EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union
Κοινοτικό σήμα — Διαδικασία ανακοπής — Αίτηση καταχωρίσεως εικονιστικού κοινοτικού σήματος HALAL MALAYSIA — Μη καταχωρισθέν προγενέστερο εικονιστικό σήμα HALAL MALAYSIA — Σχετικός λόγος απαραδέκτου — Μη ύπαρξη δικαιωμάτων επί του προγενέστερου σημείου αποκτηθέντων σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους πριν την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος — Άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 — Χρήση του προγενέστερου σήματος ως σήματος πιστοποιήσεως — Σύστημα κανόνων που διέπει την αγωγή του common law λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου (action for passing off) — Μη ύπαρξη “goodwill”
ECLI: ECLI:EU:T:2015:861Entscheidung vom: 18.11.2015
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα)
της 18ης Νοεμβρίου 2015 ( *1 )
«Κοινοτικό σήμα — Διαδικασία ανακοπής — Αίτηση καταχωρίσεως εικονιστικού κοινοτικού σήματος HALAL MALAYSIA — Μη καταχωρισθέν προγενέστερο εικονιστικό σήμα HALAL MALAYSIA — Σχετικός λόγος απαραδέκτου — Μη ύπαρξη δικαιωμάτων επί του προγενέστερου σημείου αποκτηθέντων σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους πριν την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος — Άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 — Χρήση του προγενέστερου σήματος ως σήματος πιστοποιήσεως — Σύστημα κανόνων που διέπει την αγωγή του common law λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου (action for passing off) — Μη ύπαρξη “goodwill”»
Στην υπόθεση T‑508/13,
Government of Malaysia, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον R. Volterra, solicitor, τον R. Miller, barrister, την V. von Bomhard και τον T. Heitmann, δικηγόρους, στη συνέχεια, από τους R. Volterra και R. Miller και την V. von Bomhard,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενου από τους P. Bullock και N. Bambara,
καθού,
έτερος διάδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ:
Paola Vergamini, κάτοικος Castelnuovo di Garfagnana (Ιταλία),
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 27ης Ιουνίου 2013 (υπόθεση R 326/2012-1), σχετικά με διαδικασία ανακοπής μεταξύ Government of Malaysia και Paola Vergamini,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. Prek, πρόεδρο, I. Labucka (εισηγήτρια) και V. Kreuschitz, δικαστές,
γραμματέας: I. Dragan, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Σεπτεμβρίου 2013,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 17 Δεκεμβρίου 2013,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα απαντήσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Απριλίου 2014,
κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 6ης Φεβρουαρίου 2015,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 25 Μαΐου 2010 η Paola Vergamini, έτερος διάδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ, υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος ενώπιον του Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (EE L 78, σ. 1).
2
Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το εξής εικονιστικό σημείο:
3
Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση υπάγονται στις κλάσεις 5, 18, 25, 29, 30, 31, 32 και 43 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση των σημάτων, της 15ης Ιουνίου 1957, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:
—
κλάση 5: «Παρασκευάσματα φαρμακευτικά και κτηνιατρικά· παρασκευάσματα υγιεινής για ιατρικές χρήσεις· διαιτητικές ουσίες προσαρμοσμένες για φαρμακευτική χρήση, βρεφικές τροφές· έμπλαστρα· υλικό επιδέσμων· απολυμαντικά· παρασκευάσματα για την καταπολέμηση επιβλαβών ζώων και ζωυφίων· μυκητοκτόνα, παρασιτοκτόνα»·
