EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union
Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος – Γενικός Γραμματέας στο Γραφείο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή – Γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής – Μη συνεκτίμηση της εν λόγω γνώμης – Παράβαση της διαδικασίας επιλογής – Πρόδηλη πλάνη εκτίμησης – Ίση μεταχείριση – Αρχή της χρηστής διοίκησης – Ευθύνη
ECLI: ECLI:EU:T:2018:169Entscheidung vom: 22.03.2018
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (όγδοο τμήμα)
της 22ας Μαρτίου 2018 ( *1 )
[Κείμενο όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018]
«Υπαλληλική υπόθεση – Υπάλληλοι – Πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος – Γενικός Γραμματέας στο Γραφείο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή – Γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής – Μη συνεκτίμηση της εν λόγω γνώμης – Παράβαση της διαδικασίας επιλογής – Πρόδηλη πλάνη εκτίμησης – Ίση μεταχείριση – Αρχή της χρηστής διοίκησης – Ευθύνη»
Στην υπόθεση T-581/16,
Κώστας Πώποτας, υπάλληλος του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτοικος Λουξεμβούργου (Λουξεμβούργο), εκπροσωπούμενος από τον Β. Χριστιανό και τη Σ. Παλιού, δικηγόρους,
προσφεύγων-ενάγων,
κατά
Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, εκπροσωπούμενου από τους Λ. Παπαδιά, P. Dyrberg και Α. Αντωνιάδη, επικουρούμενους από την A. Duron, δικηγόρο,
καθού-εναγομένου,
με αντικείμενο προσφυγή-αγωγή δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ και αίτημα, αφενός, την ακύρωση της απόφασης περί διορισμού της B. G. στη θέση του γενικού γραμματέα στο Γραφείο του Διαμεσολαβητή, της απόφασης του Διαμεσολαβητή της 9ης Νοεμβρίου 2015 περί απόρριψης των διοικητικών ενστάσεων που υπέβαλε ο προσφεύγων-ενάγων κατά της πρώτης απόφασης, καθώς και της απόφασης του Διαμεσολαβητή να μην τον καλέσει σε συνέντευξη, και, αφετέρου, την αποκατάσταση της ζημίας που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο προσφεύγων-ενάγων εξαιτίας των ανωτέρω αποφάσεων,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
συγκείμενο από τους A. M. Collins, πρόεδρο, M. Kancheva και R. Barents (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, κύρια διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζήτησης της 21ης Σεπτεμβρίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
I. [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Το νομικό πλαίσιο
1
Κατά το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: ΚΥΚ):
«Η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο θεσμικό όργανο τις υπηρεσίες υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, απόδοσης και ακεραιότητας και επιλέγονται από την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών της [Ευρωπαϊκής] Ένωσης.»
2
Στις 19 Φεβρουαρίου 2015, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής [στο εξής: Διαμεσολαβητής] δημοσίευσε πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την πρόσληψη γενικού γραμματέα βαθμού AD 15/16 στο Γραφείο του Διαμεσολαβητή (OMB/2/2015, στο εξής: πρόσκληση).
3
Τα κριτήρια επιλογής, που απαριθμούνται στο σημείο 6 της πρόσκλησης, είναι τα ακόλουθα:
–
«προϋπηρεσία σε ή προηγούμενη συνεργασία με θεσμικό όργανο, φορέα ή υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή εθνικό γραφείο διαμεσολαβητή ή παρόμοιο φορέα·
–
καλή γνώση των υποθέσεων της ΕΕ, των θεσμών της ΕΕ και του δικαίου της ΕΕ·
–
σημαντική εμπειρία στη διαχείριση και αποδεδειγμένη επιτυχία σε έναν τομέα συμβατό με τις δραστηριότητες του γραφείου·
–
καλή κατανόηση του ρόλου του Διαμεσολαβητή στη δημόσια διοίκηση·
–
αποδεδειγμένη εμπειρία επίτευξης στρατηγικής αλλαγής·
–
γνώσεις δημοσιονομικής διαχείρισης και σχεδιασμού·
–
κατανόηση των σύγχρονων στρατηγικών και διαδικασιών ανθρώπινου δυναμικού·
–
κατανόηση των σύγχρονων στρατηγικών και διαδικασιών πληροφορικής·
–
άριστες δεξιότητες επικοινωνίας, δικτύωσης και παροχής κινήτρων·
–
ισχυρή δέσμευση προς μια ΕΕ με επίκεντρο τον πολίτη·
–
ισχυρή δέσμευση υλοποίησης του οράματος και της στρατηγικής του Διαμεσολαβητή·
–
η ικανότητα αποτελεσματικής επικοινωνίας στα αγγλικά και γαλλικά είναι απαραίτητη για πρακτικούς λόγους. Γνώση άλλων επίσημων γλωσσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί πλεονέκτημα.»
4
Το σημείο 7 της πρόσκλησης, με τίτλο «[δ]ιαδικασία επιλογής», έχει ως εξής:
«Όλοι οι υποψήφιοι θα λάβουν απόδειξη παραλαβής. Για να συνδράμει την αρμόδια για [τους διορισμούς] αρχή, μια συμβουλευτική επιτροπή θα ελέγξει τις παραληφθείσες αιτήσεις με τη βοήθεια της Μονάδας Προσωπικού, Διοίκησης και Προϋπολογισμού και θα προτείνει έναν κατάλογο υποψηφίων για να κληθούν σε συνέντευξη. Η συμβουλευτική επιτροπή μπορεί να προτείνει να προσέλθουν για συνέντευξη ορισμένοι μόνο από τους προκριθέντες υποψηφίους.
Ο Διαμεσολαβητής μπορεί να αποφασίσει να κληθούν σε συνέντευξη μόνο ορισμένοι από τους υποψηφίους που περιλαμβάνονται στον προτεινόμενο κατάλογο. Όλοι οι υποψήφιοι θα ενημερωθούν για το αποτέλεσμα της διαδικασίας επιλογής.»
5
Ως καταληκτική ημερομηνία για την παραλαβή των υποψηφιοτήτων ορίστηκε, σύμφωνα με το σημείο 8 της πρόσκλησης, η 22α Μαρτίου 2015, στις 12:00 το μεσημέρι.
6
Επιπλέον, το σημείο 8 της πρόσκλησης προβλέπει ότι οι υποψηφιότητες πρέπει να περιλαμβάνουν τα κατωτέρω:
«a)
συμπληρωμένη αίτηση υποβολής υποψηφιότητας, η οποία είναι διαθέσιμη προς τηλεφόρτωση στην ιστοσελίδα του Διαμεσολαβητή […]·
b)
συνοδευτική επιστολή στην αγγλική γλώσσα στην οποία ο υποψήφιος εκδηλώνει το ενδιαφέρον του και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι διαθέτει τις αναγκαίες για τη θέση δεξιότητες, γνώσεις και ικανότητες·
c)
αντίγραφο του βιογραφικού σημειώματος του υποψηφίου·
d)
αντίγραφο επίσημου εγγράφου από το οποίο να προκύπτει η ιθαγένεια του υποψηφίου·
e)
αντίγραφο των πτυχίων (δεν απαιτείται μετάφραση ορκωτού μεταφραστή, αλλά η προσκόμιση μετάφρασης στη γαλλική ή αγγλική γλώσσα θα ήταν ευπρόσδεκτη)·
f)
στοιχεία που να αποδεικνύουν την επαγγελματική πείρα του υποψηφίου και από τα οποία να προκύπτουν σαφώς οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης καθώς και η ακριβής φύση των ασκούμενων καθηκόντων, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο υποψήφιος διαθέτει τις αναγκαίες γνώσεις που ορίζονται στο κεφάλαιο “κριτήρια επιλογής”·
g)
οι υποψήφιοι πρέπει επίσης να προσκομίσουν δήλωση και, ει δυνατόν, πιστοποιητικά που να αποδεικνύουν τις γλωσσικές τους γνώσεις·
h)
για τους υπαλλήλους άλλων θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίγραφο των τριών τελευταίων εκθέσεων αξιολόγησής τους (εφόσον είναι διαθέσιμες)·
i)
έγκυρη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την οποία θα χρησιμοποιήσει το Γραφείο του Διαμεσολαβητή για την επικοινωνία με τον υποψήφιο.
Για λόγους επαλήθευσης, ενδέχεται να ζητηθεί μεταγενέστερα η προσκόμιση των πρωτοτύπων των δικαιολογητικών που απαριθμούνται στα στοιχεία (d), (e), (f), (g) και (h).
Οι υποψηφιότητες που είναι ελλιπείς ή υποβάλλονται (εν μέρει ή πλήρως) μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων δεν θα ληφθούν υπόψη.»
II. [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Ιστορικό της διαφοράς
7
Στις 19 Μαρτίου 2015, ο Διαμεσολαβητής δημοσίευσε τον κατάλογο των μελών της συμβουλευτικής επιτροπής για τη διαδικασία επιλογής OMB/2/2015, η οποία απαρτιζόταν από τα ακόλουθα μέλη: τις A., D., S. και τον H. Εκτός αυτών, διορίστηκαν ένας παρατηρητής και μία γραμματέας προκειμένου να συνδράμουν την εν λόγω επιτροπή.
8
Στις 20 Μαρτίου 2015, ο προσφεύγων-ενάγων [στο εξής: προσφεύγων], Κώστας Πώποτας, υπέβαλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου συμπληρωμένα τα έγγραφα της αίτησης υποψηφιότητάς του για τη θέση του γενικού γραμματέα, διευκρινίζοντας ταυτοχρόνως ότι η έκθεση βαθμολογίας του για το έτος 2014 βρισκόταν στο στάδιο της οριστικοποίησης.
9
Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 24ης Μαρτίου 2015, ο Διαμεσολαβητής επιβεβαίωσε την παραλαβή της εν λόγω αίτησης υποψηφιότητας.
10
Στις 27 Μαρτίου 2015, ο προσφεύγων διαβίβασε την τελευταία έκθεση βαθμολογίας του, η οποία είχε συνταχθεί την ίδια ημέρα και αφορούσε το έτος 2014, πρόσθεσε δε ότι θα εκτιμούσε ιδιαιτέρως αν η έκθεση αυτή ετίθετο στη διάθεση της επιτροπής παρά το γεγονός ότι είχε αποσταλεί εκπροθέσμως.
11
Στις 9 Απριλίου 2015, η συμβουλευτική επιτροπή απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον Διαμεσολαβητή με το οποίο τον ενημέρωσε για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης του συνόλου των υποβληθεισών υποψηφιοτήτων. Εκτός αυτού, συνέταξε κατάλογο, με αλφαβητική σειρά, στον οποίο περιλαμβάνονταν δώδεκα υποψήφιοι προτεινόμενοι στον Διαμεσολαβητή για συνέντευξη. Στον αλφαβητικό αυτόν κατάλογο ο προσφεύγων καταλαμβάνει την προτελευταία θέση και η B. G. την έβδομη θέση.
12
Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 9ης Απριλίου 2015, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον παρατηρητή της συμβουλευτικής επιτροπής ότι αποφάσισε να καλέσει σε συνέντευξη οκτώ μόνον από τους δώδεκα υποψηφίους που πρότεινε η εν λόγω επιτροπή, μεταξύ των οποίων και την B. G., αποκλείοντας τον προσφεύγοντα από τη διαδικασία των συνεντεύξεων.
13
Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 10ης Απριλίου 2015, ο προϊστάμενος της Μονάδας «Προσωπικό, Διοίκηση και Προϋπολογισμός» ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι η συμβουλευτική επιτροπή αποφάσισε, παρά τα σημαντικά προσόντα του, να μην τον προτείνει στον Διαμεσολαβητή για συνέντευξη. Του διευκρίνισε επίσης ότι, σε περίπτωση που διαφωνούσε με την απόφαση αυτή, μπορούσε, μέχρι τις 17 Απριλίου 2015, να καταθέσει αιτιολογημένο αίτημα επανεξέτασης της απόφασης αυτής.
14
Στις 17 Απριλίου 2015 διεξήχθησαν οι συνεντεύξεις των οκτώ υποψηφίων που είχαν επιλεγεί από τον Διαμεσολαβητή και στις 22 Απριλίου 2015 διεξήχθη νέα συνέντευξη με τρεις εξ αυτών.
15
Στις 8 Μαΐου 2015, ο προσφεύγων ενημερώθηκε, μέσω του ιστοτόπου του περιοδικού Politico, για τον διορισμό της B. G. ως γενικής γραμματέα του Διαμεσολαβητή. Στις 4 Μαΐου 2015, η ίδια αυτή πληροφορία είχε γνωστοποιηθεί στη συμβουλευτική επιτροπή.
16
Στις 18 Μαΐου 2015, ο προσφεύγων υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή αίτημα πρόσβασης στα διοικητικά έγγραφα που αφορούσαν τη διαδικασία OMB/2/2015, ειδικότερα δε στα πρακτικά της συμβουλευτικής επιτροπής η οποία είχε διοριστεί για να συνδράμει την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (στο εξής: ΑΔΑ) καθώς και στην πρόταση που είχε υποβληθεί στην κρίση της τελευταίας από την εν λόγω επιτροπή.
