουθούσε φαρμακευτική αγωγή. 4 Ο ιατρός‑σύμβουλος A που πραγματοποίησε την ιατρική εξέταση προ της προσλήψεως εξέδωσε γνωμάτευση σύμφωνα με την οποία [ο AV] ήταν, από απόψεως υγείας, ικανός να ασκήσει τα καθήκοντα για τα οποία επρόκειτο να προσληφθεί. 5 Στις 16 Απριλίου 2005, ο [AV] ανέλαβε καθήκοντα στην υπηρεσία της Επιτροπής και τοποθετήθηκε στο Κοινό Κέντρο Ερευνών (CCR) της Ispra (Ιταλία). 6 Στις 26 Ιουνίου 2005, ο ιατρός‑σύμβουλος της ιατρικής υπηρεσίας της Ispra διέγνωσε στον [AV] ψυχική ασθένεια. Στις 21 Ιουλίου 2005, ο ενδιαφερόμενος διευκρίνισε στον προϊστάμενο της ιατρικής υπηρεσίας της Ispra ότι ακολουθούσε από δεκαπενταετίας αγωγή για την ασθένεια αυτή. Επιπλέον, από έκθεση του προϊσταμένου της ιατρικής υπηρεσίας της Ispra προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια συνεντεύξεως με τον [AV], η οποία πραγματοποιήθηκε στις 5 Δεκεμβρίου 2005, ο τελευταίος δήλωσε, απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ότι, κατά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση, είχε παραλείψει να αναφερθεί στην ασθένεια από την οποία έπασχε. 7 Στον [AV] χορηγήθηκαν επανειλημμένως άδειες ασθενείας, οι οποίες, στις 12 Σεπτεμβρίου 2008, οδήγησαν την Επιτροπή στην απόφαση να τον θέσει σε άδεια άνευ αποδοχών, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 16 του ΚΛΠ. 8 Στις 17 Νοεμβρίου 2008, ο ιατρός‑σύμβουλος του [AV] ζήτησε να επιληφθεί η επιτροπή αναπηρίας. 9 Με επιστολή της 16ης Φεβρουαρίου 2009, η αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή πληροφόρησε τον [AV] ότι, με απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 2009, είχε αποφασίσει να υποβάλει την περίπτωσή του στην κρίση της επιτροπής αναπηρίας. 10 Στις 9 Μαΐου 2009, η επιτροπή αναπηρίας κατέληξε ομόφωνα στο συμπέρασμα ότι ο [AV], λόγω της ψυχικής του ασθένειας, είχε μόνιμη αναπηρία χαρακτηριζόμενη ως ολική, η οποία δεν του επέτρεπε να ασκεί τη δραστηριότητα που αντιστοιχούσε στα καθήκοντά του. 11 Στις 24 Ιουλίου 2009, ο προϊστάμενος της ιατρικής υπηρεσίας της Ispra κοινοποίησε στον σύμβουλο του [AV] τα συμπεράσματα της επιτροπής ανικανότητας, την απόφαση της αρμόδιας για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχής, της 9ης Ιουλίου 2009, περί εφαρμογής έναντι του [AV] της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους αναδρομικώς από της αναλήψεως υπηρεσίας του, καθώς και την απόφαση της αρμόδιας για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχής, της 13ης Ιουλίου 2009, περί παύσεως του [AV] από τα καθήκοντά του λόγω της μόνιμης αναπηρίας του και περί μη χορηγήσεως σε αυτόν επιδόματος αναπηρίας. 12 Ο [AV] υπέβαλε ένσταση κατά των αποφάσεων της 9ης Ιουλίου 2009 και της 13ης Ιουλίου 2009. Στις 5 Φεβρουαρίου 2010, και σε συνέχεια της ενστάσεως αυτής, η αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή ανακάλεσε τις εν λόγω αποφάσεις. 13 Με επιστολή της 5ης Φεβρουαρίου 2010, η αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή κάλεσε τον [AV] να τοποθετηθεί επί του γεγονότος ότι δεν είχε δηλώσει, κατά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση, “ασθένεια από την οποίαν, ωστόσο, [έπασχε] από πολλών ετών και για την οποία [ακολουθούσε] αγωγή ακόμη και κατά τον χρόνο [κατά τον οποίο είχε υπογράψει το έντυπο κατά την εξέταση προ της προσλήψεως]”. 14 Ο [AV] τοποθετήθηκε με επιστολή της 15ης Φεβρουαρίου 2010, επί της οποίας δόθηκαν διευκρινίσεις με επιστολή του συμβούλου του της 16ης Φεβρουαρίου 2010. Ο [AV] δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι, κατά τον χρόνο της ιατρικής εξετάσεως προ της προσλήψεως, η κατάσταση της υγείας του ήταν “η καλύτερη δυνατή”, ότι είχε εργαστεί “σε ιδιωτικές επιχειρήσεις επί σειρά ετών, σε θέσεις ευθύνης” και ότι, κατά τον χρόνο της προσλήψεως, η ασθένεια από την οποία έπασχε “αποτελούσε πλέον απλή ανάμνηση”. 15 Με εσωτερικό σημείωμα της 3ης Μαρτίου 2010, ο επικεφαλής της ιατρικής υπηρεσίας της Ispra δρ. B ανέφερε στον γενικό διευθυντή της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) Ανθρωπίνων Πόρων και Ασφάλειας ότι, εάν ο [AV] είχε αναφερθεί, κατά την ιατρική εξέταση προ της προσλήψεως, στην ασθένεια από την οποία έπασχε, οι ιατροί θα είχαν γνωμοδοτήσει ότι ήταν “ακατάλληλος” για τη θέση του ειδικευμένου εργάτη ή ότι ήταν “κατάλληλος με επιφύλαξη” για αμιγώς διοικητική θέση (στο εξής: σημείωμα της 3ης Μαρτίου 2010). 16 Στις 12 Απριλίου 2010, η αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή αποφάσισε να εφαρμόσει στην περίπτωση του [AV] την ιατρική επιφύλαξη που προβλέπεται από το άρθρο 32, πρώτο εδάφιο, του ΚΛΠ με αναδρομική ισχύ από την ημερομηνία της προσλήψεώς του, θεωρώντας, κατ’ ουσίαν, ότι, εάν ο [AV] είχε αναφέρει την προϋφιστάμενη ασθένεια κατά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση, “θα είχε εφαρμοστεί στην περίπτωσή του η επιφύλαξη για ιατρικούς λόγους” (στο εξής: απόφαση της 12ης Απριλίου 2010). 17 Στις 16 Απριλίου 2010, η αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή αποφάσισε, αφενός, “την από 30ής Απριλίου 2010 παύση του [AV] από την υπηρεσία του” λόγω της αναπηρίας του, θεωρούμενης ως ολικής, και, αφετέρου, τη μη χορήγηση σε αυτόν του επιδόματος αναπηρίας, επειδή η αναπηρία του ήταν “η ίδια με εκείνη για την οποία [είχε εφαρμοστεί] η επιφύλαξη για ιατρικούς λόγους” (στο εξής: απόφαση της 16ης Απριλίου 2010). 18 Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 31 Μαρτίου 2011 και πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως F-4/11, ο [AV] ζήτησε την ακύρωση των αποφάσεων της 12ης Απριλίου 2010 και της 16ης Απριλίου 2010. 19 Με απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, AV κατά Επιτροπής (F-4/11, EU:F:2012:96, στο εξής: απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012), το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ακύρωσε την απόφαση της 12ης Απριλίου 2010, καθώς και την απόφαση της 16ης Απριλίου 2010 κατά το μέρος που η τελευταία αρνήθηκε στον [AV] τη χορήγηση του επιδόματος αναπηρίας. 20 Ειδικότερα, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι, “[σε] συγκεκριμένη περίπτωση στην οποία, μετά την ιατρική εξέταση πριν από την πρόσληψη, προκύπτει ότι ο υπάλληλος δεν απάντησε ειλικρινώς και πλήρως στις ερωτήσεις που του υπέβαλε σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ο ιατρός-σύμβουλος κατά την εξέταση αυτή, η αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως αρχή δύναται να ανακαλέσει την αρχική της απόφαση περί μη εφαρμογής της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους και να λάβει νέα απόφαση περί αναδρομικής εφαρμογής της επιφυλάξεως αυτής”. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης πρόσθεσε ότι “η αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή οφείλει, ωστόσο, προηγουμένως να τηρήσει τη διαδικασία του άρθρου 32 του ΚΛΠ, ήτοι, αφενός, να ζητήσει γνωμάτευση από τον ιατρό-σύμβουλο σχετικά με το ζήτημα αν η ασθένεια ή η αναπηρία δικαιολογεί το να συνοδευθεί η πρόσληψη του ενδιαφερομένου από επιφύλαξη για ιατρικούς λόγους, αφετέρου, να κοινοποιήσει στον υπάλληλο την απόφαση που έλαβε βάσει της γνωματεύσεως αυτής, προκειμένου ο υπάλληλος να μπορεί, ενδεχομένως, να προσβάλει την απόφαση αυτή ενώπιον της επιτροπής αναπηρίας”. Ειδικότερα, πάντοτε κατά το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης, “το ζήτημα αυτό, που προϋποθέτει τον καθορισμό του αν η ασθένεια ή αναπηρία αυτή μπορούσε να έχει ως συνέπεια την αναπηρία ή τον θάνατο του υπαλλήλου εντός χρονικού διαστήματος πέντε ετών από της ημερομηνίας αναλήψεως υπηρεσίας στο θεσμικό όργανο, αποτελεί ζήτημα ιατρικής φύσεως και υπάγεται αυστηρώς στην αρμοδιότητα του ιατρού-συμβούλου και, σε περίπτωση ενστάσεως, της επιτροπής αναπηρίας” (απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, σκέψη 34). 21 Στη συνέχεια, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι η Επιτροπή βασίμως υποστήριξε ότι ο [AV] δεν είχε απαντήσει πλήρως και ειλικρινώς στις ερωτήσεις που του είχε υποβάλει σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ο ιατρός-σύμβουλος κατά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση (απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, σκέψη 36), αλλά και ότι ούτε στον ιατρό‑σύμβουλο ούτε στην επιτροπή αναπηρίας είχε τεθεί το συγκεκριμένο ζήτημα εάν, σε περίπτωση δηλώσεως της ασθένειας κατά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση, η ιατρική υπηρεσία θα είχε εκτιμήσει ότι η εν λόγω ασθένεια περιλαμβανόταν στις ασθένειες για τις οποίες επιβαλλόταν ιατρική επιφύλαξη, λόγω των αποτελεσμάτων και συνεπειών τους (απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, σκέψεις 37 έως 40). Όσον αφορά, ειδικότερα, το σημείωμα της 3ης Μαρτίου 2010, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπίστωσε ότι η Επιτροπή είχε ρητώς δηλώσει ότι η αρμόδια για η σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή δεν είχε στηριχθεί στο σημείωμα αυτό για την έκδοση της αποφάσεως της 12ης Απριλίου 2010 (απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, σκέψη 39). 22 Με έγγραφο της 20ής Ιουλίου 2012, η Επιτροπή γνωστοποίησε στον [AV] ότι, κατά την εκτίμησή της, “το μέτρο ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως [της 10ης Ιουλίου 2012] συνίστατο στην εκ νέου σύγκληση της επιτροπής αναπηρίας, προκειμένου αυτή να απαντήσει στο ζήτημα που τέθηκε στις σκέψεις 37 [έως] 40 του σκεπτικού, δηλαδή στο εάν, σε περίπτωση που είχε δηλωθεί κατά την ιατρική εξέταση προ της προσλήψεως, [η] ασθένεια [του AV] θα είχε δικαιολογήσει την εφαρμογή επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους”. Με το ίδιο έγγραφο, η Επιτροπή καλούσε τον [AV] να αναθέσει σε έναν ιατρό να τον εκπροσωπήσει στην επιτροπή αναπηρίας. 23 Στις 7 Φεβρουαρίου 2013, ο [AV] ανέθεσε σε έναν ιατρό να τον εκπροσωπήσει στην επιτροπή αναπηρίας. Η Επιτροπή προέβη σε ανάλογη ανάθεση στον δικό της ιατρό, τον Μάρτιο του 2013, και η επιτροπή αναπηρίας συνήλθε στις 30 Απριλίου 2013. 24 Με έγγραφο της 16ης Δεκεμβρίου 2013, ο [AV] ζήτησε από τον ιατρό που είχε εκπροσωπήσει την Επιτροπή στην επιτροπή αναπηρίας να του διαβιβάσει τα συμπεράσματα της εν λόγω επιτροπής και την ενδεχόμενη απόφαση της αρμόδιας για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχής. 25 Με έγγραφο της 10ης Απριλίου 2014, η Επιτροπή διαβίβασε [στον AV] τα συμπεράσματα της επιτροπής αναπηρίας, σύμφωνα με τα οποία, εάν ο [AV] είχε δηλώσει την ασθένειά του κατά την ιατρική εξέταση πριν από την πρόσληψη, “ο ιατρός-σύμβουλος […] θα είχε ζητήσει από την [αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή] την εφαρμογή […] της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους [σύμφωνα] με το άρθρο 32 του Κ[ΛΠ]”. 26 Με έγγραφο της 10ης Απριλίου 2014, ο [AV] ζήτησε από την Επιτροπή να του αναφέρει τους λόγους της καθυστερήσεως κατά τη γνωστοποίηση των συμπερασμάτων της επιτροπής αναπηρίας και να του διευκρινίσει εάν η αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή είχε λάβει απόφαση κατόπιν των συμπερασμάτων αυτών. 27 Στις 16 Σεπτεμβρίου 2014, η Επιτροπή αποφάσισε να εφαρμόσει έναντι του [AV] την επιφύλαξη για ιατρικούς λόγους, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 32 του ΚΛΠ, για χρονικό διάστημα πέντε ετών από της ημερομηνίας κατά την οποία ανέλαβε τα καθήκοντά του ως έκτακτος υπάλληλος, δηλαδή από τις 16 Απριλίου 2005, και να μην του χορηγήσει το επίδομα αναπηρίας, επειδή η αναπηρία του ήταν εκείνη για την οποία είχε εκφραστεί επιφύλαξη για ιατρικούς λόγους (στο εξής: επίδικη απόφαση). 28 Στις 22 Δεκεμβρίου 2014, ο [AV] υπέβαλε διοικητική ένσταση κατά της επίδικης αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, ο [AV] ζήτησε, “στηριζόμενος στα συμπεράσματα της επιτροπής αναπηρίας της 30ής Απριλίου 2013”, να παυθεί από τα καθήκοντά του και να του χορηγηθεί επίδομα αναπηρίας. Τέλος, ζήτησε αποζημίωση 50000 ευρώ λόγω παραβάσεως του άρθρου 41, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 29 Με απόφαση της 21ης Απριλίου 2015, η Επιτροπή απέρριψε τη διοικητική ένσταση του [AV]. 30 Στις 22 Ιουνίου 2015, ο [AV] υπέβαλε αίτηση δικαστικής αρωγής, βάσει του άρθρου 110 του Κανονισμού Διαδικασίας, προκειμένου να ασκήσει προσφυγή κατά της επίδικης αποφάσεως. Στον [AV] χορηγήθηκε δικαστική αρωγή με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 9ης Σεπτεμβρίου 2015». 