—
κλάση 18: «Δέρμα και απομιμήσεις δέρματος, είδη από αυτά τα υλικά μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· δέρματα ζώων, κιβώτια και βαλίτσες ταξιδίου· ομπρέλες, αλεξήλια και ράβδοι περιπάτου· μαστίγια, ιπποσκευές και είδη σελοποιίας»·
—
κλάση 25: «Ενδύματα, υποδήματα, είδη πιλοποιίας»·
—
κλάση 29: «Κρέατα, ψάρια, πουλερικά και κυνήγι· εκχυλίσματα κρέατος· φρούτα και λαχανικά διατηρημένα (κονσέρβες), κατεψυγμένα, αποξηραμένα και μαγειρεμένα· ζελέ, μαρμελάδες, κομπόστες· αβγά, γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα· έλαια και λίπη βρώσιμα»·
—
κλάση 30: «Καφές, τσάι, κακάο, ζάχαρη, ρύζι, ταπιόκα, σάγο (αλεύρι κολλαρίσματος), υποκατάστατα καφέ· άλευρα και παρασκευάσματα από δημητριακά· άρτος, γλυκά και είδη ζαχαροπλαστικής, παγωτά· μέλι, σιρόπι μελάσας· μαγιά, μπέικιν πάουντερ· αλάτι, μουστάρδα· ξίδι, σάλτσες (καρυκεύματα)· μπαχαρικά· πάγος»·
—
κλάση 31: «Προϊόντα γεωργικά, κηπουρικά, δασοκομικά και σπόροι, μη περιλαμβανόμενα σε άλλες κλάσεις· ζώντα ζώα· νωπά φρούτα και λαχανικά· σπόροι για σπορά, φυσικά φυτά και άνθη· ζωοτροφές· βύνη»·
—
κλάση 32: «Ζύθος· μεταλλικά και αεριούχα νερά και άλλα μη οινοπνευματώδη ποτά· ποτά φρούτων και χυμοί φρούτων· σιρόπια και άλλα παρασκευάσματα για ποτοποιία»·
—
κλάση 43: «Υπηρεσίες παροχής διατροφής και ποτών· υπηρεσίες προσωρινής κατάλυσης».
4
Η αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων υπ’ αριθ. 127/2010 της 13ης Ιουλίου 2010.
5
Στις 13 Οκτωβρίου 2010 η προσφεύγουσα, Government of Malaysia, άσκησε ανακοπή, δυνάμει του άρθρου 41 του κανονισμού 207/2009, κατά της καταχωρίσεως του αιτούμενου σήματος στο σύνολό του.
6
Οι λόγοι που προβλήθηκαν προς στήριξη της ανακοπής ήταν οι προβλεπόμενοι στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, και παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009.
7
Η ανακοπή στηριζόταν στο εικονιστικό σημείο που απεικονίζεται κατωτέρω, το οποίο, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 207/2009, είναι, κατά την προσφεύγουσα, παγκοίνως γνωστό κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του εν λόγω κανονισμού σε συνδυασμό με το άρθρο 6 δις της Συμβάσεως των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, της 20ής Μαρτίου 1883, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 4, του ως άνω κανονισμού, είναι μη καταχωρισθέν σήμα στο Ηνωμένο Βασίλειο τη χρήση του οποίου επικαλείται η προσφεύγουσα για ένα φάσμα προϊόντων και υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων και τα τρόφιμα:
8
Στις 16 Δεκεμβρίου 2011 το τμήμα ανακοπών απέρριψε την ανακοπή στο σύνολό της. Καταρχάς, το τμήμα ανακοπών εκτίμησε ότι σε κανένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν αποδείχθηκε η αναγνωρισιμότητα του προγενέστερου σημείου κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 207/2009. Εν συνεχεία, υπό το πρίσμα των κριτηρίων εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού, το τμήμα ανακοπών έκρινε ότι οι προσκομισθείσες από την προσφεύγουσα αποδείξεις δεν ήταν αρκετές ώστε να κριθεί ότι, κατά την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως του αιτούμενου σήματος, το μη καταχωρισθέν σήμα της προσφεύγουσας είχε αποκτήσει το αναγκαίο «goodwill» (δύναμη προσελκύσεως της πελατείας) στο Ηνωμένο Βασίλειο.
9
Στις 14 Φεβρουαρίου 2012 η προσφεύγουσα άσκησε κατά της αποφάσεως του τμήματος ανακοπών προσφυγή ενώπιον του ΓΕΕΑ, δυνάμει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009.
10
Με απόφαση της 27ης Ιουνίου 2013 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το πρώτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε την προσφυγή.