17
Στις 26 Μαΐου 2015, ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι η συμβουλευτική επιτροπή «δεν τήρησε πρακτικά κατά τη συνεδρίασή της και, ως εκ τούτου, δεν ήταν δυνατόν να εξεταστεί το ενδεχόμενο δημόσιας πρόσβασης στο εν λόγω έγγραφο». Επιπλέον, όσον αφορά το αίτημα πρόσβασης του προσφεύγοντος στην πρόταση που υποβλήθηκε στην κρίση της ΑΔΑ, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, «ωστόσο, η συμβουλευτική επιτροπή δεν του υπέβαλε την πρότασή της με χωριστό έγγραφο, αλλά του γνωστοποίησε διά της διοικητικής οδού τις εκτιμήσεις της μέσω των σχετικών τμημάτων του σημειώματος της 13ης Μαΐου 2015 που αναφέρεται ανωτέρω».
18
Στις 3 Ιουνίου 2015, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε στον προσφεύγοντα, κατόπιν αίτησής του για την πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα, το σημείωμα της 13ης Μαΐου 2015 σχετικά με τη διαδικασία επιλογής OMB/2/2015 για την πρόσληψη γενικού γραμματέα. Το σημείωμα αυτό, το οποίο συντάχθηκε στις 13 Μαΐου 2015 από τον προϊστάμενο της Μονάδας «Προσωπικό, Διοίκηση και Προϋπολογισμός» και εγκρίθηκε από τον Διαμεσολαβητή, συνοψίζει τη διαδικασία επιλογής που ακολουθήθηκε από τη δημοσίευση της πρόσκλησης μέχρι την απόφαση επιλογής της B. G. για τη θέση. Το εν λόγω σημείωμα περιλαμβάνει τρία παραρτήματα: το πρώτο αφορά την επιλεξιμότητα των υποψηφίων, το δεύτερο αφορά τη βαθμολογία που απένειμε η συμβουλευτική επιτροπή στους επιλέξιμους υποψηφίους και το τρίτο αφορά τη βαθμολογία που απένειμε η συμβουλευτική επιτροπή στους οκτώ υποψηφίους οι οποίοι είχαν μετάσχει στον πρώτο γύρο των συνεντεύξεων.
19
Στις 4 Ιουνίου 2015, ο προσφεύγων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να άρει την ανωνυμία της υποψηφιότητάς του στο παράρτημα 2 του σημειώματος της 13ης Μαΐου 2015.
20
Στις 9 Ιουνίου 2015, ο προσφεύγων ενημερώθηκε από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι η υποψηφιότητά του έφερε τον αριθμό 51.
21
Στις 10 Ιουνίου 2015, ο προσφεύγων ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να του χορηγήσει πρόσβαση στα ακόλουθα έγγραφα:
–
«αντίγραφα των βιογραφικών σημειωμάτων των υποψηφίων με αριθμό 3, 7, 47 (εν ανάγκη ανώνυμα) καθώς και της B. G.·
–
τα κριτήρια πρόσκλησης των υποψηφίων σε συνέντευξη, όπως αναφέρονται στο παράρτημα 3 του σημειώματος της 13ης Μαΐου 2015 προς τον […] Διαμεσολαβητή.
–
αντίγραφα όλων των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή επιστολών (εν ανάγκη ανώνυμα) προς τους υπ’ αριθ. 7 και 47 υποψηφίους, από τις 10 Απριλίου και μετέπειτα».
22
Στις 11 Ιουνίου 2015, ο προσφεύγων επισήμανε στον Διαμεσολαβητή ότι η βαθμολογία που του απονεμήθηκε δεν είχε, κατά την άποψή του, σχέση με τα υποβληθέντα έγγραφα.
23
Ως εκ τούτου, ζήτησε να «λάβει από τη συμβουλευτική επιτροπή συγκεκριμένη αιτιολογία όσον αφορά:
–
τα επιμέρους κριτήρια που εφαρμόστηκαν για την εκτίμηση ως προς τα στοιχεία A, G και H του παραρτήματος 2, ειδικότερα δε το σκεπτικό βάσει του οποίου κατέστη δυνατόν να απονεμηθεί η ανώτατη βαθμολογία σε ορισμένους υποψηφίους·
–
τα στοιχεία του φακέλου [του] βάσει των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να του απονεμηθεί η ανώτατη βαθμολογία για το στοιχείο A·
–
τους λόγους για τους οποίους, λαμβανομένης υπόψη της σχεδόν αδιάλειπτης ενασχόλησής [του] με ζητήματα διαχείρισης προσωπικού σε επίπεδο κυρίως διοργανικό, η επιτροπή δεν θεώρησε σκόπιμο να [του] απονείμει την ανώτατη βαθμολογία, ήτοι περισσότερο από 3,50 για το στοιχείο G·
–
τα κριτήρια που εφαρμόστηκαν στην περίπτωσή [του] και τα οποία είχαν ως συνέπεια να του δοθεί ιδιαίτερα χαμηλή βαθμολογία όσον αφορά το στοιχείο H, δεδομένου ότι ο προσφεύγων επισήμανε στην επιτροπή τις εξειδικευμένες σπουδές του στην πληροφορική, τη συνεχή του ενασχόληση με την εφαρμοσμένη πληροφορική στις δραστηριότητες που ασκούσε, την κατάρτιση αιχμής και τις δημοσιεύσεις του στον εν λόγω τομέα, καθώς και τη συμμετοχή του σε ενώσεις υψηλού κύρους του ίδιου τομέα.»
24
Ο προσφεύγων προσέθεσε ότι, παράλληλα, είχε καταθέσει στη Γραμματεία του Διαμεσολαβητή την αίτηση INC2015-005124 περί πρόσβασης στα έγγραφα.
25
Με επιστολή της 17ης Ιουνίου 2015, η οποία διαβιβάστηκε στον προσφεύγοντα με ηλεκτρονικό μήνυμα της 18ης Ιουνίου 2015, ο Διαμεσολαβητής, σε απάντηση στην αίτηση του προσφεύγοντος της 10ης Ιουνίου 2015, κοινοποίησε σε αυτόν το βιογραφικό σημείωμα της B. G., διευκρινίζοντας ότι τα βιογραφικά των υπολοίπων υποψηφίων δεν μπορούσαν να παρασχεθούν για λόγους προστασίας προσωπικών δεδομένων. Επιπλέον, του γνωστοποιήθηκε αντίγραφο της αλληλογραφίας με τους υπ’ αριθ. 7 και 47 υποψηφίους, όπως είχε ζητήσει.
26
Στις 26 Ιουνίου 2015, σε απάντηση στο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του προσφεύγοντος της 11ης Ιουνίου 2015, το Γραφείο του Διαμεσολαβητή ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι συνέτασσε απάντηση στο υποβληθέν αίτημα η οποία και θα του δινόταν το συντομότερο δυνατόν.
27
Ο προσφεύγων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι θα περίμενε απάντηση μέχρι τις 10 Ιουλίου 2015 καταρχήν.
28
Στις 10 Ιουλίου 2015, ο προσφεύγων υπέβαλε, σε πρώτο στάδιο, διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Ο προσφεύγων θεώρησε, αφενός, ότι η διαδικασία ενείχε ελλείψεις και αντιφάσεις που αποτελούν ενδείξεις καταστρατήγησης της διαδικασίας, ιδίως λόγω του ότι αυτός δεν προσκλήθηκε σε προφορική συνέντευξη, αντιθέτως προς τον υπ’ αριθ. 47 υποψήφιο, ο οποίος κατετάγη ex aequo με τον ίδιο στην ένατη θέση, χωρίς να αιτιολογείται αντικειμενικά το γεγονός αυτό, και, αφετέρου, ότι εμφιλοχώρησαν σφάλματα εκτίμησης όσον αφορά τα προσόντα του σχετικά με τα στοιχεία «G. Κατανόηση των σύγχρονων στρατηγικών και διαδικασιών ανθρώπινου δυναμικού» και «H. Κατανόηση των σύγχρονων στρατηγικών και διαδικασιών πληροφορικής», λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που είχαν παρασχεθεί στο πλαίσιο της υποψηφιότητάς του και με το βιογραφικό σημείωμα που είχε επισυναφθεί. Ο προσφεύγων ζήτησε, ως εκ τούτου, από την ΑΔΑ να ακυρώσει τα μεταγενέστερα του σημειώματος της 13ης Μαΐου 2015 στάδια της διαδικασίας επιλογής, ειδικότερα δε τον διορισμό της B. G. στη θέση γενικής γραμματέα στο Γραφείο του Διαμεσολαβητή, και να του καταβάλει αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη τις οποίες υπέστη.
29
Στις 17 Ιουλίου 2015, το Γραφείο του Διαμεσολαβητή επιβεβαίωσε την παραλαβή της εν λόγω ένστασης.
30
Στις 21 Σεπτεμβρίου 2015, ο προσφεύγων ζήτησε να του χορηγηθεί αντίγραφο της απόφασης διορισμού της B. G., το οποίο του απεστάλη με ηλεκτρονικό μήνυμα της 5ης Οκτωβρίου 2015.
31
Στις 14 Οκτωβρίου 2015, ο προσφεύγων υπέβαλε δεύτερη ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, με την οποία ενέμεινε στις αιτιάσεις που είχε διατυπώσει με την πρώτη ένστασή του (βλ. σκέψη 28 ανωτέρω). Προσέθεσε ωστόσο, αφενός, ότι είχαν ληφθεί υπόψη υπέρ της επιλεγείσας υποψήφιας ορισμένα μη προβλεπόμενα στοιχεία αξιολόγησης κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και, αφετέρου, ότι, συνολικώς θεωρούμενη, η διαδικασία επιλογής δεν πληρούσε τα πρότυπα χρηστής διοίκησης που αναμένονται από το Γραφείο του Διαμεσολαβητή. Κατόπιν τούτου, ο προσφεύγων ζήτησε να ακυρωθούν τα μεταγενέστερα του σημειώματος της 13ης Μαΐου 2015 στάδια της διαδικασίας επιλογής, ειδικότερα δε ο διορισμός της B. G. στη θέση γενικής γραμματέα στο Γραφείο του Διαμεσολαβητή με την απόφαση του Διαμεσολαβητή της 16ης Ιουλίου 2015. Επιπλέον, ενέμεινε στο αίτημα αποκατάστασης της περιουσιακής ζημίας και χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης που υπέστη.
32
Με απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2015 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον προσφεύγοντα για την απόρριψη των ενστάσεων της 10ης Ιουλίου και της 14ης Οκτωβρίου 2015.
III. [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
33
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 17 Φεβρουαρίου 2016, ο προσφεύγων άσκησε την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή.
34
Ο Διαμεσολαβητής κατέθεσε υπόμνημα αντίκρουσης στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 26 Ιουνίου 2016.
35
Κατ’ εφαρμογή του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΕ, Eυρατόμ) 2016/1192 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουλίου 2016, για τη μεταβίβαση στο Γενικό Δικαστήριο της αρμοδιότητας εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό των διαφορών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των υπαλλήλων της (ΕΕ 2016, L 200, σ. 137), η υπό κρίση υπόθεση μεταβιβάσθηκε στο Γενικό Δικαστήριο στο στάδιο στο οποίο ευρισκόταν στις 31 Αυγούστου 2016. Η υπόθεση πρωτοκολλήθηκε με αριθμό T-581/16 και ανατέθηκε στο όγδοο τμήμα.
36
Ο προσφεύγων κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου υπόμνημα απάντησης στις 3 Ιανουαρίου 2017 και ο Διαμεσολαβητής κατέθεσε υπόμνημα ανταπάντησης στις 16 Μαρτίου 2017.
37
Με αίτηση που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 7 Απριλίου 2017, ο προσφεύγων ζήτησε από το Γενικό Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 85, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, να διατάξει την αφαίρεση του παραρτήματος Δ 1 από τη δικογραφία και να μη λάβει υπόψη τα σχετικά επιχειρήματα του Διαμεσολαβητή.
38
Κατόπιν έκθεσης του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (όγδοο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργάνωσης της διαδικασίας του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, έθεσε γραπτή ερώτηση στον προσφεύγοντα, στην οποία αυτός απάντησε εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
39
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία ο Διαμεσολαβητής απέρριψε τις διοικητικές ενστάσεις του·
–
να ακυρώσει την απόφαση της 10ης Απριλίου 2015 περί αποκλεισμού του προσφεύγοντος από τη συνέντευξη, καθώς και την απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015, περί διορισμού της B. G. στη θέση του γενικού γραμματέα στο Γραφείο του Διαμεσολαβητή·
–
να υποχρεώσει τον Διαμεσολαβητή να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ποσό των 112472,64 ευρώ ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία που υπέστη·
–
να υποχρεώσει τον Διαμεσολαβητή να καταβάλει στον προσφεύγοντα το ποσό των 30000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη·
–
να καταδικάσει τον Διαμεσολαβητή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
40
Ο Διαμεσολαβητής ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή ως εν μέρει απαράδεκτη·
–
να απορρίψει την προσφυγή στο σύνολό της·
–
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
41
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων δήλωσε προκαταρκτικώς ότι επιθυμεί να περιορίσει το ποσό του αιτήματός του σχετικά με την περιουσιακή ζημία και ότι δεν ζητεί πλέον την καταβολή του ποσού των 112472,64 ευρώ. Διευκρίνισε δε ότι η περιουσιακή ζημία που ισχυρίζεται ότι υπέστη αφορά απώλεια ευκαιρίας, οπότε ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο να καθορίσει ένα κατ’ αποκοπή ποσό υπολογιζόμενο ex æquo et bono, πράγμα το οποίο το Γενικό Δικαστήριο σημείωσε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζήτησης.