3 Το σχετικό νομικό πλαίσιο περιγράφεται στη σκέψη 2 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Πρωτόδικη διαδικασία και αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση 4 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 19 Οκτωβρίου 2015, ο AV άσκησε προσφυγή, η οποία πρωτοκολλήθηκε με αριθμό υποθέσεως F-91/15 και είχε ως αίτημα, αφενός, την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής της 16ης Σεπτεμβρίου 2014 περί εφαρμογής στην περίπτωσή του της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους, όπως προβλέπεται από το άρθρο 32 του ΚΛΠ, και περί μη χορηγήσεως σε αυτόν του επιδόματος αναπηρίας (στο εξής: απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2014), και, αφετέρου, την καταδίκη της Επιτροπής στην καταβολή αποζημιώσεως ύψους 50000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης. 5 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ακύρωσε την απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2014 και υποχρέωσε την Επιτροπή να καταβάλει στον AV το ποσό των 2000 ευρώ προς ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, ενώ την καταδίκασε να φέρει, εκτός από τα δικά της δικαστικά έξοδα, και τα δικαστικά έξοδα του AV. 6 Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπενθύμισε ότι «[η] υποχρέωση τηρήσεως εύλογης προθεσμίας κατά τη διεξαγωγή των διοικητικών διαδικασιών συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης της οποίας τον σεβασμό διασφαλίζει ο δικαστής της Ένωσης» και ότι το σχετικό δικαίωμα προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως «συστατικό στοιχείο του δικαιώματος σε χρηστή διοίκηση» (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 44). 7 Ωστόσο, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ανέφερε ότι, κατά κανόνα, «η παραβίαση της αρχής της τηρήσεως εύλογης προθεσμίας δεν δικαιολογεί […] την ακύρωση αποφάσεως ληφθείσας κατά το πέρας διοικητικής διαδικασίας» και ότι «η μη τήρηση της αρχής της εύλογης προθεσμίας ασκεί επιρροή επί του κύρους της διοικητικής διαδικασίας μόνον όταν η παρέλευση υπερβολικού χρόνου δύναται να έχει επίπτωση σ’ αυτό καθαυτό το περιεχόμενο της [ληφθείσας αποφάσεως]» (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 45). 8 Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι, σε αντίθεση με όσα υποστήριξε η Επιτροπή, «η ημερομηνία που έπρεπε να ληφθεί υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η διαδικασία [είχε] ολοκληρωθεί εντός εύλογης προθεσμίας» δεν ήταν η 17η Νοεμβρίου 2008 (ημερομηνία κατά την οποία ο AV είχε υποβάλει αίτηση κινήσεως της διαδικασίας αναγνωρίσεως αναπηρίας), αλλά «η 5η Δεκεμβρίου 2005, δηλαδή η ημερομηνία κατά την οποία ο [AV] [είχε] αναγνωρίσει, κατά τρόπο σαφή και αναμφίλεκτο, ότι είχε παραλείψει να δηλώσει την ψυχική του ασθένεια κατά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση» (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 47). 9 Αφού υπενθύμισε ότι «τα μέρη δεν [αμφισβητούσαν] ότι, τουλάχιστον από την τελευταία αυτή ημερομηνία και μετά, η [αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή] είχε λάβει γνώση […] του γεγονότος ότι η εν λόγω εξέταση στηριζόταν σε ελλιπείς πληροφορίες», το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι, «κατόπιν της κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκαλύψεως αυτής της σημαντικής παρατυπίας, [η εν λόγω αρχή] ήταν σαφώς σε θέση να συναγάγει τα νομικά συμπεράσματα όσον αφορά την ισχύ της συμβάσεως του [AV] και το ενδεχόμενο της εφαρμογής της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους». Έκρινε, ωστόσο, ότι «η πρώτη τοποθέτηση [της αρχής αυτής] όσον αφορά τη σκοπιμότητα της εφαρμογής [στην περίπτωση του AV] της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους με αναδρομική ισχύ από την ημέρα της αναλήψεως των καθηκόντων του ήλθε μόλις στις 9 Ιουλίου 2009, δηλαδή περισσότερο από τρία έτη και επτά μήνες αφότου [η εν λόγω αρχή] πληροφορήθηκε ότι ο [AV] είχε αναγνωρίσει ο ίδιος ότι είχε παραλείψει να αναφερθεί, κατά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση, στην ασθένεια από την οποία έπασχε» (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψεις 47 και 48). 10 Συνεπώς, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι «ένα τέτοιο χρονικό διάστημα, το οποίο η Επιτροπή δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει, δεν [μπορούσε] να χαρακτηριστεί εύλογο και, ως εκ τούτου, [συνιστούσε] προσβολή του δικαιώματος στη χρηστή διοίκηση» (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 49). 11 Περαιτέρω, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπενθύμισε ότι «το άρθρο 32 του ΚΛΠ προϋποθέτει ότι η [αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή] εκδίδει οριστική απόφαση περί της εφαρμογής ή μη της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους βάσει πληροφοριών που συγκεντρώθηκαν από τον ιατρό σύμβουλο κατά την εξέταση που προηγήθηκε της προσλήψεως ή μόλις η ίδια διαθέτει πρόσθετες σχετικές πληροφορίες που μεταβάλλουν ουσιωδώς εκείνες που συγκεντρώθηκαν κατά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση». Επισήμανε, δε, ότι, στην επίδικη υπόθεση, «η Επιτροπή έλαβε την πρώτη της απόφαση περί αναδρομικής εφαρμογής έναντι του [AV] της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους μόλις στις 9 Ιουλίου 2009, δηλαδή σχεδόν τρεις μήνες από της λήξεως της συμβάσεώς του και περίπου οκτώ μήνες μετά την αίτησή του να επιληφθεί η επιτροπή αναπηρίας» (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 50). 12 Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι «η διάρκεια της διαδικασίας [μπορούσε] να έχει επιπτώσεις στο περιεχόμενο της αποφάσεως της 9ης Ιουλίου 2009 περί αναδρομικής εφαρμογής έναντι του [AV] της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους, καθόσον, όχι μόνον παρήλθαν τρία έτη και επτά μήνες αφότου η αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως αρχή έλαβε γνώση της ασθένειάς του, αλλά κυρίως, αφότου η επιτροπή αναπηρίας διαπίστωσε, στις 9 Μαΐου 2009, ότι ο [AV] είχε υποστεί ολική μόνιμη αναπηρία η οποία καθιστούσε αδύνατη την εκτέλεση των καθηκόντων του». Έκρινε, δε, ότι «η απόφαση περί εφαρμογής επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους […] μετετράπη […] σε απόφαση περί αποκλεισμού, με άμεση ισχύ, του [AV] από το ευεργέτημα των παροχών που προβλέπονται για την περίπτωση αναπηρίας λόγω ήδη υπάρχουσας αναπηρίας» (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 51). 13 Τέλος, όσον αφορά την απόφαση που έλαβε στις 12 Απριλίου 2010 η αρμόδια για τη σύναψη συμβάσεων προσλήψεως αρχή (στο εξής: ΑΣΣΠΑ) περί αναδρομικής εφαρμογής έναντι του [AV] της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους από της ημερομηνίας αναλήψεως των καθηκόντων του (στο εξής: απόφαση της 12ης Απριλίου 2010), το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι «η απόφαση αυτή, η οποία ταυτιζόταν κατ’ ουσίαν με εκείνη της 9ης Ιουλίου 2009, [εκδόθηκε] τέσσερα έτη και τέσσερις μήνες αφότου η ΑΣΣΠΑ έλαβε γνώση της ασθένειας [του AV] και ενώ η ΑΣΣΠΑ έσπευδε, τέσσερις ημέρες αργότερα, να παύσει τον [AV] από τα καθήκοντά του λόγω της αναπηρίας του» (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 52). 