11
Σε ό,τι αφορά τον λόγο ανακοπής που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, καταρχάς, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι το προβλεπόμενο στο Ηνωμένο Βασίλειο αστικό αδίκημα της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου μπορούσε να στοιχειοθετείται ως προς τα σημεία που λειτουργούν ως σήματα πιστοποιήσεως. Επισήμανε όμως ότι, λαμβανομένης υπόψη της αποκαλούμενης «διευρυμένης» μορφής της αγωγής λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου, την οποία αναγνωρίζει η εθνική νομολογία και η οποία παρέχει τη δυνατότητα σε περισσότερους επιχειρηματίες να έχουν δικαιώματα επί σημείου το οποίο χαίρει φήμης στην αγορά, μπορούσε να προβληθεί η ύπαρξη του εν λόγω αδικήματος όσον αφορά το «goodwill» που αποκτήθηκε για σημείο το οποίο λειτουργεί ως σήμα πιστοποιήσεως. Εν συνεχεία, το τμήμα προσφυγών εκτίμησε ότι τα προσκομισθέντα από την προσφεύγουσα αποδεικτικά στοιχεία δεν αρκούσαν ώστε, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, να μπορεί ευλόγως να κριθεί ότι οι εμπορικού χαρακτήρα δραστηριότητες είχαν δημιουργήσει, στο οικείο κοινό, το απαραίτητο «goodwill». Τέλος, διαπίστωσε ότι, ελλείψει αποδείξεως του εν λόγω «goodwill», που είναι μια εκ των σωρευτικών προϋποθέσεων του αδικήματος αυτού, η στηριζόμενη στην εν λόγω διάταξη ανακοπή δεν μπορούσε να γίνει δεκτή.
12
Σε ό,τι αφορά τους λόγους ανακοπής που προβλέπονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 207/2009, το τμήμα προσφυγών έκρινε, κατ’ ουσίαν, ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει την αναγνωρισιμότητα του προγενέστερου σημείου στην Ένωση και, ιδίως, ότι κανένα από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείκνυε επαρκώς ότι το οικείο κοινό αναγνώριζε το σημείο αυτό κατά την κρίσιμη ημερομηνία, ήτοι στις 25 Μαΐου 2010.
Αιτήματα των διαδίκων
13
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
—
να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
14
Το ΓΕΕΑ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού των επιχειρημάτων του ΓΕΕΑ
15
Στο υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα νέα ζητήματα που έθεσε το ΓΕΕΑ στο υπόμνημα αντικρούσεως είναι απαράδεκτα υπό το φως του άρθρου 135, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991 καθώς και της νομολογίας. Αναφέρεται ιδίως στα εξής επιχειρήματα:
—
η εκ μέρους της προσφεύγουσας χρήση του προγενέστερου σημείου δεν πληροί τις επιταγές του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009·
—
το «goodwill» που απαιτείται από το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου όσον αφορά το αστικό αδίκημα της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου μπορεί να υπάρξει μόνον εφόσον το σημείο αυτό συνιστά αγαθό επιχειρήσεως και ανήκει, εν προκειμένω, στους εισαγωγείς, στους διανομείς και στους πωλητές λιανικής·
—
η νομολογία του 1984 προέβλεψε ένα ελάχιστο όριο πωλήσεων για τη δημιουργία του «goodwill» το οποίο κατά το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελεί προϋπόθεση της αγωγής λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου.
16
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι σκοπός της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής είναι ο έλεγχος της νομιμότητας των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών του ΓΕΕΑ, κατά την έννοια του άρθρου 65 του κανονισμού 207/2009. Εξάλλου, το άρθρο 135, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991 προβλέπει ότι τα υπομνήματα των διαδίκων δεν μπορούν να τροποποιήσουν το αντικείμενο της ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαφοράς.
17
Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αρκέστηκε να διαπιστώσει ότι το προγενέστερο σημείο δεν είχε αποκτήσει πριν την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος το «goodwill» που κατά το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση αγωγής λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου και δεν εξέτασε τις λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009. Εφόσον το ζήτημα αν το προγενέστερο σημείο χρησιμοποιήθηκε στις συναλλαγές χωρίς να έχει μόνο τοπική ισχύ δεν εξετάστηκε επί της ουσίας από το τμήμα προσφυγών, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί να το εξετάσει για πρώτη φορά στο πλαίσιο του ελέγχου νομιμότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως [βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2011, Völkl κατά ΓΕΕΑ — Marker Völkl (VÖLKL), T‑504/09, Συλλογή, EU:T:2011:739, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Επομένως, το επιχείρημα αυτό είναι απαράδεκτο.