IV. [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Σκεπτικό
Α. [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Επί του παραδεκτού
42
Χωρίς να προβάλει τυπικώς ένσταση απαραδέκτου, ο Διαμεσολαβητής επικαλείται σειρά λόγων απαραδέκτου κατά ορισμένων λόγων ακύρωσης που προβάλλει ο προσφεύγων.
43
Πρώτον, ο Διαμεσολαβητής ισχυρίζεται ότι δεν τηρήθηκε ο κανόνας της αντιστοιχίας, ο οποίος προβλέπει ότι ένας λόγος ακύρωσης που προβάλλεται ενώπιον των δικαιοδοτικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να έχει εγερθεί και στο πλαίσιο της διαδικασίας πριν από την άσκηση της προσφυγής. Ως εκ τούτου, οι αιτιάσεις που αφορούν, αφενός, διάφορα στοιχεία παρασχεθέντα με το σημείωμα της 13ης Μαΐου 2015, που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 3 Ιουνίου 2015, και, αφετέρου, το βιογραφικό σημείωμα της G., που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 18 Ιουνίου 2015, θα έπρεπε να είχαν ήδη διατυπωθεί στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας. Επομένως, κατά τον Διαμεσολαβητή, οι αιτιάσεις που θα μπορούσαν να έχουν προβληθεί πριν από την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής είναι απαράδεκτες.
44
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ορίζει ότι προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι παραδεκτή μόνον αν έχει προηγουμένως υποβληθεί στην ΑΔΑ διοικητική ένσταση.
45
Κατά πάγια νομολογία, ο κανόνας της αντιστοιχίας μεταξύ της κατά το άρθρο 91, παράγραφος 2, του ΚΥΚ προηγούμενης διοικητικής ένστασης και της επακόλουθης προσφυγής απαιτεί, επί ποινή απαραδέκτου, ένας λόγος που προβάλλεται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης να έχει ήδη προβληθεί στο πλαίσιο της διαδικασίας πριν από την άσκηση της προσφυγής, ώστε να έχουν περιέλθει σε γνώση της ΑΔΑ οι αιτιάσεις που διατυπώνει ο ενδιαφερόμενος κατά της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2013, Επιτροπή κατά Μοσχονάκη, T-476/11 P, EU:T:2013:557, σκέψη 71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
46
Ο κανόνας αυτός δικαιολογείται από τον ίδιο τον σκοπό της διαδικασίας που προηγείται της άσκησης της προσφυγής, η οποία αποσκοπεί στο να καταστήσει δυνατό τον φιλικό διακανονισμό των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των υπαλλήλων και της Διοίκησης (βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2013, Επιτροπή κατά Μοσχονάκη, T-476/11 P, EU:T:2013:557, σκέψη 72 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
47
Συνεπώς, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, στις υπαλληλικές προσφυγές, τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του δικαστή της Ένωσης μπορούν να περιλαμβάνουν μόνον αιτιάσεις που στηρίζονται σε αιτία ταυτιζόμενη με την αιτία στην οποία στηρίζονταν οι αιτιάσεις που προβλήθηκαν με την ένσταση, διευκρινιζομένου ότι οι αιτιάσεις αυτές μπορούν να αναπτυχθούν ενώπιον του δικαστή της Ένωσης με την προβολή λόγων και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονται κατ’ ανάγκην στην ένσταση, συνδέονται όμως στενά με αυτή (βλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2013, Επιτροπή κατά Μοσχονάκη, T-476/11 P, EU:T:2013:557, σκέψη 73 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
48
Ο Διαμεσολαβητής προβάλλει, πρώτον, το απαράδεκτο τμήματος του πρώτου λόγου ακύρωσης, ο οποίος αφορά, όπως διευκρίνισε ο προσφεύγων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, παραβίαση της διαδικασίας επιλογής. Ειδικότερα, κατά τον Διαμεσολαβητή, ο προσφεύγων δεν μπορεί πλέον να θέσει υπό αμφισβήτηση το γεγονός ότι οι υποψήφιοι αξιολογήθηκαν κατά το στάδιο που προηγήθηκε της συνέντευξης με βάση ορισμένα κριτήρια επιλογής, ότι υπήρξαν δύο κύκλοι συνεντεύξεων και χρησιμοποιήθηκαν έξι κριτήρια με συντελεστές στάθμισης για να αξιολογηθούν οι συνεντεύξεις και ότι οι γλωσσικές ικανότητες των υποψηφίων δεν αξιολογήθηκαν σύμφωνα με την πρόσκληση. Κατά συνέπεια, ο Διαμεσολαβητής ισχυρίζεται ότι, κατά τη στιγμή υποβολής της πρώτης του ένστασης, ο προσφεύγων γνώριζε ήδη πολύ καλά τα εξής:
–
«ότι οκτώ κριτήρια επιλογής εφαρμόστηκαν στο στάδιο που προηγήθηκε της συνέντευξης·
–
ότι [ο προσφεύγων] αξιολογήθηκε με βάση τα κριτήρια αυτά·
–
ότι η αξιολόγηση οδήγησε στον αποκλεισμό του [προσφεύγοντος] από τα επόμενα στάδια της διαδικασίας επιλογής·
–
ότι υπήρξαν δύο κύκλοι συνεντεύξεων·
–
ότι τα κριτήρια για την αξιολόγηση των συνεντεύξεων ήταν έξι·
–
ότι οι συντελεστές στάθμισης εφαρμόστηκαν τόσο στο στάδιο που προηγήθηκε της συνέντευξης όσο και κατά το στάδιο της συνέντευξης·
–
ότι οι γλωσσικές δεξιότητες αξιολογήθηκαν κατά το στάδιο της συνέντευξης· και
–
ότι οι γλώσσες της υποψήφιας που επελέγη για τη θέση ήταν τα αγγλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά.»
49
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, στο πλαίσιο της πρώτης διοικητικής ένστασης, ο προσφεύγων διευκρίνισε ότι η διαδικασία ενείχε ελλείψεις και αντιφάσεις που αποτελούν ενδείξεις μη τήρησης της διαδικασίας επιλογής, επικαλούμενος ως παράδειγμα το γεγονός ότι δεν προσκλήθηκε σε προφορική συνέντευξη, αντιθέτως προς τον υπ’ αριθ. 47 υποψήφιο, ο οποίος κατετάγη ex aequo με τον ίδιο. Ο προσφεύγων προσέθεσε, στο πλαίσιο της δεύτερης διοικητικής ένστασης, ότι είχαν ληφθεί υπόψη υπέρ της επιλεγείσας υποψήφιας ορισμένα μη προβλεπόμενα στοιχεία αξιολόγησης κατά παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
50
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι ελλείψεις και αντιφάσεις που προβάλλει ο προσφεύγων περιλαμβάνουν ακριβώς και κατ’ ανάγκην το σύνολο των αιτιάσεων που προέβαλε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακύρωσης, οι οποίες αφορούν όλες την παράβαση της διαδικασίας επιλογής και τις οποίες υπενθυμίζει ο Διαμεσολαβητής (βλ. σκέψη 48 ανωτέρω). Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις αυτές, έστω και αν δεν περιλαμβάνονται expressis verbis στην πρώτη διοικητική ένσταση του προσφεύγοντος, ανάγονται στην αιτίαση που αφορά την παράβαση της διαδικασίας επιλογής και, επομένως, δεν συνιστούν «επιμέρους λόγο», όπως υποστηρίζει ο Διαμεσολαβητής, αλλά επιχειρήματα που στηρίζουν τον ήδη προβληθέντα λόγο ακύρωσης.
51
Εξ αυτού συνάγεται ότι ο πρώτος αυτός λόγος απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
52
Ο Διαμεσολαβητής προβάλλει, δεύτερον, απαράδεκτο του «επιμέρους λόγου» σύμφωνα με τον οποίο αποδόθηκαν στα κριτήρια επιλογής συντελεστές στάθμισης που δεν προβλέπονταν στην πρόσκληση.
53
Επιβάλλεται εκ νέου η διαπίστωση ότι η αιτίαση αυτή εμπίπτει αναμφισβήτητα στον λόγο με τον οποίο προβάλλεται παράβαση της διαδικασίας επιλογής, καθόσον προσάπτεται στον Διαμεσολαβητή ότι δεν τήρησε τα κριτήρια επιλογής που ο ίδιος καθόρισε. Ως εκ τούτου, ούτε η αιτίαση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως «επιμέρους λόγος», επισημαίνεται δε ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι ιδιαίτερα ατυχής.
54
Επομένως, και ο δεύτερος αυτός λόγος απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
55
Ο Διαμεσολαβητής προβάλλει, τρίτον, απαράδεκτο της αιτίασης σχετικά με τη συνεκτίμηση κριτηρίου περί «συνολικής εντύπωσης», καθόσον η αμφισβήτηση αυτή θα μπορούσε να είχε προβληθεί από τον προσφεύγοντα στο πλαίσιο της διοικητικής ένστασης, δεδομένου ότι γνώριζε την ύπαρξη του κριτηρίου αυτού από τις 3 Ιουνίου 2015.
56
Πράγματι, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η «συνολική εντύπωση» δεν αποτελεί κριτήριο προβλεπόμενο στην πρόσκληση.
57
Εντούτοις, πρέπει να τονιστεί ότι, με τη δεύτερη διοικητική ένσταση της 14ης Οκτωβρίου 2015, ο προσφεύγων προσήψε, ειδικότερα, στον Διαμεσολαβητή ότι έλαβε υπόψη ορισμένα μη προβλεπόμενα στοιχεία αξιολόγησης. Εξ αυτού συνάγεται ότι ο προσφεύγων, προσάπτοντας στον Διαμεσολαβητή ότι έλαβε υπόψη το κριτήριο σχετικά με τη «συνολική εντύπωση», ανέπτυξε απλώς λόγο που είχε ήδη μνημονεύσει στο πλαίσιο της δεύτερης ένστασης. Ως εκ τούτου, είναι πρόδηλο ότι ο Διαμεσολαβητής εσφαλμένα ισχυρίζεται ότι η αιτίαση αυτή δεν προβλήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας πριν από την άσκηση της προσφυγής.
58
Επομένως, ο τρίτος αυτός λόγος απαραδέκτου πρέπει να απορριφθεί.
59
Δεύτερον, όσον αφορά τις αιτιάσεις σχετικά με σφάλματα που φέρονται να έχουν διαπραχθεί κατά τα μεταγενέστερα στάδια της διαδικασίας επιλογής και να μη σχετίζονται με την περίπτωση του προσφεύγοντος, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αιτιάσεις αυτές δεν είναι απαράδεκτες, όπως ισχυρίζεται ο Διαμεσολαβητής, αλλά ενδεχομένως αλυσιτελείς, οπότε θα εξετασθούν στο πλαίσιο της επί της ουσίας εξέτασης των λόγων.
60
Τρίτον, ο Διαμεσολαβητής εγείρει λόγο απαραδέκτου με τον οποίο προβάλλει ότι, παρά το ότι ο προσφεύγων είχε τη δυνατότητα να υποβάλει αιτιολογημένο αίτημα στη συμβουλευτική επιτροπή και στον Διαμεσολαβητή πριν από τις 17 Απριλίου 2015 προκειμένου να επανεξετάσουν την υποψηφιότητά του και παρά το ότι έχει ενημερωθεί ρητώς για τη δυνατότητά του αυτή, εντούτοις δεν υπέβαλε τέτοια αίτηση, μολονότι είχε έννομο συμφέρον. Η επανεξέταση αυτή δεν θα ήταν άνευ αντικειμένου, διότι και άλλοι υποψήφιοι έκαναν χρήση της εν λόγω δυνατότητας, παρά το ότι είχε επιβεβαιωθεί η αρνητική απόφαση που τους αφορούσε.
61
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 10ης Απριλίου 2015, ο προσφεύγων πληροφορήθηκε ότι η συμβουλευτική επιτροπή δεν τον είχε προτείνει για συνέντευξη.
62
Είναι αληθές ότι η συμβουλευτική επιτροπή προσέθεσε ότι, εφόσον ο προσφεύγων διαφωνούσε με την εν λόγω απόφαση, μπορούσε να υποβάλει αιτιολογημένο αίτημα επανεξέτασης της υποψηφιότητάς του πριν από τις 17 Απριλίου 2015.