14 Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπογράμμισε ότι, εάν η παράλογη διάρκεια της διαδικασίας την οποία είχε διαπιστώσει «εμπόδιζε την Επιτροπή να εφαρμόσει έναντι του [AV] επιφύλαξη για ιατρικούς λόγους», «η απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2014], η οποία [ταυτιζόταν κατ’ ουσίαν] με τις αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 2009 και της 12ης Απριλίου 2010, εκδόθηκε σχεδόν εννέα έτη αφότου η Επιτροπή έλαβε γνώση του ότι η προ της προσλήψεως εξέταση δεν είχε διεξαχθεί κανονικά» και ότι «η απόφαση αυτή [έπασχε] κατ’ ανάγκην την ίδια παρατυπία» (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 53). 15 Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε συναφώς ότι «το γεγονός ότι η απόφαση της 12ης Απριλίου 2010 [είχε] ακυρωθεί λόγω διαδικαστικής πλημμέλειας δεν [απέκλειε] τη δυνατότητα του [AV] να προβάλει, στο πλαίσιο της αποφάσεως εκτελέσεως της ακυρωτικής αποφάσεως, ουσιαστικό λόγο ακυρώσεως που είχε προβληθεί στο πλαίσιο της προσφυγής επί της οποίας εκδόθηκε η ακυρωτική απόφαση». Διευκρίνισε, δε, ότι «από τη σκέψη 29 της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 2012 [προέκυπτε ότι ο AV] είχε προβάλει, στο πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως, λόγο αντλούμενο από παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου» (αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σκέψη 54). Διαδικασία ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και αιτήματα των διαδίκων 16 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 30 Σεπτεμβρίου 2016, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. 17 Στις 24 Φεβρουαρίου 2017, ο AV κατέθεσε υπόμνημα επί της αιτήσεως αναιρέσεως με το οποίο άσκησε επίσης ανταναίρεση. 18 Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 29 Μαρτίου 2017, η Επιτροπή ζήτησε να της επιτραπεί να υποβάλει υπόμνημα απαντήσεως και ο πρόεδρος του τμήματος δέχθηκε το αίτημα με απόφαση της 3ης Απριλίου 2017. 19 Στις 12 Μαΐου 2017, η Επιτροπή κατέθεσε το υπόμνημα απαντήσεως. 20 Στις 12 Ιουλίου 2017, ο AV κατέθεσε υπόμνημα ανταπαντήσεως. Με έγγραφο της ίδιας ημέρας, ο AV παραιτήθηκε από την ανταναίρεση. Στις 4 Αυγούστου 2017, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να υποβάλει παρατηρήσεις επί της παραιτήσεως αυτής. 21 Με έγγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Σεπτεμβρίου 2017, ο AV ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 207 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να αναπτύξει τις απόψεις του στο πλαίσιο της προφορικής διαδικασίας. Η Επιτροπή δεν υπέβαλε αίτημα διεξαγωγής επ’ ακροατηρίου συζητήσεως εντός της προθεσμίας που προβλέπεται από την ίδια διάταξη. 22 Στις 21 Νοεμβρίου 2017, το δεύτερο τμήμα αποφάσισε, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. 23 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο: – να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση· – να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου να την εκδικάσει σε πρώτο βαθμό· – να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα. 24 Ο AV ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο: – να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως προδήλως αβάσιμη, – βάσει της ανταναιρέσεως, να υποχρεώσει την Επιτροπή να του καταβάλει το ποσό των 50000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω υλικής ζημίας και ηθικής βλάβης, – να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. 25 Το Γενικό Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι ο AV παραιτήθηκε από την ανταναίρεση. Επομένως, δεν δικαιούται πλέον να τοποθετηθεί επί του αιτήματος με το οποίο ζητεί να του καταβληθεί το ποσό των 50000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω υλικής ζημίας και ηθικής βλάβης. Σκεπτικό 26 Προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως, η Επιτροπή προβάλλει δύο λόγους. Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως υποστηρίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερβολική καθυστέρηση κατά τη λήψη της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2014 μπορούσε να έχει επιπτώσεις στο ίδιο το περιεχόμενό της, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εφάρμοσε εσφαλμένως την αρχή της τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας και παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου την ισχύ του οποίου απέκτησε η απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, AV κατά Επιτροπής (F-4/11, EU:F:2012:96). 27 Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να προβεί, κατ’ αρχάς, στην εξέταση του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και, στη συνέχεια, να εξετάσει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως. Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής του δεδικασμένου 28 Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης παραβίασε την αρχή του δεδικασμένου την ισχύ του οποίου απέκτησε η απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, AV κατά Επιτροπής (F-4/11, EU:F:2012:96). 29 Κατ’ αρχάς, υπενθυμίζεται ότι, προς διασφάλιση τόσο της σταθερότητας του δικαίου και των εννόμων σχέσεων όσο και της χρηστής απονομής της δικαιοσύνης, οι δικαστικές αποφάσεις οι οποίες έχουν καταστεί αμετάκλητες, μετά την εξάντληση των προβλεπομένων ενδίκων μέσων ή μετά την εκπνοή των προθεσμιών που έχουν ταχθεί για την άσκηση αυτών των ενδίκων μέσων, επιβάλλεται να μην μπορούν πλέον να αμφισβητηθούν (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Köbler, C-224/01, EU:C:2003:513, σκέψη 38), καθώς και ότι, για τον λόγο αυτόν, οι αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις αποκτούν ισχύ δεδικασμένου. 30 Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει μόνον τα πραγματικά και νομικά ζητήματα που επιλύθηκαν όντως ή κατ’ ανάγκη με την επίμαχη δικαστική απόφαση (βλ., συναφώς, διάταξη της 17ης Δεκεμβρίου 2009, Nijs κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, T-567/08 P, EU:T:2009:523, σκέψη 32, και απόφαση της 25ης Φεβρουαρίου 2015, Walton κατά Επιτροπής, T-261/14 P, EU:T:2015:110, σκέψη 36) και ότι το δεδικασμένο δεν καλύπτει μόνον το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, αλλά εκτείνεται και στο σκεπτικό της που αποτελεί την απαραίτητη βάση του διατακτικού της με το οποίο είναι, ως εκ τούτου, αδιαχώριστο (απόφαση της 19ης Απριλίου 2012, Artegodan κατά Επιτροπής, C‑221/10 P, EU:C:2012:216, σκέψη 87). 