18
Ως προς τα λοιπά επιχειρήματα του ΓΕΕΑ για τις προϋποθέσεις της προβλεπόμενης στο Ηνωμένο Βασίλειο αγωγής λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου, διαπιστώνεται ότι αποσκοπούν στη συμπλήρωση των ζητημάτων που εξετάσθηκαν από το τμήμα προσφυγών και πρέπει συνεπώς να κριθούν ως παραδεκτά.
Επί της ουσίας
19
Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει έναν μοναδικό λόγο ακυρώσεως, που αντλείται από παράβαση του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009. Ο λόγος αυτός διαρθρώνεται σε δύο σκέλη.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
20
Δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, ο δικαιούχος ενός σημείου δύναται να ασκήσει ανακοπή κατά της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος εφόσον αυτό πληροί τέσσερις προϋποθέσεις. Το σημείο του οποίου γίνεται επίκληση πρέπει να χρησιμοποιείται στις συναλλαγές και να μην έχει μόνο τοπική ισχύ, το δικαίωμα επί του σημείου αυτού πρέπει να έχει αποκτηθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους όπου χρησιμοποιήθηκε το σημείο πριν την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος και, τέλος, το σημείο αυτό πρέπει να παρέχει στον δικαιούχο τη δυνατότητα να απαγορεύει τη χρήση πλέον πρόσφατου σήματος. Οι τέσσερις αυτές προϋποθέσεις περιορίζουν τον αριθμό των σημείων που δεν είναι σήματα, των οποίων μπορεί να γίνει επίκληση για να παρεμποδισθεί η καταχώριση κοινοτικού σήματος το οποίο ισχύει σε ολόκληρο το έδαφος της Ένωσης σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009 [βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 24ης Μαρτίου 2009, Moreira da Fonseca κατά ΓΕΕΑ — General Óptica (GENERAL OPTICA), T‑318/06 έως T‑321/06, Συλλογή, EU:T:2009:77, σκέψη 32]. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, οπότε, όταν ένα σημείο δεν πληροί μια από τις προϋποθέσεις αυτές, η ανακοπή που στηρίζεται στην ύπαρξη μη καταχωρισθέντος σήματος ή άλλων σημείων που χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει [απόφαση της 30ής Ιουνίου 2009, Danjaq κατά ΓΕΕΑ — Mission Productions (Dr. No), T‑435/05, Συλλογή, EU:T:2009:226, σκέψη 35].
21
Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, δηλαδή οι σχετικές με τη χρήση και τη μη αποκλειστικώς τοπική ισχύ του προγενέστερου σημείου, απορρέουν από αυτό καθαυτό το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 και πρέπει κατά συνέπεια να ερμηνεύονται υπό το φως του δικαίου της Ένωσης. Έτσι, ο κανονισμός 207/2009 θεσπίζει ενιαίους κανόνες σχετικούς με τη χρήση των σημείων και την ισχύ τους, οι οποίοι συνάδουν προς τις αρχές που διέπουν το προβλεπόμενο από τον κανονισμό αυτό σύστημα (προπαρατεθείσα στη σκέψη 20 απόφαση GENERAL OPTICA, EU:T:2009:77, σκέψη 33).