63
Κατά τη νομολογία, όταν ένας υποψήφιος του οποίου έχει απορριφθεί η αίτηση συμμετοχής σε διαγωνισμό της Ένωσης ζητεί την επανεξέταση της απόφασης αυτής βάσει συγκεκριμένης διάταξης που δεσμεύει τη Διοίκηση, η βλαπτική πράξη κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, ή, ενδεχομένως, του άρθρου 91, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, είναι η απόφαση που λαμβάνει η εξεταστική επιτροπή μετά την επανεξέταση. Ομοίως, αυτή η απόφαση που λαμβάνεται μετά την επανεξέταση κινεί την προθεσμία για την υποβολή διοικητικής ένστασης και την άσκηση προσφυγής χωρίς να εξετάζεται αν, στην περίπτωση αυτή, η εν λόγω απόφαση μπορεί ενδεχομένως να θεωρηθεί ως πράξη αμιγώς επιβεβαιωτική (αποφάσεις της 23ης Ιανουαρίου 2002, Gonçalves κατά Κοινοβουλίου, T-386/00, EU:T:2002:12, σκέψη 39, και της 7ης Ιουνίου 2005, Cavallaro κατά Επιτροπής, T-375/02, EU:T:2005:199, σκέψη 58).
64
Εντούτοις, αυτή η δυνατότητα να ζητηθεί η επανεξέταση απόφασης για την απόρριψη υποψηφιότητας δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η προσφυγή που στρέφεται κατά της απόφασης για την απόρριψη διοικητικής ένστασης είναι απαράδεκτη ελλείψει προηγούμενου αιτήματος επανεξέτασης. Πράγματι, το προηγούμενο αίτημα επανεξέτασης δεν συνιστά σε καμία περίπτωση προϋπόθεση του παραδεκτού της προσφυγής, όπως εξάλλου προκύπτει από το ίδιο το κείμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος της 10ης Απριλίου 2015, όπου επισημαίνεται ρητώς ότι ο προσφεύγων έχει δυνατότητα υποβολής αιτιολογημένου αιτήματος επανεξέτασης.
65
Συνεπώς, ο υπό κρίση λόγος απαραδέκτου πρέπει επίσης να απορριφθεί.
66
Τέταρτον, όσον αφορά τους λόγους απαραδέκτου που προβάλλει ο Διαμεσολαβητής στο πλαίσιο του υπομνήματος ανταπάντησης, και, ειδικότερα, με το παράρτημα Δ 1, και οι οποίοι ενδεχομένως δεν προβλήθηκαν με το υπόμνημα αντίκρουσης, διαπιστώνεται ότι οι λόγοι αυτοί είναι, κατ’ ανάγκην, απαράδεκτοι, δεδομένου ότι προβλήθηκαν στο στάδιο του υπομνήματος ανταπάντησης και ότι δεν είναι δημοσίας τάξεως, ενώ θα μπορούσαν να είχαν προβληθεί κατά το στάδιο του υπομνήματος αντίκρουσης. Ο Διαμεσολαβητής ουδόλως ισχυρίστηκε ότι δεν είχε δυνατότητα να προβάλει αυτούς τους λόγους απαραδέκτου παρά μόνον κατά το στάδιο του υπομνήματος ανταπάντησης λόγω πληροφοριών που του κατέστησαν διαθέσιμες μετά την κατάθεση του υπομνήματος απάντησης του προσφεύγοντος.
67
Επομένως, απορρίπτονται όλοι οι λόγοι απαραδέκτου που προέβαλε ο Διαμεσολαβητής.
Β. [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Επί της ουσίας
1. [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Επί του ακυρωτικού αιτήματος
68
Προς στήριξη της προσφυγής του, ο προσφεύγων προβάλλει τέσσερις λόγους ακύρωσης. Με τον πρώτο λόγο προβάλλεται καταστρατήγηση της διαδικασίας επιλογής, με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτίμησης, με τον τρίτο λόγο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης και με τον τέταρτο λόγο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης.
69
Πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα αιτήματα του προσφεύγοντος θα εξετασθούν από κοινού, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τους λόγους που προέβαλε ο ίδιος, δεν προέβη σε καμία διάκριση ως προς το σημείο αυτό.
α) [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Επί του πρώτου λόγου ακύρωσης, με τον οποίο προβάλλεται καταστρατήγηση της διαδικασίας επιλογής
70
Ο προσφεύγων προβάλλει τέσσερις αιτιάσεις προς στήριξη του πρώτου λόγου ακύρωσης. Υποστηρίζει ότι ο Διαμεσολαβητής, πρώτον, ουδόλως έλαβε υπόψη, κατά την αξιολόγηση των υποψηφίων, τα κριτήρια που προβλέπονταν στην πρόσκληση, δεύτερον, στάθμισε τα κριτήρια επιλογής με συντελεστές βαρύτητας που δεν προβλέπονταν στην πρόσκληση, τρίτον, πραγματοποίησε την αξιολόγηση επί τη βάσει κριτηρίων τα οποία ουδόλως προβλέπονταν στην πρόσκληση και, τέταρτον, παραδέχεται ότι δεν έλαβε υπόψη του τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής που ο ίδιος συνέστησε με την πρόσκληση και ότι διέπραξε παρατυπίες κατά την αξιολόγηση του προσφεύγοντος.
71
Προκαταρκτικώς, διαπιστώνεται ότι, όπως αναγνώρισε και ο προσφεύγων κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, ο πρώτος λόγος ακύρωσης, με τον οποίο προβάλλεται «καταστρατήγηση της διαδικασίας επιλογής (détournement de la procédure de sélection)», πρέπει να νοείται ως αναφερόμενος σε «παράβαση/παραβίαση της διαδικασίας επιλογής (violation de la procédure de sélection)», πράγμα το οποίο σημειώθηκε στα πρακτικά της επ’ ακροατηρίου συζήτησης. Εξάλλου, ο Διαμεσολαβητής απάντησε σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο στον πρώτο λόγο ακύρωσης του προσφεύγοντος, χωρίς να διατυπώσει καμία παρατήρηση κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση επί του νέου αυτού χαρακτηρισμού στον οποίο προέβη το Γενικό Δικαστήριο.
1) [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Επί της πρώτης και της δεύτερης αιτίασης, με τις οποίες προβάλλεται ότι ο Διαμεσολαβητής, αφενός, ουδόλως έλαβε υπόψη, κατά την αξιολόγηση των υποψηφίων, τα κριτήρια που προβλέπονταν στην πρόσκληση και, αφετέρου, στάθμισε τα κριτήρια επιλογής με συντελεστές βαρύτητας που δεν προβλέπονταν στην πρόσκληση
72
Ο προσφεύγων υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι, παρά το γεγονός ότι η πρόσκληση προέβλεπε, στο σημείο 6, δώδεκα κριτήρια (βλ. σκέψη 3 ανωτέρω), υπόψη ελήφθησαν μόνον τα οκτώ πρώτα. Κατά τον τρόπο αυτό, λαμβάνοντας υπόψη μόνον οκτώ από τα δώδεκα απαριθμούμενα κριτήρια, ο Διαμεσολαβητής παρέβη την πρόσκληση. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής εφάρμοσε συντελεστή βαρύτητας για κάθε κριτήριο, ενώ η πρόσκληση δεν προέβλεπε τίποτε σχετικώς.
73
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ο Διαμεσολαβητής οφείλει να τηρεί την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος που εξέδωσε, δεδομένου ότι αυτή καθορίζει τους όρους πρόσβασης στη θέση περί της οποίας πρόκειται. Τούτο διότι σκοπός της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος είναι, αφενός, να ενημερωθούν οι ενδιαφερόμενοι κατά τρόπο όσο το δυνατόν ακριβέστερο σχετικά με τη φύση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την πλήρωση της προκηρυσσόμενης θέσης, ώστε να είναι σε θέση να εκτιμήσουν αν συντρέχει γι’ αυτούς λόγος να υποβάλουν υποψηφιότητα, και, αφετέρου, να καθοριστεί το πλαίσιο νομιμότητας σύμφωνα με το οποίο το θεσμικό όργανο προτίθεται να προβεί στη συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων. Λαμβάνοντας υπόψη, κατά την εξέταση των υποψηφιοτήτων, άλλες προϋποθέσεις πέραν εκείνων που περιέχονται στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, ο Διαμεσολαβητής δεν τηρεί αυτό το πλαίσιο νομιμότητας (βλ., συναφώς, απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 1999, Leite Mateus κατά Επιτροπής, T-21/98, EU:T:1999:28, σκέψη 31 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
74
Συναφώς, επισημαίνεται ότι η πρόσκληση καθόρισε το σύνολο των προς συνεκτίμηση κριτηρίων, τα οποία ανέρχονται σε δώδεκα (βλ. σκέψη 3 ανωτέρω), χωρίς ωστόσο να προσδιορίζει ούτε τον αποδιδόμενο σε καθένα από τα εν λόγω κριτήρια συντελεστή στάθμισης ούτε το στάδιο κατά το οποίο επρόκειτο να ληφθούν υπόψη τα κριτήρια αυτά.
75
Πάντως, ο Διαμεσολαβητής διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ως εκ τούτου, έχει την ευχέρεια, όταν, όπως εν προκειμένω, η πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος δεν προβλέπει κριτήρια βαθμολόγησης, να καθορίζει τέτοια κριτήρια ή, όταν η πρόσκληση για την εκδήλωση ενδιαφέροντος δεν το προβλέπει, να προσδιορίζει το στάδιο κατά το οποίο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα κριτήρια αυτά (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 26ης Φεβρουαρίου 1981, Authié κατά Επιτροπής, 34/80, EU:C:1981:57, σκέψη 14, της 13ης Δεκεμβρίου 1990, González Holguera κατά Κοινοβουλίου, T-115/89, EU:T:1990:84, σκέψη 53, και της 14ης Ιουλίου 1995, Pimley-Smith κατά Επιτροπής, T-291/94, EU:T:1995:142, σκέψη 48).
76
Συναφώς, δεν αμφισβητείται ότι η συμβουλευτική επιτροπή και ο Διαμεσολαβητής αξιολόγησαν τις υποψηφιότητες στο πλαίσιο του δεύτερου σταδίου, δηλαδή κατά την αξιολόγηση των βιογραφικών σημειωμάτων και μόνον, υπό το πρίσμα των οκτώ ακόλουθων κριτηρίων:
–
«προϋπηρεσία σε ή προηγούμενη συνεργασία με θεσμικό όργανο, φορέα ή υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ή εθνικό γραφείο διαμεσολαβητή ή παρόμοιο φορέα·
–
καλή γνώση των υποθέσεων της ΕΕ, των θεσμών της ΕΕ και του δικαίου της ΕΕ·
–
σημαντική εμπειρία στη διαχείριση και αποδεδειγμένη επιτυχία σε έναν τομέα συμβατό με τις δραστηριότητες του γραφείου·
–
καλή κατανόηση του ρόλου του Διαμεσολαβητή στη δημόσια διοίκηση·
–
αποδεδειγμένη εμπειρία επίτευξης στρατηγικής αλλαγής·
–
γνώσεις δημοσιονομικής διαχείρισης και σχεδιασμού·
–
κατανόηση των σύγχρονων στρατηγικών και διαδικασιών ανθρώπινου δυναμικού·
–
κατανόηση των σύγχρονων στρατηγικών και διαδικασιών πληροφορικής.»
77
Αντιθέτως, τα τέσσερα τελευταία κριτήρια που απαριθμούνται στη σκέψη 3 ανωτέρω δεν ελήφθησαν υπόψη στο πλαίσιο του δεύτερου αυτού σταδίου, αλλά στο πλαίσιο του τρίτου σταδίου, ήτοι κατά τη διάρκεια της συνέντευξης των επιλεγέντων υποψηφίων και μόνον.
78
Η αιτίαση του προσφεύγοντος ότι ο Διαμεσολαβητής δεν τήρησε τους όρους της πρόσκλησης για τον λόγο ότι ελήφθησαν υπόψη μόνον οκτώ κριτήρια κατά την εξέταση των υποψηφιοτήτων βάσει των βιογραφικών σημειωμάτων των υποψηφίων δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
79
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το σημείωμα της 13ης Μαΐου 2015 καθώς και από την προσβαλλόμενη απόφαση, όλα τα κριτήρια που απαριθμούνται στην πρόσκληση ελήφθησαν υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής και κανένα άλλο κριτήριο, πλην των αναφερόμενων στην πρόσκληση, δεν ελήφθη υπόψη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής.
80
Το γεγονός ότι τα οκτώ πρώτα κριτήρια που απαριθμούνται στη σκέψη 3 ανωτέρω ελήφθησαν υπόψη στο πλαίσιο του δεύτερου σταδίου και ότι τα τέσσερα τελευταία συνεκτιμήθηκαν στο πλαίσιο των συνεντεύξεων εμπίπτει στην εξουσία εκτίμησης του Διαμεσολαβητή, ο οποίος επομένως μπορούσε ελεύθερα, ελλείψει σχετικής πρόβλεψης της πρόσκλησης, να καθορίσει το στάδιο κατά το οποίο τα κριτήρια αυτά επρόκειτο να ληφθούν υπόψη.