31 Τέλος, έχει κριθεί ότι, ακόμη και αν οι αιτιάσεις στις οποίες στηρίζεται μια προσφυγή ταυτίζονται εν μέρει με εκείνες που προβλήθηκαν στο πλαίσιο προγενέστερης δίκης, η δεύτερη προσφυγή δεν συνιστά επανάληψη της πρώτης, αλλά εισάγει νέα διαφορά, κατά το μέτρο που στηρίζεται και σε άλλους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς (απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2011, Μιχαήλ κατά Επιτροπής, F‑100/09, EU:F:2011:132, σκέψη 31· βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 1996, Altmann κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-177/94 και T-377/94, EU:T:1996:193, σκέψη 52). 32 Στην επίδικη υπόθεση, επισημαίνεται ότι η ακύρωση της αποφάσεως της 12ης Απριλίου 2010 και η ακύρωση της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2014, αντιστοίχως, με την απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, AV κατά Επιτροπής (F‑4/11, EU:F:2012:96), και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν στηρίζονται στους ίδιους λόγους. 33 Πράγματι, στην απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, AV κατά Επιτροπής (F-4/11, EU:F:2012:96), η οποία απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στήριξε την απόφασή του να ακυρώσει την απόφαση της 12ης Απριλίου 2010 στη μη τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται από το άρθρο 32 του ΚΛΠ. Στο πλαίσιο αυτό, επισήμανε αναμφίλεκτα ότι δεν ήταν αναγκαία η εξέταση της αιτιάσεως περί παραβιάσεως της αρχής της τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας. 34 Εντούτοις, τίθεται το ζήτημα εάν, στο σκεπτικό της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 2012, AV κατά Επιτροπής (F-4/11, EU:F:2012:96), το οποίο αποτελεί την απαραίτητη βάση του διατακτικού της, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης είχε ήδη λάβει θέση ως προς το ζήτημα της υπάρξεως παραβιάσεως της αρχής της τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας και, ενδεχομένως, επί του αν η εν λόγω παραβίαση επηρεάζει τη λήψη νέας αποφάσεως σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 32 του ΚΛΠ. 35 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι από κανένα σημείο της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 2012, AV κατά Επιτροπής (F-4/11, EU:F:2012:96), δεν προκύπτει ότι η βούληση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης ήταν να λάβει θέση, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, σε σχέση με το ζήτημα της υπάρξεως παραβιάσεως της αρχής της τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας, πολλώ δε μάλλον σε σχέση με τις συνέπειες της παραβιάσεως αυτής. 36 Σε αντίθεση με όσα υποστηρίζει κατ’ ουσίαν η Επιτροπή, το γεγονός ότι, με την απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, AV κατά Επιτροπής (F‑4/11, EU:F:2012:96), το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ακύρωσε την απόφαση της 12ης Απριλίου 2010 λόγω παραβάσεως του άρθρου 32 του ΚΛΠ δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως τοποθέτηση με την οποία έκρινε σιωπηρώς το ζήτημα της υπάρξεως παραβιάσεως της αρχής της τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας και επέτρεψε, έτσι, στην ΑΣΣΠΑ να ανακαλέσει την απόφαση της 12ης Απριλίου 2010 και να λάβει νέα απόφαση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 32 του ΚΛΠ, εμποδίζοντας οριστικά οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με το ζήτημα της υπάρξεως της παραβιάσεως της αρχής της τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας και, πολλώ δε μάλλον, σχετικά με τις συνέπειες της παραβιάσεως αυτής. 37 Μια τέτοια ερμηνεία μπορεί να υποστηριχθεί ακόμη λιγότερο καθόσον αντιφάσκει στη σκέψη 42 της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 2012, AV κατά Επιτροπής (F‑4/11, EU:F:2012:96), στην οποία, όπως υπομνήσθηκε ανωτέρω στη σκέψη 33, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ανέφερε ρητώς ότι δεν θεωρούσε αναγκαία την εξέταση των λοιπών λόγων της προσφυγής. 38 Επομένως, η Επιτροπή στηρίχθηκε στην εσφαλμένη παραδοχή ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αποφάνθηκε επί του λόγου που αφορούσε παραβίαση της αρχής της τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας με την απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, AV κατά Επιτροπής (F‑4/11, EU:F:2012:96). 39 Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, εν προκειμένω, οι λόγοι που αποτελούσαν την απαραίτητη βάση του διατακτικού της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 2012, AV κατά Επιτροπής (F-4/11, EU:F:2012:96), αφορούσαν μόνον το άρθρο 32 του ΚΛΠ. Έτσι, ακόμη και αν το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης είχε εξετάσει τον λόγο που αφορούσε την παραβίαση της αρχής της τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας και είχε διαπιστώσει είτε την απουσία τέτοιας παραβιάσεως είτε ότι η παραβίαση αυτή δεν είχε επιπτώσεις στην προσβαλλόμενη με την προσφυγή απόφαση, κανένα από τα σημεία του σκεπτικού που αφορούν τον λόγο αυτόν δεν θα είχε ισχύ δεδικασμένου, καθόσον κανένα από αυτά δεν αποτελούσε την απαραίτητη βάση του διατακτικού της εν λόγω αποφάσεως. 40 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται εσφαλμένη εφαρμογή της αρχής τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως 41 Στο πλαίσιο του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εφάρμοσε εσφαλμένως την αρχή της τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας. Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι μια απόφαση μπορεί να ακυρωθεί λόγω παραβιάσεως της αρχής αυτής μόνον κατ’ εξαίρεση. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ίδιο δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι η υπερβολική καθυστέρηση που σημειώθηκε κατά τη λήψη της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2014 μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής. Τέλος, υποστηρίζει ότι η αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως συναφώς ήταν πλημμελής, καθόσον το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν ανέφερε τους λόγους για τους οποίους η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος είχε επιπτώσεις στο περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως. 42 Ο AV αντικρούει τα επιχειρήματα της Επιτροπής. Υποστηρίζει, κατ’ αρχάς, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι αρκούντως αιτιολογημένη, καθόσον το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ανέφερε σαφώς, στις σκέψεις 44 έως 51, τους λόγους για τους οποίους διαπίστωσε υπέρβαση της εύλογης προθεσμίας στην επίδικη υπόθεση, καθώς και τους λόγους για τους οποίους η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος μπορούσε να έχει επιπτώσεις στο περιεχόμενο της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2014. Στη συνέχεια, υποστηρίζει ότι, λαμβανομένου υπόψη ότι είχε παρέλθει υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα, του ήταν αδύνατον να παράσχει χρήσιμες διευκρινίσεις επί των δηλώσεων που πραγματοποιήθηκαν κατά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση. Προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν ζήτησε από τον ιατρό‑σύμβουλο που διεξήγαγε την εν λόγω προ της προσλήψεως εξέταση και την ετήσια εξέταση του 2006 να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο διεξήχθη η εξέταση ή να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους γνωμάτευσε υπέρ της ικανότητας υπηρεσίας χωρίς επιφυλάξεις το 2006, ενώ γνώριζε την ασθένειά του. Εξάλλου, επισημαίνει ότι η Επιτροπή εφάρμοσε στην περίπτωση της προσλήψεώς του την επιφύλαξη για ιατρικούς λόγους μόνον αφότου διαπίστωσε τη μόνιμη, θεωρούμενη ως ολική αναπηρία του, η οποία τον εμπόδιζε να ασκήσει τα καθήκοντά του. Επιπλέον, διαπιστώνει ότι, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι η επιτροπή αναπηρίας δεν αποφάνθηκε επί του διαφορετικού ζητήματος αν η ασθένειά του AV θα είχε δικαιολογήσει την εφαρμογή επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους. Υποστηρίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας με την αδράνειά της επί τρία έτη και επτά μήνες. Τέλος, προσθέτει ότι η Επιτροπή παρέβη το άρθρο 266 ΣΛΕΕ καθόσον δεν έλαβε τα μέτρα που συνεπαγόταν η απόφαση της 10ης Ιουλίου 2012, AV κατά Επιτροπής (F-4/11, EU:F:2012:96), δεδομένου ότι παρέλειψε παρανόμως να δώσει εντολή σε ιατρό‑σύμβουλο να εξετάσει εάν η ασθένειά του δικαιολογούσε την εφαρμογή της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους. 43 Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι, με το υπόμνημα απαντήσεως, η Επιτροπή ανέφερε σαφώς και ρητώς ότι «δεν [αμφισβητούνταν] η διαπίστωση του [Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης που περιέχεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σύμφωνα με την οποία] η διάρκεια της διαδικασίας εκφράσεως επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους με αναδρομικά αποτελέσματα ήταν υπερβολική» και διευκρίνισε ότι «[η] κριτική της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως [αφορούσε] τα συμπεράσματα τα οποία [είχε αντλήσει] το [εν λόγω Δικαστήριο] από τη διαπίστωση αυτή, δηλαδή την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως». 44 Επιβάλλεται, επομένως, η επισήμανση ότι η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι, καθυστερώντας να λάβει την απόφαση της 9ης Ιουλίου 2009 επί τρία έτη και επτά μήνες αφότου πληροφορήθηκε ότι ο προσφεύγων είχε αναγνωρίσει ο ίδιος ότι είχε παραλείψει να αναφερθεί, κατά την προ της προσλήψεως εξέταση, στην ασθένεια από την οποία έπασχε, παραβίασε την αρχή της τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας. Δεν αμφισβητεί επίσης ότι, κατά συνέπεια, ούτε οι αποφάσεις της 12ης Απριλίου 2010 και της 16ης Σεπτεμβρίου 2014 ελήφθησαν εντός εύλογης προθεσμίας. Αντιθέτως, αμφισβητεί τα περιεχόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση συμπεράσματα του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης σύμφωνα με τα οποία η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος μπορούσε να έχει επιπτώσεις σ’ αυτό καθαυτό το περιεχόμενο της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2014. 45 Κατά τη νομολογία, η υποχρέωση τηρήσεως εύλογης προθεσμίας κατά τη διεξαγωγή των διοικητικών διαδικασιών αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της οποίας την τήρηση εξασφαλίζουν τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης και η οποία, εξάλλου, περιέχεται στο άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ως συστατικό στοιχείο του δικαιώματος σε χρηστή διοίκηση (αποφάσεις της 11ης Απριλίου 2006, Angeletti κατά Επιτροπής, T-394/03, EU:T:2006:111, σκέψη 162, και της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Füller‑Tomlinson κατά Κοινοβουλίου, T-390/10 P, EU:T:2012:652, σκέψη 115). 46 Εντούτοις, η παραβίαση της αρχής της τηρήσεως εύλογης προθεσμίας δεν δικαιολογεί, κατά κανόνα, την ακύρωση αποφάσεως ληφθείσας κατά το πέρας διοικητικής διαδικασίας. Ειδικότερα, μόνον όταν η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος μπορεί να έχει επιπτώσεις στο ίδιο το περιεχόμενο της αποφάσεως που ελήφθη κατά το πέρας διοικητικής διαδικασίας επηρεάζει η μη τήρηση της αρχής της εύλογης προθεσμίας το κύρος της διοικητικής διαδικασίας (αποφάσεις της 6ης Δεκεμβρίου 2012, Füller‑Tomlinson κατά Κοινοβουλίου, T‑390/10 P, EU:T:2012:652, σκέψη 116, και της 12ης Μαΐου 2016, Guittet κατά Επιτροπής, F‑92/15, EU:F:2016:118, σκέψη 76). 47 Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι, στην ιδιαίτερη περίπτωση στην οποία, μετά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση, προκύπτει ότι ένας υπάλληλος δεν απάντησε ειλικρινώς και πλήρως στις ερωτήσεις που του τέθηκαν σχετικά με την κατάσταση της υγείας του από τον ιατρό‑σύμβουλο κατά την εξέταση αυτή, η ΑΣΣΠΑ νομιμοποιείται να ανακαλέσει την αρχική της απόφαση περί μη εφαρμογής της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους και να λάβει νέα απόφαση εφαρμόζοντας αναδρομικώς την επιφύλαξη αυτή (απόφαση της 20ής Ιουλίου 2016, HC κατά Επιτροπής, F-132/15, EU:F:2016:158, σκέψη 85). 48 Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα αυτής της νομολογίας. 49 Κατ’ αρχάς, πρέπει να εξεταστεί η αιτίαση της Επιτροπής σύμφωνα με την οποία η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, στο μέτρο που το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν ανέφερε τους λόγους για τους οποίους θεώρησε ότι η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος μπορούσε να επηρεάσει το περιεχόμενο της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2014. 