22
Αντιθέτως, από τη φράση «στις περιπτώσεις και στον βαθμό που σύμφωνα με […] το δίκαιο του κράτους μέλους που διέπει το σημείο αυτό» προκύπτει ότι οι δύο άλλες προϋποθέσεις τις οποίες προβλέπει στη συνέχεια το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχεία αʹ και βʹ, του κανονισμού 207/2009 είναι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει ο εν λόγω κανονισμός οι οποίες, σε αντίθεση προς τις προηγούμενες, εκτιμώνται βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται από το δίκαιο το οποίο διέπει το σημείο του οποίου γίνεται επίκληση. Η εν λόγω παραπομπή στο τελευταίο αυτό δίκαιο είναι απολύτως δικαιολογημένη, δεδομένου ότι ο κανονισμός 207/2009 αναγνωρίζει τη δυνατότητα επικλήσεως, έναντι κοινοτικού σήματος, σημείων μη καλυπτόμενων από το κοινοτικό σύστημα σημάτων. Επομένως, μόνο βάσει του δικαίου του κράτους μέλους που διέπει το σημείο του οποίου γίνεται επίκληση μπορεί να διαπιστωθεί αν το σημείο αυτό είναι προγενέστερο από το κοινοτικό σήμα και αν δικαιολογείται η απαγόρευση χρήσεως πλέον πρόσφατου σήματος (προπαρατεθείσα στη σκέψη 20 απόφαση GENERAL OPTICA, EU:T:2009:77, σκέψη 34).
23
Ο ανακόπτων πρέπει να αποδείξει ότι το επίμαχο σημείο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου του κράτους μέλους του οποίου γίνεται επίκληση και ότι παρέχει τη δυνατότητα να απαγορευθεί η χρήση πλέον πρόσφατου σήματος [βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Ιουνίου 2007, Budějovický Budvar κατά ΓΕΕΑ — Anheuser-Busch (BUDWEISER), T‑53/04 έως T‑56/04, T‑58/04 και T‑59/04, EU:T:2007:167, σκέψη 74].
Επί του πρώτου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, που αφορά εσφαλμένη ερμηνεία των προϋποθέσεων του προβλεπόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου
24
Το πρώτο αυτό σκέλος διαρθρώνεται σε τρεις αιτιάσεις.
25
Σε ό,τι αφορά την πρώτη αιτίαση, κατά την οποία το τμήμα προσφυγών ερμήνευσε και εφάρμοσε κατά τρόπο εσφαλμένο τις προϋποθέσεις του προβλεπόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου μη αναγνωρίζοντας ότι το προγενέστερο σήμα ενέπιπτε στην «κλασική» μορφή του εν λόγω αδικήματος, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, αφενός, ότι το τμήμα προσφυγών δεν αναγνώρισε ότι η ίδια είχε αποδείξει ότι το αδίκημα αυτό μπορούσε να αφορά τα σημεία που λειτουργούν ως σήματα πιστοποιήσεως και, αφετέρου, ότι το τμήμα προσφυγών εκτίμησε την ανακοπή με βάση την παραδοχή ότι αυτή στηριζόταν στο εν λόγω αδίκημα υπό τη «διευρυμένη» μορφή του, γεγονός που είχε αρνητικό αντίκτυπο στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων της υπό κρίση υποθέσεως.
26
Εκτός αυτού, η προσφεύγουσα διευκρινίζει ότι, υπό την «κλασική» μορφή του προβλεπόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου, η φήμη και το «goodwill» του επίμαχου σήματος ανήκουν αποκλειστικώς στον ενάγοντα. Αντιθέτως, υπό τη «διευρυμένη» μορφή του εν λόγω αδικήματος, η φήμη και το «goodwill» του επίμαχου σήματος δεν ανήκουν αποκλειστικώς σε έναν ενάγοντα, αλλά κατανέμονται μεταξύ περισσοτέρων ανεξάρτητων επιχειρηματιών ενός τομέα, καθένας εκ των οποίων δύναται να ασκήσει πλήρως τα δικαιώματά του έναντι τρίτων.
27
Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η ανακοπή στηριζόταν στην «κλασική» μορφή του προβλεπόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου, διότι συνέτρεχαν τα τρία συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος υπό τη μορφή αυτή, ήτοι το αποκτηθέν «goodwill», η παραπλανητική παρουσίαση και η πρόκληση ζημίας στο «goodwill». Εξάλλου, δεν χωρεί αμφιβολία ότι το αδίκημα αυτό μπορεί να αφορά τα σήματα πιστοποιήσεως.
28
Το ΓΕΕΑ αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή.
29
Καταρχάς, επισημαίνεται ότι η προσφεύγουσα δήλωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι είχε στο μεταξύ προβεί σε καταχώριση και κοινοποίηση του σήματός της πιστοποιήσεως δυνάμει του άρθρου 6τρις της Συμβάσεως των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας.