81
Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα τέσσερα τελευταία κριτήρια, δηλαδή οι «άριστες δεξιότητες επικοινωνίας, δικτύωσης και παροχής κινήτρων», η «ισχυρή δέσμευση προς μια ΕΕ με επίκεντρο τον πολίτη», η «ισχυρή δέσμευση υλοποίησης του οράματος και της στρατηγικής του Διαμεσολαβητή» και η «ικανότητα αποτελεσματικής επικοινωνίας στα αγγλικά και γαλλικά[, με τη γ]νώση άλλων επίσημων γλωσσών της Ευρωπαϊκής Ένωσης [να] αποτελεί πλεονέκτημα» αποτελούν κριτήρια που, ως εκ φύσεως, προσφέρονται για εξέταση μέσω συνέντευξης.
82
Πράγματι, μόνο στο πλαίσιο των συνεντεύξεων έχει ο Διαμεσολαβητής τη δυνατότητα να εξακριβώσει, βάσει των ερωτήσεων που θέτει και της διατύπωσης των απαντήσεων των υποψηφίων, ιδίως, τη δέσμευση των τελευταίων προς μια Ένωση με επίκεντρο τον πολίτη ή τη δέσμευση υλοποίησης του οράματος και της στρατηγικής του Διαμεσολαβητή καθώς και την ικανότητα επικοινωνίας στα αγγλικά, στα γαλλικά ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα της Ένωσης.
83
Επιπλέον, όσον αφορά την αιτίαση του προσφεύγοντος σχετικά με τον συντελεστή βαρύτητας που εφαρμόστηκε για κάθε κριτήριο, με τα πέντε πρώτα κριτήρια να βαθμολογούνται με άριστα το 10 και τα τρία τελευταία με άριστα το 5, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ελλείψει σχετικής πρόβλεψης της πρόσκλησης, ο Διαμεσολαβητής μπορούσε ελεύθερα να εφαρμόσει διαφορετικούς συντελεστές βαρύτητας ανά κριτήριο, πράγμα που εμπίπτει στην ευρεία εξουσία εκτίμησης που του αναγνωρίζει η νομολογία (απόφαση της 16ης Μαΐου 2013, Canga Fano κατά Συμβουλίου, T-281/11 P, EU:T:2013:252, σκέψη 123· βλ. επίσης, συναφώς, απόφαση της 19ης Απριλίου 1988, Santarelli κατά Επιτροπής, 149/86, EU:C:1988:179, σκέψη 10).
84
Από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο ή ένδειξη που να αποδεικνύουν ότι ο Διαμεσολαβητής εκδήλωσε οποιαδήποτε σκόπιμη πρόθεση να απορρίψει τη δική του υποψηφιότητα υπέρ της υποψηφιότητας της Β. G. (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Μαΐου 2000, Elkaïm και Mazuel κατά Επιτροπής, T‑173/99, EU:T:2000:142, σκέψη 121).
85
Κατά συνέπεια, η πρώτη και η δεύτερη αιτίαση πρέπει να απορριφθούν.
2) [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Επί της τρίτης αιτίασης, η οποία αντλείται από το ότι ο Διαμεσολαβητής πραγματοποίησε την αξιολόγηση επί τη βάσει κριτηρίων τα οποία ουδόλως προβλέπονταν στην πρόσκληση
86
Πρώτον, ο προσφεύγων προσάπτει στον Διαμεσολαβητή ότι ζήτησε από τους υποψηφίους που κλήθηκαν στον δεύτερο γύρο των συνεντεύξεων να παράσχουν προσωπικές συστάσεις, απαίτηση ουδόλως προβλεπόμενη στα κριτήρια επιλογής.
87
Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι η εν λόγω αιτίαση είναι αλυσιτελής στο μέτρο που η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος απορρίφθηκε σε στάδιο προηγούμενο εκείνου των συνεντεύξεων, οπότε η ενδεχόμενη συνεκτίμηση των συστάσεων δεν μπορούσε να έχει ως συνέπεια την πρόκληση βλάβης. Εξάλλου, όπως διευκρίνισε ο Διαμεσολαβητής κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, η απαίτηση αυτή ίσχυσε μόνον ως προς την υποψήφια G. στο τέλος της διαδικασίας πρόσληψης.
88
Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να επισημανθεί ότι ο ίδιος ο προσφεύγων ανέφερε στο βιογραφικό του τα ονόματα των προσωπικοτήτων που μπορούσαν να συστήσουν την υποψηφιότητά του.
89
Δεύτερον, ο προσφεύγων προσάπτει στον Διαμεσολαβητή ότι απέδωσε συγκριτικό πλεονέκτημα στους υποψηφίους οι οποίοι εργάζονταν σε όργανα που έχουν συχνές σχέσεις με το Διαμεσολαβητή, μολονότι το κριτήριο αυτό δεν περιλαμβάνεται στην πρόσκληση.
90
Πράγματι, ο Διαμεσολαβητής διέλαβε τα ακόλουθα στην προσβαλλόμενη απόφαση:
«Απέδωσα επίσης συγκριτικό πλεονέκτημα στους υποψηφίους οι οποίοι εργάζονταν σε όργανα που έχουν συχνές σχέσεις με τον θεσμό του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή. Έχετε μικρή εμπειρία σε υποθέσεις του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, ενώ διαπιστώθηκε ότι άλλοι υποψήφιοι είχαν πολύ μεγαλύτερη εμπειρία.»
91
Συναφώς, είναι ακριβές ότι, όπως υποστηρίζει ο προσφεύγων, το κριτήριο των «συχνών σχέσεων με τον Διαμεσολαβητή» δεν περιλαμβάνεται, αυτό καθαυτό, μεταξύ των κριτηρίων που αναφέρονται στην πρόσκληση.
92
Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το κριτήριο αυτό μπορεί να συσχετισθεί με εκείνο της «καλής κατανόησης του ρόλου του Διαμεσολαβητή στη δημόσια διοίκηση», όπως επιβεβαίωσε και ο Διαμεσολαβητής απαντώντας σε ερώτηση που του τέθηκε από το Γενικό Δικαστήριο.
93
Επομένως, ένα πρόσωπο το οποίο είχε συχνές επαγγελματικές σχέσεις με τον Διαμεσολαβητή είναι ευλόγως περισσότερο ενήμερο ως προς τα καθήκοντα και τα ζητήματα που σχετίζονται με τη συγκεκριμένη θέση σε σύγκριση με ένα πρόσωπο που έχει εργαστεί σε θεσμικό όργανο ή οργανισμό της Ένωσης και του οποίου οι επαγγελματικές σχέσεις με τον Διαμεσολαβητή είναι λιγότερο στενές, αν όχι ανύπαρκτες.
94
Εν προκειμένω, ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι είχε συχνές σχέσεις με τον Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του εντός του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
95
Επικαλείται, ενδεικτικά, μόνον τρεις υποθέσεις οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του κατά τη διάρκεια της θητείας του ως εισηγητή. Εντούτοις, πέραν του ότι η γνώση υποθέσεων δεν είναι ικανή να αποδείξει τη συχνότητα των σχέσεων με τον Διαμεσολαβητή, επισημαίνεται ότι, εν πάση περιπτώσει, επί της πρώτης υπόθεσης εκδόθηκε η διάταξη της 4ης Ιουνίου 2015, Mirelta Ingatlanhasznosító κατά Επιτροπής και Διαμεσολαβητή (C-576/14 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2015:370), με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης ως εν μέρει προδήλως αβάσιμη και εν μέρει προδήλως απαράδεκτη, χωρίς να κοινοποιηθεί το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης στον Διαμεσολαβητή. Όσον αφορά τις υποθέσεις των οποίων επιλήφθηκε το Γενικό Δικαστήριο, ήτοι εκείνες επί των οποίων εκδόθηκε η απόφαση της 24ης Σεπτεμβρίου 2008, M κατά Διαμεσολαβητή (T-412/05, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:397), και η διάταξη της 5ης Σεπτεμβρίου 2006, O’Loughlin κατά Διαμεσολαβητή και Ιρλανδίας (T-144/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2006:237), επισημαίνεται ότι πρόκειται για υποθέσεις ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, στο οποίο ο προσφεύγων δεν έχει ασκήσει καθήκοντα εισηγητή. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά την υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη της 5ης Σεπτεμβρίου 2006, O’Loughlin κατά Διαμεσολαβητή και Ιρλανδίας (T-144/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2006:237), αυτή επίσης δεν κοινοποιήθηκε στον Διαμεσολαβητή, διότι η προσφυγή απορρίφθηκε από το Γενικό Δικαστήριο ως προδήλως απαράδεκτη καθώς και λόγω πρόδηλης αναρμοδιότητας. Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο χειρισμός υποθέσεων σχετικών με τον Διαμεσολαβητή δεν συνεπάγεται την ύπαρξη «συχνών σχέσεων» με τον τελευταίο.
96
Επομένως, ο Διαμεσολαβητής δεν παρέβη τη διαδικασία επιλογής λαμβάνοντας υπόψη την εργασία των υποψηφίων σε θεσμικά όργανα που είχαν συχνές σχέσεις μαζί του.
97
Τρίτον, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο Διαμεσολαβητής αξιολόγησε ευνοϊκότερα τους υποψηφίους που είχαν απασχοληθεί σε ανώτερες ιεραρχικά θέσεις εν συγκρίσει με τους υποψηφίους που είχαν απασχοληθεί σε κατώτερες ιεραρχικά θέσεις.
98
Ο προσφεύγων προσάπτει στον Διαμεσολαβητή ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε τα εξής:
«Απέδωσα συγκριτικό πλεονέκτημα στους υποψηφίους που έχουν απασχοληθεί σε ανώτερες ιεραρχικά θέσεις εν συγκρίσει με τους υποψηφίους που είχαν απασχοληθεί σε κατώτερες ιεραρχικά θέσεις. Υπήρξατε προϊστάμενος τμήματος, ενώ ορισμένοι άλλοι υποψήφιοι κατείχαν θέσεις διευθυντή.»
99
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η θέση του Γενικού Γραμματέα στον Διαμεσολαβητή, η οποία είναι η υψηλότερη εκ των ανώτερων διευθυντικών θέσεων στο Γραφείο του Διαμεσολαβητή, απαιτεί αναμφίβολα διευθυντικά προσόντα, οπότε δεν είναι εσφαλμένο να αποδίδεται, όπως υποστηρίζει ο Διαμεσολαβητής, ιδιαίτερη σημασία στους υποψηφίους που έχουν ήδη εργαστεί σε ανώτερες ιεραρχικά θέσεις.
100
Εν πάση περιπτώσει, όπως προκύπτει από το βιογραφικό σημείωμα της Β. G., η τελευταία υπήρξε επίσης προϊσταμένη τμήματος και, ως εκ τούτου, δεν ασκούσε διευθυντικά καθήκοντα, οπότε το κριτήριο αυτό δεν χρησιμοποιήθηκε ως «κριτήριο αποκλεισμού», αλλά με σκοπό την αξιολόγηση των υποψηφιοτήτων.
101
Επομένως, ο Διαμεσολαβητής δεν παρέβη τη διαδικασία επιλογής λαμβάνοντας υπόψη την εργασία των υποψηφίων σε ανώτερες ιεραρχικά θέσεις.
102
Τέταρτον, ο προσφεύγων προσάπτει στον Διαμεσολαβητή ότι έλαβε υπόψη, στο στάδιο των συνεντεύξεων, το κριτήριο της «γενικής [συνολικής] εντύπωσης», το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην πρόσκληση.
103
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτίαση αυτή είναι αλυσιτελής, καθόσον η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος απορρίφθηκε σε στάδιο προηγούμενο εκείνου των συνεντεύξεων, οπότε η ενδεχόμενη συνεκτίμηση μιας «συνολικής εντύπωσης», η οποία πραγματοποιήθηκε μόνο στο στάδιο των συνεντεύξεων, δεν μπορούσε να έχει ως συνέπεια την πρόκληση βλάβης.
104
Εν πάση περιπτώσει, το κριτήριο αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό ως συγκεφαλαιωτικό της επίδοσης των υποψηφίων βάσει όλων των λοιπών κριτηρίων και όχι ως νέο ή ανεξάρτητο κριτήριο.
105
Επομένως, η τρίτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως εν μέρει αλυσιτελής και εν μέρει αβάσιμη.
3) [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Επί της τέταρτης αιτίασης, με την οποία προβάλλεται παραδοχή του Διαμεσολαβητή ότι δεν έλαβε υπόψη τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής που ο ίδιος συνέστησε με την πρόσκληση και ότι διέπραξε παρατυπίες κατά την αξιολόγηση του προσφεύγοντος
106
Ο προσφεύγων προσάπτει στον Διαμεσολαβητή, πρώτον, ότι δεν έλαβε υπόψη τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής την οποία ο ίδιος είχε συστήσει, δεδομένου ότι η σειρά κατάταξης των υποψηφίων που καθόρισε η εν λόγω επιτροπή δεν του ήταν γνωστή κατά τον χρόνο πρόσκλησης οκτώ εξ αυτών σε συνέντευξη, οπότε παρέβη την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη τη γνώμη της επιτροπής αυτής, και, δεύτερον, ότι διέπραξε παρατυπίες κατά την αξιολόγηση του προσφεύγοντος.