50 Υπενθυμίζεται ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης πρέπει να είναι επαρκώς αιτιολογημένες προκειμένου το Γενικό Δικαστήριο να είναι σε θέση να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο. Η αιτιολογία μπορεί να είναι σιωπηρή, υπό την προϋπόθεση ότι παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά του και στο ακυρωτικό δικαστήριο επαρκή στοιχεία για να ασκήσει τον έλεγχό του (αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 2010, Lebedef κατά Επιτροπής, T-52/10 P, EU:T:2010:543, σκέψεις 83 και 84, και της 23ης Απριλίου 2015, BX κατά Επιτροπής, T-352/13 P, EU:T:2015:225, σκέψη 44). Εξάλλου, η υποχρέωση αιτιολογήσεως αποτελεί ουσιώδη τύπο ο οποίος πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου των λόγων, δεδομένου ότι το τελευταίο αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης πράξεως (αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, C-367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 67, και της 21ης Απριλίου 2004, M κατά Δικαστηρίου, T-172/01, EU:T:2004:108, σκέψη 61). 51 Εν προκειμένω, οι σκέψεις 50 έως 54 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περιέχουν τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος μπορούσε να έχει επιπτώσεις σ’ αυτό καθαυτό το περιεχόμενο της αποφάσεως που ελήφθη μετά το πέρας διοικητικής διαδικασίας, δηλαδή της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2014. Ειδικότερα, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης εξήγησε ότι η πρώτη απόφαση να εφαρμοστεί σε σχέση με την πρόσληψη του AV η επιφύλαξη για ιατρικούς λόγους, δηλαδή η απόφαση της 9ης Ιουλίου 2009, εκδόθηκε τρεις σχεδόν μήνες μετά τη λήξη της συμβάσεώς του, σχεδόν οκτώ μήνες μετά το αίτημά του να επιληφθεί της υποθέσεως η επιτροπή αναπηρίας, περισσότερο από τρία έτη και επτά μήνες αφότου η ΑΣΣΠΑ έλαβε γνώση της ασθένειάς του και αφότου η επιτροπή αναπηρίας επιβεβαίωσε τη μόνιμη ολική αναπηρία του λόγω της ασθένειας αυτής. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης συνήγαγε από τα ανωτέρω το συμπέρασμα ότι η απόφαση της 9ης Ιουλίου 2009 είχε μετατραπεί, στην πραγματικότητα, σε απόφαση άμεσου αποκλεισμού του AV από τις προβλεπόμενες σε σχέση με την αναπηρία παροχές. Επομένως, έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος μπορούσε κατ’ ανάγκην να επηρεάσει το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής. 52 Πρέπει να θεωρηθεί ότι μια τέτοια αιτιολογία παρέχει τη δυνατότητα στο Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τον δικαστικό του έλεγχο και στην Επιτροπή να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν δέχθηκε τα επιχειρήματά της. Επομένως, η αιτίαση της Επιτροπής περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να απορριφθεί. 53 Όσον αφορά την ουσία, πρέπει να εξεταστεί εάν το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ορθώς έκρινε ότι η παραβίαση της αρχής της τηρήσεως της εύλογης προθεσμίας μπορούσε να έχει επιπτώσεις στο περιεχόμενο της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2014. 54 Υπενθυμίζεται, κατ’ αρχάς, ότι, στην απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2014, η ΑΣΣΠΑ ανέφερε ότι είχε στηριχθεί στα συμπεράσματα των ιατρών-μελών της επιτροπής αναπηρίας της 30ής Απριλίου 2013, σύμφωνα με τα οποία, «εάν ο [AV] είχε δηλώσει την ασθένειά του στον ιατρό που τον ρώτησε κατά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση, η ασθένειά του θα είχε δικαιολογήσει την εφαρμογή επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους όπως προβλέπεται από το άρθρο 32 του ΚΛΠ». Προκύπτει, έτσι, από την απόφαση της ΑΣΣΠΑ ότι η απόφαση εφαρμογής στην περίπτωση της προσλήψεως του AV της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ασθένεια την οποία όφειλε να έχει δηλώσει κατά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση και όχι στην εξέλιξη της ασθένειας μετά την εξέταση αυτή. 55 Εντούτοις, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε, με τις σκέψεις 50 έως 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος από τον χρόνο κατά τον οποίο η ΑΣΣΠΑ έλαβε γνώση της ασθένειας του AV και της αποφάσεως της 9ης Ιουλίου 2009, με την οποία εφαρμόστηκε στην πρόσληψη του τελευταίου η επιφύλαξη για ιατρικούς λόγους, είχε επιπτώσεις στο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής (και, κατά συνέπεια, στο περιεχόμενο των αποφάσεων της 12ης Απριλίου 2010 και της 16ης Σεπτεμβρίου 2014). Πράγματι, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπίστωσε πολλές περιστάσεις οι οποίες προέκυψαν κατά το υπερβολικά μεγάλο αυτό χρονικό διάστημα, ήτοι ότι η απόφαση της 9ης Ιουλίου 2009 εκδόθηκε μετά τη λήξη της συμβάσεως, μετά το αίτημα του AV να επιληφθεί η επιτροπή αναπηρίας, πολλά έτη αφότου η ΑΣΣΠΑ πληροφορήθηκε την ασθένεια του AV και αφότου επιβεβαιώθηκε από την επιτροπή αναπηρίας η μόνιμη ολική αναπηρία του. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε ότι, λόγω των ως άνω περιστατικών κατά τη διάρκεια της μακράς αυτής περιόδου, η απόφαση περί εφαρμογής στην πρόσληψη του AV της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους αναδρομικώς από την ημέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά του είχε μετατραπεί, στην πραγματικότητα, σε απόφαση άμεσου αποκλεισμού του από τις παροχές που προβλέπονται για την περίπτωση αναπηρίας λόγω ήδη υπάρχουσας αναπηρίας. 56 Πρέπει να θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο με το συμπέρασμά του, βάσει των περιστάσεων που περιγράφηκαν ανωτέρω, στη σκέψη 55, ότι η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος είχε επιπτώσεις στο περιεχόμενο της αποφάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2014. 57 Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι, στην επίδικη υπόθεση, η ΑΣΣΠΑ έλαβε δύο διαφορετικές αποφάσεις, δηλαδή μία απόφαση βάσει του άρθρου 33 του ΚΛΠ περί αναγνωρίσεως της μόνιμης ολικής αναπηρίας του AV και μία απόφαση βάσει του άρθρου 32 του ΚΛΠ, με την οποία εφαρμόστηκε στην περίπτωση της προσλήψεώς του η επιφύλαξη για ιατρικούς λόγους. Επομένως, οι αποφάσεις ελήφθησαν βάσει των κριτηρίων που προέβλεπε καθεμία από τις διατάξεις αυτές. 58 Επισημαίνεται, συναφώς ότι, από χρονολογικής απόψεως, η απόφαση εφαρμογής στην περίπτωση μιας προσλήψεως της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους λαμβάνεται μεν κατά την προ της προσλήψεως εξέταση και, συνεπώς, προηγείται, κατ’ αρχήν, των συμπερασμάτων της επιτροπής αναπηρίας και της αποφάσεως της ΑΣΣΠΑ σχετικά με την αναγνώριση της αναπηρίας ενός μέλους του προσωπικού, εντούτοις το γεγονός ότι η απόφαση περί εφαρμογής της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους ελήφθη μετά τα συμπεράσματα περί αναγνωρίσεως της αναπηρίας και μετά τη λήξη της συμβάσεως οφείλεται αποκλειστικά στις ιδιαίτερες περιστάσεις της επίδικης υποθέσεως. 