30
Συναφώς, παρατηρείται, αφενός, ότι, εφόσον το ΓΕΕΑ δεν μπορεί να λάβει υπόψη του πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν επικαλέστηκαν ενώπιόν του οι διάδικοι, η νομιμότητα των αποφάσεών του δεν μπορεί να αμφισβητηθεί βάσει τέτοιων πραγματικών περιστατικών. Ομοίως, το Γενικό Δικαστήριο δεν μπορεί κατά συνέπεια να λάβει υπόψη του στοιχεία που προβάλλονται προς απόδειξη αυτών των πραγματικών περιστατικών (απόφαση της 18ης Ιουλίου 2006, Rossi κατά ΓΕΕΑ, C‑214/05 P, Συλλογή,EU:C:2006:494, σκέψη 52). Παρατηρείται, αφετέρου, ότι, κατά το γράμμα του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, εφαρμογή του άρθρου αυτού χωρεί μόνον κατόπιν ανακοπής του δικαιούχου μη καταχωρισθέντος σήματος ή άλλου χρησιμοποιούμενου στις συναλλαγές σημείου το οποίο δεν έχει μόνον τοπική ισχύ.
31
Εν προκειμένω, το δίκαιο του κράτους μέλους που διέπει το μη καταχωρισθέν προγενέστερο σήμα είναι ο Trade Marks Act 1994 (νόμος του Ηνωμένου Βασιλείου περί σημάτων), του οποίου το άρθρο άρθρο 5, παράγραφος 4, ορίζει τα εξής:
«Η καταχώριση σήματος δεν είναι δυνατή, αν και κατά το μέτρο που η χρήση του στο Ηνωμένο Βασίλειο δύναται να αποκλεισθεί:
a)
δυνάμει οποιουδήποτε κανόνα δικαίου [ιδίως, δυνάμει του δικαίου περί απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου (law of passing off)] που προστατεύει μη καταχωρισθέν σήμα ή οποιοδήποτε άλλο σημείο το οποίο χρησιμοποιείται στις συναλλαγές […]».
32
Από το άρθρο 5, παράγραφος 4, του Trade Marks Act 1994, όπως έχει ερμηνευθεί από τα εθνικά δικαστήρια, προκύπτει ότι η προσφεύγουσα οφείλει να αποδείξει ότι, σύμφωνα με το νομικό καθεστώς της αγωγής λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου την οποία προβλέπει το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου, πληρούνται τρεις προϋποθέσεις, ήτοι το αποκτηθέν «goodwill», η παραπλανητική παρουσίαση και η πρόκληση ζημίας στο «goodwill» [απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 2012, Tilda Riceland Private κατά ΓΕΕΑ — Siam Grains (BASmALI), T‑304/09, Συλλογή, EU:T:2012:13, σκέψη 19].
33
Κατά συνέπεια, εν προκειμένω πρέπει να εξετασθεί, καταρχάς, αν το προγενέστερο σημείο, εμφανιζόμενο από την προσφεύγουσα ως σήμα πιστοποιήσεως, το οποίο διακρίνει τα πιστοποιημένα προϊόντα από εκείνα που δεν έχουν πιστοποιηθεί, μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την άσκηση αγωγής λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά το τμήμα προσφυγών, η προσφεύγουσα δεν ανταποκρίθηκε στο βάρος που έφερε να αποδείξει ότι το προβλεπόμενο στο Ηνωμένο Βασίλειο αστικό αδίκημα της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου μπορούσε να στοιχειοθετείται ως προς τα σημεία που λειτουργούν ως σήματα πιστοποιήσεως.
34
Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο έχει κρίνει ότι από την εθνική νομολογία προέκυπτε ότι σημείο με το οποίο δηλώνονταν προϊόντα ή υπηρεσίες μπορούσε να έχει αποκτήσει φήμη στην αγορά, κατά την έννοια του δικαίου που διέπει την αγωγή λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου [αποφάσεις της 11ης Ιουνίου 2009, Last Minute Network κατά ΓΕΕΑ — Last Minute Tour (LAST MINUTE TOUR), T‑114/07 και T‑115/07, Συλλογή, EU:T:2009:196, σκέψη 84, και προπαρατεθείσα στη σκέψη 32 απόφαση BASmALI, EU:T:2012:13, σκέψη 28].