107
Πράγματι, ο Διαμεσολαβητής διέλαβε τα ακόλουθα στην προσβαλλόμενη απόφαση:
«Μέσω του προϊσταμένου του ιδιαίτερου γραφείου μου, η [συμβουλευτική επιτροπή] μου κοινοποίησε στη συνέχεια κατάλογο των 12 καλύτερων υποψηφιοτήτων με αλφαβητική σειρά [...] Με βάση τις αιτήσεις υποψηφιότητας και τα ίδια 8 κριτήρια με εκείνα που χρησιμοποίησε η [συμβουλευτική επιτροπή], επέλεξα η ίδια τους 8 υποψηφίους που επρόκειτο να κληθούν σε συνέντευξη στις 17 Απριλίου 2015 και γνωστοποίησα την επιλογή μου αυτή απαντώντας στο ηλεκτρονικό μήνυμα του προϊσταμένου του ιδιαίτερου γραφείου μου. Επέλεξα να καλέσω μόνον 8 υποψηφίους, διότι από την προσωπική μου αξιολόγηση των αιτήσεων έκρινα ότι οι λοιποί υποψήφιοι που περιλαμβάνονταν στον κατάλογο δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις προκειμένου να προσληφθούν στην προκηρυσσόμενη θέση. Θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι η συγκριτική αξιολόγηση στην οποία προέβην πραγματοποιήθηκε ανεξαρτήτως της κατάταξης και των βαθμολογιών στις οποίες κατέληξε η [συμβουλευτική επιτροπή]. Δεν θεωρώ ότι δεσμευόμουν από την κατάταξη αυτή όταν επέλεξα τους υποψηφίους τους οποίους επιθυμούσα να καλέσω σε συνέντευξη.»
108
Όπως προκύπτει σαφώς από την απάντηση αυτή, ο Διαμεσολαβητής στηρίχθηκε στις δικές του εκτιμήσεις όσον αφορά τους δώδεκα υποψηφίους που προτάθηκαν από τη συμβουλευτική επιτροπή με τον αλφαβητικό κατάλογο, και όχι στη βαθμολογία που απένειμε η εν λόγω επιτροπή σε καθέναν από αυτούς τους δώδεκα υποψηφίους ή στη σειρά κατάταξης που καθόρισε η εν λόγω επιτροπή.
109
Με το υπόμνημα αντίκρουσης, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι «όντως» ακολούθησε τη συμβουλή της συμβουλευτικής επιτροπής και διευκρινίζει ότι δεν «έκανε την επιλογή του εγκρίνοντας απλώς έναν κατάλογο που είχε καταρτιστεί έχοντας ως κριτήριο τα προσόντα».
110
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, όταν τα θεσμικά και τα λοιπά όργανα ή οργανισμοί συνιστούν στους κόλπους τους συμβουλευτική επιτροπή μη προβλεπόμενη από τον ΚΥΚ, ώστε να έχουν στη διάθεσή τους, ενόψει του διορισμού σε ορισμένες θέσεις, μια γνώμη σχετικά με τις ικανότητες και τις δεξιότητες των υποψηφίων, το μέτρο αυτό αποβλέπει στο να εξασφαλίσει στο οικείο όργανο ή οργανισμό, υπό την ιδιότητά του ως ΑΔΑ, μια καλύτερη βάση για τη συγκριτική εξέταση των προσόντων των υποψηφίων. Εξ αυτού προκύπτει ότι η γνώμη που εκδίδει η εν λόγω συμβουλευτική επιτροπή υπό τη μορφή πρότασης για πρόσκληση σε συνέντευξη πρέπει, εφόσον πράγματι η επιτροπή αυτή διατυπώσει τέτοια πρόταση, να συμπεριληφθεί στα στοιχεία τα οποία η ΑΔΑ οφείλει να λάβει υπόψη προκειμένου να στηρίξει τη δική της εκτίμηση αναφορικά με τα προσόντα των υπαλλήλων, έστω και αν κρίνει ότι οφείλει να παρεκκλίνει από αυτήν (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 9ης Ιουλίου 1987, Hochbaum και Rawes κατά Επιτροπής, 44/85, 77/85, 294/85 και 295/85,EU:C:1987:348, σκέψεις 16 και 17, της 30ής Ιανουαρίου 1992, Schönherr κατά ΕΟΚΕ, T-25/90, EU:T:1992:8, σκέψεις 27 και 28, και της 18ης Σεπτεμβρίου 2003, Παππάς κατά Επιτροπής των Περιφερειών, T-73/01, EU:T:2003:237, σκέψη 60).
111
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, ο Διαμεσολαβητής αναγνώρισε ότι, κατ’ αντιδιαστολή προς τα όσα είχε αναφέρει στην ηλεκτρονική επιστολή της 10ης Απριλίου 2015, με την οποία ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι η συμβουλευτική επιτροπή είχε αποφασίσει να μην τον προτείνει για συνέντευξη, η συμβουλευτική επιτροπή είχε αντιθέτως επιλέξει για συνέντευξη δώδεκα υποψηφίους, μεταξύ των οποίων και τον προσφεύγοντα. Ο Διαμεσολαβητής προσέθεσε ότι αυτός ο ίδιος είχε αποφασίσει να καλέσει σε συνέντευξη οκτώ μόνον από τους δώδεκα υποψηφίους, συμπεριλαμβανομένης της Β. G. και εξαιρουμένου του προσφεύγοντος. Ο Διαμεσολαβητής διευκρίνισε πάντως ότι επρόκειτο για αμέλεια.
112
Δεν αμφισβητείται ότι, εν προκειμένω, η πρόσκληση προέβλεπε, στο σημείο 7, ότι μια συμβουλευτική επιτροπή επρόκειτο να συνδράμει τον Διαμεσολαβητή και να προτείνει κατάλογο υποψηφίων για να κληθούν σε συνέντευξη, είχε δε τη δυνατότητα να προτείνει να προσέλθουν για συνέντευξη ορισμένοι μόνον από τους προκριθέντες υποψηφίους. Προβλεπόταν επίσης ότι ο Διαμεσολαβητής θα μπορούσε να αποφασίσει να κληθούν σε συνέντευξη μόνον ορισμένοι από τους υποψηφίους που θα περιλαμβάνονταν στον προτεινόμενο κατάλογο της συμβουλευτικής επιτροπής.
113
Δεν αμφισβητείται επίσης ότι, εν προκειμένω, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε σε συνέντευξη οκτώ υποψηφίους εκ των δώδεκα προταθέντων από τη συμβουλευτική επιτροπή, χωρίς να γνωρίζει, κατά τη στιγμή της πρόσκλησης αυτής, τη βαθμολογία στην οποία είχε καταλήξει η επιτροπή αυτή για τα προσόντα κάθε υποψηφίου, δεδομένου ότι είχε γνώση μόνο του αλφαβητικού καταλόγου των εν λόγω υποψηφίων. Όπως όμως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε τους ίδιους πρώτους επτά υποψηφίους με αυτούς που είχε προτείνει η συμβουλευτική επιτροπή. Αντιθέτως, ο όγδοος υποψήφιος τον οποίο προσκάλεσε ο Διαμεσολαβητής είχε καταταγεί στην ένατη θέση ex aequo με τον προσφεύγοντα. Σε συνέντευξη δεν προσκλήθηκε ούτε ο όγδοος βάσει προσόντων στον κατάλογο κατάταξης της συμβουλευτικής επιτροπής, αλλά ούτε και ο προσφεύγων.
114
Επομένως, ο Διαμεσολαβητής ακολούθησε τη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής, καθόσον κάλεσε σε συνέντευξη μόνον υποψηφίους που πρότεινε η εν λόγω επιτροπή στον αλφαβητικό κατάλογο που του απεστάλη στις 9 Απριλίου 2015. Ωστόσο, καθόσον δεν προσκάλεσε τον όγδοο βάσει προσόντων στον πίνακα κατάταξης της συμβουλευτικής επιτροπής, αλλά τον ένατο του καταλόγου αυτού, ο Διαμεσολαβητής δεν ακολούθησε τη γνώμη που διατύπωσε η συμβουλευτική επιτροπή.
115
Πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι έλαβε γνώση της κατάταξης μόνον αφού είχε προηγουμένως καλέσει σε συνέντευξη τους οκτώ επιλεγέντες υποψηφίους. Ο ισχυρισμός αυτός δεν αμφισβητήθηκε από τον προσφεύγοντα και επομένως ο Διαμεσολαβητής κάλεσε σε συνέντευξη μόνον υποψηφίους περιλαμβανόμενους στον κατάλογο που κατάρτισε η συμβουλευτική επιτροπή. Συνεπώς, ο Διαμεσολαβητής δεν παρεξέκλινε από τον αλφαβητικό κατάλογο.
116
Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι ο ίδιος ο Διαμεσολαβητής ισχυρίζεται ότι δεν υποχρεούται να εγκρίνει απλώς έναν κατάλογο που έχει καταρτιστεί με κριτήριο τα προσόντα.
117
Συνεπώς, πρέπει να καθοριστεί αν, υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, στο μέτρο που παρεξέκλινε από την κατάταξη βάσει προσόντων που περιέχεται στη γνώμη της συμβουλευτικής επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής υπέπεσε σε πλάνη ικανή να καταστήσει πλημμελή, κατά τρόπο βλαπτικό για τον προσφεύγοντα, τη διαδικασία.
118
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, λόγω του αμιγώς συμβουλευτικού χαρακτήρα της γνώμης, ο Διαμεσολαβητής μπορούσε να παρεκκλίνει από τη γνώμη αυτή, δεδομένου ότι παρέθεσε τον λόγο για τον οποίο αποφάσισε να ακολουθήσει διαφορετική σειρά σε σχέση με την καθορισθείσα από τη συμβουλευτική επιτροπή (βλ. παρατιθέμενη στη σκέψη 110 ανωτέρω νομολογία).
119
Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής έλαβε υπόψη τις υποψηφιότητες των πρώτων επτά υποψηφίων οι οποίοι περιλαμβάνονταν στον κατάλογο που κατάρτισε η συμβουλευτική επιτροπή βάσει προσόντων, αλλά κάλεσε σε συνέντευξη όχι τον προτεινόμενο από την επιτροπή αυτή όγδοο υποψήφιο, αλλά τον καταταγέντα στην ένατη θέση, διευκρινιζομένου ότι, κατά τον χρόνο εκείνο, ο Διαμεσολαβητής δεν είχε λάβει γνώση της σειράς κατάταξης βάσει προσόντων.
120
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο Διαμεσολαβητής εξήγησε ότι είχε επιλέξει να καλέσει τους εν λόγω οκτώ υποψηφίους και μόνον, διότι από την προσωπική του αξιολόγηση έκρινε ότι οι λοιποί υποψήφιοι που περιλαμβάνονταν στον κατάλογο δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις προκειμένου να προσληφθούν στην προκηρυχθείσα θέση.
121
Διαπιστώνεται ότι ο Διαμεσολαβητής κάλεσε σε συνέντευξη μόνον υποψηφίους περιλαμβανόμενους στον κατάλογο που κατάρτισε η συμβουλευτική επιτροπή. Εκτός αυτού, δεδομένης της προβλεπόμενης στην πρόσκληση διαδικασίας (βλ. σκέψη 112 ανωτέρω), ο Διαμεσολαβητής δεν υποχρεούνταν να εγκρίνει απλώς έναν κατάλογο που είχε καταρτιστεί με κριτήριο τα προσόντα και δεν ήταν παράτυπο να μην προσκληθούν σε συνέντευξη οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονταν μεν στον εν λόγω κατάλογο αλλά οι οποίοι, κατά τον Διαμεσολαβητή, δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις προκειμένου να προσληφθούν στην προκηρυχθείσα θέση.
122
Επομένως, μολονότι ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε υπόψη τη σειρά που καθόρισε η συμβουλευτική επιτροπή, εντούτοις η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
123
Πράγματι, ακόμη και αν ο Διαμεσολαβητής είχε ακολουθήσει τη σειρά κατάταξης που περιλαμβάνεται στον κατάλογο της εν λόγω επιτροπής, ο υποψήφιος που θα είχε προκληθεί θα ήταν ο καταταγείς στην όγδοη θέση και όχι ο προσφεύγων, ενώ ο ένατος του καταλόγου, ο οποίος κατετάγη ex aequo με τον προσφεύγοντα, δεν θα είχε προσκληθεί.
124
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί η τέταρτη αιτίαση καθώς και ο πρώτος λόγος ακύρωσης στο σύνολό του.
β) [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Επί του δεύτερου λόγου ακύρωσης, με τον οποίο προβάλλεται πρόδηλη πλάνη εκτίμησης
125
Ο προσφεύγων υποστηρίζει, πρώτον, ότι ο Διαμεσολαβητής αξιολόγησε αυθαίρετα το βιογραφικό του σημείωμα, διότι κατά τον χρόνο υποβολής της υποψηφιότητάς του ήταν εισηγητής και όχι προϊστάμενος τμήματος. Επομένως, ο Διαμεσολαβητής υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης.