59 Λαμβανομένου υπόψη ότι η απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2014«μετετράπη, στην πραγματικότητα», σε απόφαση περί αποκλεισμού, με άμεση ισχύ, του AV από τις προβλεπόμενες για την αναπηρία παροχές, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στηρίχθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, σε ένα τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο, όταν μια απόφαση περί εφαρμογής στην πρόσληψη της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους λόγω ασθενείας λαμβάνεται μετά τα σχετικά με την αναγνώριση αναπηρίας συμπεράσματα για την ίδια αυτή ασθένεια, καθώς και μετά το πέρας της συμβάσεως, οι περιστάσεις αυτές παράγουν αυτομάτως αποτελέσματα επί του περιεχομένου της αποφάσεως αυτής. Λαμβανομένου υπόψη ότι η απόφαση περί εφαρμογής στην πρόσληψη της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους στηρίχθηκε αποκλειστικά σε στοιχεία τα οποία ο προσφεύγων όφειλε να είχε δηλώσει κατά την προ της προσλήψεως εξέταση, το γεγονός και μόνον ότι η απόφαση ελήφθη μετά το πέρας της συμβάσεως και μετά τα συμπεράσματα της επιτροπής αναπηρίας σχετικά με την αναγνώριση της αναπηρίας δεν οδηγεί αφ’ εαυτού στο συμπέρασμα ότι η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος είχε επιπτώσεις στο περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής. 60 Εξάλλου, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, στη σκέψη 47, υπενθυμίζεται ότι, στην ιδιαίτερη περίπτωση κατά την οποία, μετά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση, προκύπτει ότι ένα μέλος του προσωπικού δεν απάντησε πλήρως και ειλικρινώς στις ερωτήσεις τις οποίες του έθεσε σχετικά με την υγεία του ο ιατρός‑σύμβουλος κατά την εξέταση αυτή, η ΑΣΣΠΑ νομιμοποιείται να ανακαλέσει την αρχική της απόφαση περί μη εφαρμογής της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους και να λάβει νέα απόφαση περί αναδρομικής εφαρμογής της επιφυλάξεως αυτής (απόφαση της 20ής Ιουλίου 2016, HC κατά Επιτροπής, F‑132/15, EU:F:2016:158, σκέψη 85). 61 Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο που να οδηγεί στη διαπίστωση –που απαιτείται από την παρατιθέμενη ανωτέρω στη σκέψη 46 νομολογία– ότι η παρέλευση υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος μπορούσε να έχει, είτε από νομικής είτε από πραγματικής απόψεως, επιπτώσεις στην απόφαση περί εφαρμογής στην πρόσληψη της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους. 62 Τουτέστιν, οι περιστάσεις στις οποίες στηρίζεται το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2014 θα μπορούσε να έχει διαφορετικό περιεχόμενο εάν είχε ληφθεί πριν από τα συμπεράσματα της επιτροπής αναπηρίας ή πριν από τη λήξη της συμβάσεως. 63 Συνεπώς, ελλείψει οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου που να αποδεικνύει την πραγματική ή δυνητική επίπτωση της παρελεύσεως υπερβολικά μεγάλου χρονικού διαστήματος στην απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2014, ο αποκλεισμός του AV από τις προβλεπόμενες για την αναπηρία παροχές δεν μπορεί να θεωρηθεί ως το αποτέλεσμα μετατροπής, εν τοις πράγμασι, της αποφάσεως περί εφαρμογής στην πρόσληψη της επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους. Αντιθέτως, ο εν λόγω αποκλεισμός μπορεί, στο στάδιο αυτό, να δικαιολογηθεί μόνον ως η συνέπεια δύο χωριστών αποφάσεων, της πρώτης με την οποία εκφράστηκε επιφύλαξη για ιατρικούς λόγους σε σχέση με την πρόσληψη του AV λόγω της ασθένειας που προϋπήρχε της προσλήψεώς του και για την οποία η επιτροπή αναπηρίας είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, αν είχε δηλωθεί κατά την προ της προσλήψεως ιατρική εξέταση, θα δικαιολογούσε την εφαρμογή επιφυλάξεως για ιατρικούς λόγους και της δεύτερης με την οποία αναγνωρίστηκε η μόνιμη ολική αναπηρία του AV λόγω της ασθένειας αυτής. 64 Κατόπιν των ανωτέρω, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κρίνεται βάσιμος. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Επί των συνεπειών της αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως 65 Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2016/1192 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων της (ΕΕ 2016, L 200, σ. 137), εάν το Γενικό Δικαστήριο αναιρέσει απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης και κρίνει ότι η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση, παραπέμπει την υπόθεση σε τμήμα διαφορετικό από εκείνο που αποφάνθηκε επί της αιτήσεως αναιρέσεως. 66 Εν προκειμένω, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν εξέτασε τον πρώτο λόγο της προσφυγής, με τον οποίο προβλήθηκε παράβαση του άρθρου 32 του ΚΛΠ, ούτε τον δεύτερο λόγο της προσφυγής, με τον οποίο προβλήθηκε παράβαση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την ανάκληση πράξεως που παράγει δικαιώματα εξ υποκειμένου. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν είναι σε θέση να κρίνει την υπόθεση. Ως εκ τούτου, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί ενώπιον τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου διαφορετικού από εκείνο που αποφάνθηκε επί της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Επί των δικαστικών εξόδων 67 Δεδομένου ότι η υπόθεση παραπέμπεται σε τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου διαφορετικό από εκείνο που αποφάνθηκε επί της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, το Γενικό Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης. Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (αναιρετικό τμήμα) αποφασίζει: 1) Αναιρεί την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (δεύτερο τμήμα) της 21ης Ιουλίου 2016, AV κατά Επιτροπής (F-91/15). 2) Παραπέμπει την υπόθεση σε τμήμα του Γενικού Δικαστηρίου διαφορετικό από εκείνο που αποφάνθηκε επί της αιτήσεως αναιρέσεως. 3) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα. Jaeger Prek Dittrich Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 17 Μαΐου 2018. (υπογραφές) ( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.

Amtliche Sprachfassungen

Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.

ČeštinaΕλληνικάEnglishEspañolFrançaisItalianoNederlandsPolskiPortuguêsRomână