35
Εξάλλου, έχει κριθεί ότι από την εθνική νομολογία, ιδίως από την παρατεθείσα στη σκέψη 34 ανωτέρω, προέκυπτε ότι σημείο με το οποίο δηλώνονταν προϊόντα ή υπηρεσίες μπορούσε να έχει αποκτήσει φήμη στην αγορά, κατά την έννοια του δικαίου που διέπει την αγωγή λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου, έστω και αν χρησιμοποιούνταν από περισσότερους επιχειρηματίες. Εξ αυτού συναγόταν ότι οι επιχειρηματίες αυτοί μπορούσαν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους επί σημείου το οποίο έχει αποκτήσει φήμη στην αγορά, στο πλαίσιο μιας «διευρυμένης» μορφής της αγωγής αυτής την οποία αναγνωρίζει η εθνική νομολογία (προπαρατεθείσα στη σκέψη 32 απόφαση BASmALI, EU:T:2012:13, σκέψη 28).
36
Συνεπώς, πρέπει να κριθεί εν προκειμένω ότι, στο μέτρο που το προγενέστερο σημείο χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό προϊόντων ή υπηρεσιών τα οποία πιστοποιεί, είναι ικανό, υπό την ιδιότητα του σήματος πιστοποιήσεως, να έχει αποκτήσει το «goodwill» που απαιτείται από το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου σε ό,τι αφορά το αστικό αδίκημα της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου.
37
Δεδομένου τούτου, τίθεται πάντως το ζήτημα αν η προσφεύγουσα, ως διαχειρίστρια ενός συστήματος πιστοποιήσεως, πρέπει να είναι ο μόνος δικαιούχος του «goodwill» από την εμπορία των προϊόντων και των υπηρεσιών που φέρουν το επίμαχο σήμα πιστοποιήσεως.
38
Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι οι δημόσιοι οργανισμοί μπορούν επίσης να τύχουν της προστασίας της αγωγής λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου στο μέτρο που από τις δραστηριότητές τους μπορεί να δημιουργηθεί goodwill. Ειδικότερα, αν οι εν λόγω οργανισμοί χρησιμοποιούν ορισμένο σημείο το οποίο τους ανήκει αποκλειστικώς, μπορούν να επικαλεσθούν το «goodwill» από την εμπορία των προϊόντων και των υπηρεσιών που φέρουν το σημείο αυτό. Ομοίως, αν οι οργανισμοί αυτοί μοιράζονται τη χρήση κάποιου σημείου με άλλους επιχειρηματίες, θα είναι δυνατή η επίκληση του «goodwill» τόσο από τους δημόσιους αυτούς οργανισμούς όσο και από τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες. Εν πάση περιπτώσει, εν προκειμένω υπήρξε δυνατότητα δημιουργίας «goodwill».
39
Στις περιπτώσεις που το προγενέστερο σημείο χρησιμοποιείται από περισσότερους επιχειρηματίες, το ζήτημα σε ποιον ανήκει το «goodwill» πρέπει να εκτιμηθεί βάσει των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως. Επομένως, για να κριθεί αν η προσφεύγουσα είναι ο μόνος δικαιούχος του «goodwill», πρέπει να εκτιμηθεί η δύναμη προσελκύσεως της πελατείας την οποία ενέχει το σήμα πιστοποιήσεως.
40
Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα εξήγησε λεπτομερώς τον τρόπο λειτουργίας του συστήματός της για την πιστοποίηση της συμμορφώσεως των επίμαχων προϊόντων προς τον νόμο της σαρία, τη λειτουργία του όσον αφορά την εξέταση των μεθόδων παραγωγής τις οποίες έχουν αναπτύξει οι ενδιαφερόμενοι να γίνουν πιστοποιημένοι χρήστες του σήματός της και τη λειτουργία του όσον αφορά την εποπτεία της χρήσεώς του από τους εν λόγω χρήστες προκειμένου να επαληθευτεί η τήρηση των ποιοτικών προδιαγραφών του συστήματός της. Οι εξηγήσεις αυτές πρέπει, κατά την προσφεύγουσα, να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η άδεια την οποία χορηγεί στους χρήστες για τη χρήση του σήματός της και του συστήματός της πιστοποιήσεως αντιστοιχεί, από νομικής απόψεως, σε άδεια χρήσεως. Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι οι ως άνω χρήστες είναι απλώς αποδέκτες της άδειας αυτής και δεν αποκτούν ούτε δικαιώματα κυριότητας επί του σήματος ούτε δικαιώματα επί της φήμης ή επί του «goodwill» που συνδέονται με το σήμα αυτό. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα τόνισε ότι δεν υπάρχει επιμερισμός ούτε του «goodwill» ούτε της φήμης του σήματος.