126
Συναφώς, αρκεί η επισήμανση ότι ο Διαμεσολαβητής απλώς υπενθύμισε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο προσφεύγων είχε διατελέσει «προϊστάμενος μονάδας» και όχι «διευθυντής» όπως άλλοι υποψήφιοι. Αντιθέτως, ο Διαμεσολαβητής δεν ισχυρίστηκε ότι ο προσφεύγων κατείχε τη θέση του εισηγητή κατά τον χρόνο υποβολής της υποψηφιότητάς του.
127
Επομένως, η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε ανακριβή πραγματική προϋπόθεση.
128
Επιπλέον, αφενός, είναι αληθές, όπως προκύπτει από το βιογραφικό σημείωμα του προσφεύγοντος, ότι ο τελευταίος υπήρξε «προϊστάμενος τμήματος» κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του.
129
Αφετέρου, όσον αφορά τα καθήκοντα του εισηγητή στο γραφείο του Προέδρου του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το βιογραφικό σημείωμα του προσφεύγοντος, ο τελευταίος είχε ως αποστολή, στο γραφείο αυτό, την «παρακολούθηση των παρεμπιπτόντων ζητημάτων δικονομικής φύσης, [την] προετοιμασία για την ανάθεση των εισερχόμενων υποθέσεων, [την] παρακολούθηση της νομολογίας του τμήματος μείζονος συνθέσεως, [την] παρακολούθηση της διοικητικής δραστηριότητας του οργάνου [και τη] συμμετοχή σε επιτροπές για λογαριασμό του Προέδρου». Όσον αφορά την από 27 Μαρτίου 2015 έκθεση βαθμολογίας του προσφεύγοντος, η έκθεση αυτή περιλαμβάνει ως περιγραφή των καθηκόντων που αντιστοιχούν στη θέση του βαθμολογούμενου υπαλλήλου τα ακόλουθα στοιχεία: «Εισηγητής (αρμόδιος κυρίως για διοικητικές υποθέσεις, παρακολούθηση των παρεμπιπτόντων ζητημάτων δικονομικής φύσης μέχρι την ανάθεση των υποθέσεων και, επικουρικώς, παρακολούθηση της νομολογίας του τμήματος μείζονος συνθέσεως)».
130
Επομένως, ο Διαμεσολαβητής δεν υπέπεσε, συναφώς, σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης.
131
Ο προσφεύγων υποστηρίζει, δεύτερον, ότι η βαθμολογία που έλαβε βάσει του κριτηρίου αξιολόγησης για την καλή γνώση των υποθέσεων, των θεσμών και του δικαίου της Ένωσης θα έπρεπε να είναι υψηλότερη από εκείνη που έλαβε η Β. G.
132
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, στην ΑΔΑ εναπόκειται να εκτιμά αν ένας υποψήφιος συγκεντρώνει τις αναφερόμενες στην ανακοίνωση κενής θέσης απαιτούμενες προϋποθέσεις, η δε εκτίμηση αυτή μπορεί να αμφισβητηθεί μόνο σε περίπτωση πρόδηλης πλάνης. Συνεπώς, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ΑΔΑ ελέγχοντας τις εκτιμήσεις της όσον αφορά την επαγγελματική επάρκεια των υποψηφίων, εκτός αν πρόκειται για τη διαπίστωση πρόδηλης πλάνης κατά την εκτίμηση (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Καλαβρός κατά Δικαστηρίου, T‑160/89 και T-161/89, EU:T:1990:86, σκέψη 29· βλ., συναφώς, απόφαση της 30ής Μαΐου 1984, Picciolo κατά Κοινοβουλίου, 111/83, EU:C:1984:200, σκέψη 16).
133
Καταρχάς, όπως προκύπτει από της πρόσκληση, τα καθήκοντα του γενικού γραμματέα περιγράφονται ως εξής:
«Ο γενικός γραμματέας είναι υπεύθυνος για τη γενική διαχείριση του Γραφείου και για την εφαρμογή της στρατηγικής του Διαμεσολαβητή. Υπάγεται απευθείας σε αυτήν και ηγείται της ομάδας διεύθυνσης που την πλαισιώνει. Εργάζεται σε στενή συνεργασία με το ιδιαίτερο γραφείο του Διαμεσολαβητή και εκπροσωπεί το Γραφείο στις σχέσεις με τους τρίτους.»
134
Όσον αφορά την «καλή γνώση των υποθέσεων της ΕΕ, των θεσμών της ΕΕ και του δικαίου της ΕΕ», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από το βιογραφικό σημείωμα της Β. G., με την εξαίρεση ποικίλων δραστηριοτήτων της ως δημοσιογράφου, η Β. G. άσκησε πλήθος καθηκόντων εντός της Επιτροπής, όπως είναι τα καθήκοντα εκπροσώπου του αρμόδιου για θέματα Υγείας και Προστασίας του Καταναλωτή Επιτρόπου (1999-2004), συμβούλου ενός εκ των Αντιπροέδρων της Επιτροπής σε θέματα στρατηγικής επικοινωνίας (2004-2006), βοηθού του γενικού διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης (ΓΔ) «Επικοινωνία» της Επιτροπής (2006-2007), προϊσταμένου του τμήματος ανθρώπινου δυναμικού και τεχνολογιών πληροφορίας της ΓΔ «Δικαιοσύνη» της Επιτροπής (2007-2011) και προϊσταμένου τμήματος παρά τω Γενικώ Διευθυντή για τις ναυτικές υποθέσεις και την αλιευτική βιομηχανία (από το 2011).
135
Λαμβάνοντας υπόψη αυτήν την πολυδιάστατη πείρα που αποκτήθηκε σε διάφορες υπηρεσίες της Επιτροπής, συνάγεται ότι η συμβουλευτική επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης απονέμοντας πολύ υψηλή βαθμολογία στην Β. G. Το γεγονός ότι η τελευταία δεν έχει πτυχίο νομικής δεν είναι σε θέση να αποδείξει, δεδομένης της πολυσχιδούς πείρας της, ότι η συμβουλευτική επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης.
136
Εξάλλου, η «καλή γνώση των υποθέσεων [...], των θεσμών […] και του δικαίου της [Ένωσης]» πρέπει να εξεταστεί όχι ανεξάρτητα, αλλά υπό το πρίσμα των περιγραφόμενων στην πρόσκληση καθηκόντων, τα οποία επικεντρώνονται στη στρατηγική του Διαμεσολαβητή και της διεύθυνσης της ομάδας του, οπότε πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο κατάλληλος υποψήφιος δεν χρειαζόταν να είναι εξειδικευμένος στο δίκαιο της Ένωσης, αλλά να είναι ένα πρόσωπο που κατείχε διάφορες θέσεις σε ποικίλους τομείς δραστηριότητας.
137
Όσον αφορά την αιτίαση ότι ο Διαμεσολαβητής κακώς θεώρησε ότι ο προσφεύγων δεν είχε «καμία πρακτική πείρα στον τομέα της διαχείρισης ανθρώπινων πόρων», επισημαίνεται ότι ο Διαμεσολαβητής διέλαβε τα ακόλουθα στην προσβαλλόμενη απόφαση:
«Απέδωσα επίσης συγκριτικό πλεονέκτημα στους υποψηφίους που έχουν πρακτική πείρα στον τομέα των ανθρώπινων πόρων, μεταξύ άλλων μέσω της εφαρμογής αναδιαρθρώσεων οργανικών φορέων. Ενώ ορισμένοι υποψήφιοι είχαν μεγάλη πείρα στον τομέα αυτό, εσείς δεν είχατε.»
138
Συνεπώς, ο Διαμεσολαβητής θεώρησε ότι, αντιθέτως προς άλλους υποψηφίους, ο προσφεύγων δεν διέθετε μεγάλη πρακτική πείρα στον τομέα της διαχείρισης ανθρώπινων πόρων, ειδικότερα δε σε θέματα αναδιάρθρωσης, και όχι, όπως ισχυρίζεται ο προσφεύγων, ότι δεν είχε καμία σχετική πείρα.
139
Ο προσφεύγων όμως ουδόλως υποστήριξε ότι διέθετε πείρα σε θέματα αναδιάρθρωσης, οπότε η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
140
Εν συνεχεία, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι, ειδικότερα, τα καθήκοντα του προϊσταμένου του τμήματος «Υπηρεσιακά Δικαιώματα, Κοινωνικές και Ιατρικές Υποθέσεις, Όροι Εργασίας» αφορούσαν κατεξοχήν διαχείριση ανθρώπινων πόρων.
141
Συναφώς, όπως προκύπτει από το βιογραφικό σημείωμα του προσφεύγοντος, οι κύριες δραστηριότητες και αρμοδιότητές του περιλάμβαναν τη «διαχείριση των υπηρεσιακών δικαιωμάτων του προσωπικού του Δικαστηρίου, τον συντονισμό των δράσεων κοινωνικής πρόνοιας, τη διοικητική εποπτεία της ιατρικής υπηρεσίας», τη «διαχείριση των δικαιωμάτων των Μελών του θεσμικού οργάνου τα οποία απορρέουν από τον Οργανισμό του Δικαστηρίου και από το καθεστώς χρηματικών απολαβών των Μελών», τον ρόλο του «προέδρου της προπαρασκευαστικής επιτροπής για τις κοινωνικές υποθέσεις στο [Σώμα των Προϊσταμένων Διοίκησης] (έως το 2013)», του «μέλους της προπαρασκευαστικής επιτροπής για υπηρεσιακά θέματα», του «πρώην προέδρου της επιτροπής διαχείρισης του βρεφονηπιακού σταθμού», του «προέδρου της [επιτροπής διαχείρισης ασφάλισης ασθενείας]» και του «αναπληρωματικού μέλους της επιτροπής Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως».
142
Μολονότι οι δραστηριότητες αυτές συνδέονται, ασφαλώς, με τη «διαχείριση ανθρώπινων πόρων», εντούτοις δεν αφορούν ούτε άμεσα τις στρατηγικές ή τις διάφορες μορφές οργάνωσης ανθρώπινων πόρων ούτε, κυρίως, την εφαρμογή αναδιαρθρώσεων οργανικών φορέων.
143
Όσον αφορά το γεγονός ότι τα καθήκοντα του προσφεύγοντος ως εισηγητή στο ιδιαίτερο γραφείο του Προέδρου του Δικαστηρίου, «πέραν όσων είχαν συνάφεια με το δικαιοδοτικό έργο του δικαστηρίου – εκτείνονταν προεχόντως στην επίβλεψη της διοικητικής λειτουργίας του Δικαστηρίου, για λογαριασμό του Προέδρου του Δικαστηρίου, η οποία περιλαμβάνει ζητήματα προσωπικού (περιλαμβανομένων ζητημάτων μείωσης προσωπικού), προετοιμασίας προϋπολογισμού, πληροφορικής οργάνωσης του Δικαστηρίου, κτιριακών υποδομών και γενικά του συνόλου της λειτουργίας της διοίκησης», επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το σύνολο των δραστηριοτήτων αυτών δεν εμφανίζονται στο βιογραφικό σημείωμα του προσφεύγοντος, το οποίο ανέφερε απλώς, όπως επισημάνθηκε με τη σκέψη 129 ανωτέρω, την παρακολούθηση των παρεμπιπτόντων ζητημάτων δικονομικής φύσης, την προετοιμασία για την ανάθεση των εισερχόμενων υποθέσεων, την παρακολούθηση της νομολογίας του τμήματος μείζονος συνθέσεως, την παρακολούθηση της διοικητικής δραστηριότητας του οργάνου και τη συμμετοχή σε επιτροπές για λογαριασμό του Προέδρου. Οι δραστηριότητες αυτές δεν εμφανίζονται ούτε και στις εκθέσεις βαθμολογίας του προσφεύγοντος που καταρτίστηκαν στις17 Μαρτίου 2015 (περίοδοι από 1ης Ιανουαρίου 2012 έως 31 Δεκεμβρίου 2012 και από 1ης Ιανουαρίου 2013 έως 31 Δεκεμβρίου 2013) και στις 27 Μαρτίου 2015 (περίοδος από 1ης Ιανουαρίου 2014 έως 31 Δεκεμβρίου 2014). Στις δύο πρώτες εκθέσεις, τα εκεί περιγραφόμενα καθήκοντα του προσφεύγοντος είναι «προϊστάμενος του τμήματος “Υπηρεσιακά Δικαιώματα, Κοινωνικές και Ιατρικές Υποθέσεις, Όροι Εργασίας”» και, στην τελευταία έκθεση, «Εισηγητής (αρμόδιος κυρίως για διοικητικές υποθέσεις, παρακολούθηση των παρεμπιπτόντων ζητημάτων δικονομικής φύσης μέχρι την ανάθεση των υποθέσεων και, επικουρικώς, παρακολούθηση της νομολογίας του τμήματος μείζονος συνθέσεως)».
144
Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στον Διαμεσολαβητή ότι υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης.
145
Τέλος, ο προσφεύγων προσάπτει στον Διαμεσολαβητή ότι έκρινε παρωχημένες τις γνώσεις και την εμπειρία του στον τομέα των τεχνολογιών πληροφορικής.
146
Ο Διαμεσολαβητής διέλαβε τα εξής στην προσβαλλόμενη απόφαση:
«Απέδωσα συγκριτικό πλεονέκτημα σε υποψηφίους οι οποίοι είχαν πρόσφατη εμπειρία στον τομέα της πληροφορικής κατά τα τελευταία δέκα έτη (πρόκειται για έναν διαρκώς αναπτυσσόμενο τομέα στον οποίο οι εξελίξεις είναι ταχύτατες, με αποτέλεσμα η πείρα που αποκτήθηκε στο απώτερο παρελθόν να κρίνεται λιγότερο καθοριστική στο πλαίσιο των τρεχουσών προκλήσεων). Κατά τα τελευταία δέκα έτη δεν είχατε εμπειρία στον τομέα της πληροφορικής, ενώ η συσσωρευμένη πείρα που αποκτήσατε στον τομέα της πληροφορικής στο απώτερο παρελθόν κρίνεται λιγότερο καθοριστική για τις τρέχουσες ανάγκες του θεσμικού μας οργάνου.»
147
Παρά το γεγονός ότι ο προσφεύγων επικαλείται διάφορους κύκλους επιμόρφωσης που έχει παρακολουθήσει εντός του Δικαστηρίου, εντούτοις δεν αμφισβητεί ότι το χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα καθήκοντά του αφορούσαν τις τεχνολογίες της πληροφορίας εκτείνεται από το 1981 έως το 2007.
148
Συναφώς, αφενός, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι ο τομέας της πληροφορικής αποτελεί έναν τομέα στον οποίο οι εξελίξεις είναι εξαιρετικά ταχείες και ότι, ως εκ τούτου, η πείρα που αποκτήθηκε στο απώτερο παρελθόν είναι λιγότερο καθοριστική από εκείνην που αποκτήθηκε πρόσφατα.
149
Αφετέρου, μολονότι ο προσφεύγων εκτιμά ότι η σχετική εμπειρία του εκτείνεται έως το 2007, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η δραστηριότητα του εισηγητή στο γραφείο δικαστή του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης από το 2005 έως το 2007 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συμμετοχή στην άσκηση καθηκόντων σχετικών με τις τεχνολογίες της πληροφορίας.
150
Επομένως, ο Διαμεσολαβητής δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης θεωρώντας ότι η πείρα του προσφεύγοντος στον τομέα των τεχνολογιών της πληροφορίας αποκτήθηκε στο απώτερο παρελθόν και ότι ήταν λιγότερο καθοριστική σε σχέση με αντίστοιχη πείρα πρόσφατα αποκτηθείσα.
151
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι ο δεύτερος λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί.
γ) [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Επί του τρίτου λόγου ακύρωσης, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης
152
Πρώτον, ο προσφεύγων προσάπτει στον Διαμεσολαβητή ότι αξιολόγησε αυθαίρετα και κατά καταστρατήγηση της διαδικασίας που ο ίδιος είχε καθορίσει με την πρόσκληση τις συστάσεις που προσκόμισε έκαστος των υποψηφίων. Στον βαθμό που οι συστάσεις συνεκτιμήθηκαν μόνο για τους τρεις υποψηφίους οι οποίοι προσκλήθηκαν στην τελευταία συνέντευξη, ο Διαμεσολαβητής παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης.
153
Όπως υπομνήσθηκε με τη σκέψη 75 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής διαθέτει ευρεία εξουσία εκτίμησης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, με αποτέλεσμα να απόκειται σε αυτόν, σε περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, η ΑΔΑ δεν διευκρινίζει τη μέθοδο συνεκτίμησης καθενός εκ των κριτηρίων βαθμολόγησης, να προβαίνει ο ίδιος στον καθορισμό τους (βλ., συναφώς, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Gonzalez Holguera κατά Κοινοβουλίου, T-115/89, EU:T:1990:84, σκέψη 53, και της 14ης Ιουλίου 1995, Pimley-Smith κατά Επιτροπής, T-291/94, EU:T:1995:142, σκέψη 48).
154
Επισημαίνεται ότι, όπως διευκρίνισε ο Διαμεσολαβητής κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, υποχρέωση προσκόμισης των συστάσεων είχε μόνον η υποψήφια Β. G. στο τέλος της διαδικασίας πρόσληψης.
155
Συνεπώς, αρκεί, εν πάση περιπτώσει, η διαπίστωση ότι η αιτίαση αυτή είναι αλυσιτελής, καθόσον η υποψηφιότητα του προσφεύγοντος απορρίφθηκε σε στάδιο προηγούμενο εκείνου των συνεντεύξεων, οπότε η ενδεχόμενη συνεκτίμηση των συστάσεων δεν μπορούσε να έχει ως συνέπεια την πρόκληση βλάβης (βλ. σκέψη 87 ανωτέρω).
156
Δεύτερον, ο προσφεύγων προσάπτει στον Διαμεσολαβητή ότι παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης διότι διαφοροποίησε τα κριτήρια επιλογής κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιλογής, παραβιάζοντας το πλαίσιο που ο ίδιος είχε θέσει. Έτσι, το κριτήριο «καλή γνώση των υποθέσεων της ΕΕ, των θεσμών της ΕΕ και του δικαίου της ΕΕ» εξετάστηκε κατά τρόπο μη αντικειμενικό, ενώ εκείνο που αφορά τη «γνώση άλλων επίσημων γλωσσών της Ένωσης» αξιολογήθηκε μόνον ως προς τους οκτώ υποψηφίους που προσκλήθηκαν σε συνέντευξη.
157
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι δύο αυτές αιτιάσεις αλληλεπικαλύπτονται με τις δύο πρώτες αιτιάσεις στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακύρωσης, οπότε πρέπει να απορριφθούν για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 73 έως 83 και 131 έως 136 ανωτέρω.
158
Όσον αφορά ειδικότερα την αιτίαση σχετικά με το κριτήριο «καλή γνώση των υποθέσεων της ΕΕ, των θεσμών της ΕΕ και του δικαίου της ΕΕ», το οποίο φέρεται ότι εξετάστηκε κατά τρόπο μη αντικειμενικό από τον Διαμεσολαβητή, διαπιστώνεται επίσης ότι, εν πάση περιπτώσει, ο προσφεύγων δεν ανέφερε τους λόγους για τους οποίους το εν λόγω κριτήριο εξετάστηκε κατά τρόπο μη αντικειμενικό, και επομένως, στο μέτρο που η εν λόγω αιτίαση δεν αλληλεπικαλύπτεται με άλλες αιτιάσεις που προέβαλε ο προσφεύγων και στις οποίες το Γενικό Δικαστήριο απάντησε στο πλαίσιο των ανωτέρω εξετασθέντων λόγων ακύρωσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Πράγματι, η απλή εξαγγελία της αιτίασης αυτής δεν παρέχει στο Γενικό Δικαστήριο τη δυνατότητα να προσδιορίσει την πραγματική φύση της.
159
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι ο τρίτος λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί.
δ) [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Επί του τέταρτου λόγου ακύρωσης, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση της αρχής της χρηστής διοίκησης
160
Στο πλαίσιο του λόγου αυτού, ο προσφεύγων προβάλλει δύο αιτιάσεις.
161
Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, η αρχή της χρηστής διοίκησης επιβάλλει στην αρμόδια αρχή να εφαρμόζει ορθώς τις κείμενες διατάξεις (αποφάσεις της 14ης Ιουνίου 1988, Χριστιανός κατά Δικαστηρίου, 33/87, EU:C:1988:300, σκέψη 23, και της 18ης Σεπτεμβρίου 2008, Angé Serrano κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, T-47/05, EU:T:2008:384, σκέψη 159).
162
Πρώτον, ο προσφεύγων προσάπτει στον Διαμεσολαβητή ότι τον απέκλεισε από το στάδιο των συνεντεύξεων χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, τη στιγμή μάλιστα που το αίτημα επανεξέτασης έπρεπε να είναι αιτιολογημένο και να υποβληθεί εντός σύντομης προθεσμίας, με συνέπεια ο προσφεύγων να αδυνατεί να ασκήσει αποτελεσματικά αίτηση θεραπείας. Κατά συνέπεια, ο Διαμεσολαβητής παραβίασε την αρχή της χρηστής διοίκησης.
163
Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, μολονότι ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε τον προσφεύγοντα μόνο για το γεγονός ότι, παρά τα προσόντα του, δεν είχε προσκληθεί σε συνέντευξη, ο τελευταίος δεν ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή περισσότερες διευκρινίσεις ώστε να μπορέσει να υποβάλει αίτημα επανεξέτασης.
164
Υπό τις συνθήκες αυτές, ο προσφεύγων δεν μπορεί να παραπονείται για κακοδιοίκηση, τη στιγμή μάλιστα που ο ίδιος παρέλειψε να ζητήσει διευκρινίσεις από τη Διοίκηση και που, επιπλέον, δεν ζήτησε, εν αναμονή των σχετικών διευκρινίσεων, την παράταση της προθεσμίας για την υποβολή αιτήματος επανεξέτασης.
165
Δεύτερον, ο προσφεύγων προσάπτει στον Διαμεσολαβητή ότι του παρέσχε στοιχεία ανακριβή, αντιφατικά και εσφαλμένα.
166
Επί του σημείου αυτού, είναι αληθές ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο Διαμεσολαβητής αναγνώρισε ότι ορισμένες από τις πληροφορίες που παρασχέθηκαν στον προσφεύγοντα ήταν εσφαλμένες ή ανακριβείς, οπότε τον ενθάρρυναν πιθανώς να υποβάλει διοικητική ένσταση.
167
Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι ανακρίβειες αυτές δεν μπορούν να καταστήσουν παράνομη την προσβαλλόμενη απόφαση, στο μέτρο που η διόρθωση πραγματοποιήθηκε ακριβώς στο στάδιο της απάντησης στις ενστάσεις του προσφεύγοντος (βλ., συναφώς, απόφαση της 25ης Μαΐου 2000, Elkaïm και Mazuel κατά Επιτροπής, T-173/99, EU:T:2000:142, σκέψη 103).
168
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος ακύρωσης πρέπει να απορριφθεί.
169
Επομένως, τα αιτήματα ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης πρέπει να απορριφθούν, χωρίς να παρίσταται ανάγκη να συνεκτιμηθεί το παράρτημα Δ 1 του υπομνήματος ανταπάντησης. Επομένως, παρέλκει η εξέταση της αίτησης του προσφεύγοντος της 7ης Απριλίου 2017, περί της οποίας γίνεται λόγος στη σκέψη 37 ανωτέρω.
2. [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Επί των αιτημάτων αποζημίωσης
170
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του προξένησε υλική ζημία και ηθική βλάβη.
171
Κατά πάγια νομολογία, σε περίπτωση που το αίτημα αποζημίωσης συνδέεται στενά με ακυρωτικό αίτημα, η απόρριψη του τελευταίου, είτε ως απαράδεκτου είτε ως αβάσιμου, συνεπιφέρει την απόρριψη και του αιτήματος αποζημίωσης (βλ. απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, Martínez Valls κατά Κοινοβουλίου, T‑214/02, EU:T:2003:254, σκέψη 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
172
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι τα ακυρωτικά αιτήματα συνδέονται στενά με τα αιτήματα αποζημίωσης και ότι τα ακυρωτικά αιτήματα απορρίφθηκαν, έπεται ότι πρέπει να απορριφθούν και τα αιτήματα αποζημίωσης.
173
Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
V. [Όπως διορθώθηκε με διάταξη της 18ης Ιουλίου 2018] Επί των δικαστικών εξόδων
174
Κατά το άρθρο 134 του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εντούτοις, κατά το άρθρο 135, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν τούτο επιβάλλεται για λόγους επιείκειας, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, μέρος μόνον των εξόδων του αντιδίκου ή ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα αυτά.
175
Υπό τις περιστάσεις της υπό κρίση υπόθεσης, το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, επισημαίνει ότι ο Διαμεσολαβητής επέδειξε αμέλεια την οποία αναγνώρισε και ο ίδιος καθόσον ανέφερε εσφαλμένως στον προσφεύγοντα ότι δεν είχε προταθεί για συνέντευξη και, αφετέρου, εκτιμά ότι ο Διαμεσολαβητής δεν διευκρίνισε στον προσφεύγοντα τους λεπτομερείς λόγους για τους οποίους δεν ακολούθησε τον κατάλογο των υποψηφίων ο οποίος είχε καταρτισθεί βάσει προσόντων και του είχε υποβληθεί από τη συμβουλευτική επιτροπή που ο ίδιος είχε συστήσει.
176
Υπό τις συνθήκες αυτές, η παρούσα δίκη μπορεί να θεωρηθεί ότι προκλήθηκε εν μέρει από τη συμπεριφορά του Διαμεσολαβητή.
177
Τέτοιες συνθήκες συνιστούν εξαιρετικό λόγο που δικαιολογεί την απόφαση ότι έκαστος των διαδίκων πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (όγδοο τμήμα),
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Ο Κώστας Πώποτας και ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής φέρουν έκαστος τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Collins
Kancheva
Barents
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 22 Μαρτίου 2018.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Amtliche Sprachfassungen
Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.
ČeštinaΕλληνικάEnglishEspañolFrançaisItalianoNederlandsPolskiPortuguêsRomână