41
Έτσι, κατά την προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών υπέπεσε σε πλάνη κρίνοντας ότι η ίδια μοιραζόταν το «goodwill» του προγενέστερου σήματος με τους πιστοποιημένους χρήστες και ότι η ανακοπή θα έπρεπε να στηριχθεί στη «διευρυμένη» μορφή του αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το τμήμα προσφυγών έσφαλε όσον αφορά τον προσδιορισμό της ορθής δραστηριότητας που καλυπτόταν από το «goodwill».
42
Το Γενικό Δικαστήριο εκτιμά ότι, εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη του συστήματος της προσφεύγουσας για την πιστοποίηση της συμμορφώσεως των προϊόντων προς τον νόμο της σαρία, της λειτουργίας του όσον αφορά την εξέταση των μεθόδων παραγωγής τις οποίες έχουν αναπτύξει τρίτοι οι οποίοι ενδιαφέρονται να γίνουν πιστοποιημένοι χρήστες του σήματός της πιστοποιήσεως και της λειτουργίας του όσον αφορά την εποπτεία της χρήσεως του σήματος πιστοποιήσεως από τους ως άνω πιστοποιημένους χρήστες προκειμένου να επαληθευτεί η τήρηση των ποιοτικών προδιαγραφών που έχει καθορίσει το σύστημα αυτό, πρέπει να θεωρηθεί ότι το «goodwill» ανήκει στην προσφεύγουσα.
43
Ειδικότερα, οι καταναλωτές των προϊόντων και οι χρήστες των υπηρεσιών, αφ’ ης στιγμής αντιληφθούν το σήμα πιστοποιήσεως που απονέμεται από την προσφεύγουσα, γνωρίζουν ότι είναι σύμφωνα προς το καθεστώς χαλάλ βάσει του συστήματος ελέγχου που έχει κατοχυρωθεί στη Μαλαισία. Επιπλέον, το σήμα πιστοποιήσεως μπορεί να δηλώσει ένα δημόσιο, κυβερνητικής προελεύσεως, προφίλ το οποίο ενημερώνει τους καταναλωτές σχετικά με την εν λόγω συμμόρφωση, οπότε επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι ανήκει στην προσφεύγουσα κατ’ αποκλειστικότητα και όχι από κοινού με άλλους επιχειρηματίες, ούτε καν αυτούς που έχουν άδεια να χρησιμοποιούν το σήμα πιστοποιήσεως.
44
Εντούτοις, από το σημείο 41 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθώς και από την πραγματοποιηθείσα από το τμήμα προσφυγών εκτίμηση, προκύπτει ότι η ύπαρξη του «goodwill», που απαιτείται κατά το δίκαιο του Ηνωμένου Βασιλείου για το αστικό αδίκημα της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου, τόσο υπό τη «διευρυμένη» όσο και υπό την «κλασική» μορφή του, δεν αποδείχθηκε.
45
Εξάλλου, όσον αφορά το σύστημα πιστοποιήσεως χαλάλ το οποίο επικαλείται η προσφεύγουσα, επισημαίνεται ότι το τμήμα προσφυγών δεν αμφισβήτησε την ύπαρξή του.
46
Ειδικότερα, το τμήμα προσφυγών τόνισε ότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο, μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλα, δεν επέτρεπε τη συναγωγή βέβαιων και άμεσων συμπερασμάτων όσον αφορά την πρόσληψη από τον καταναλωτή του σήματος πιστοποιήσεως της προσφεύγουσας το οποίο επικαλούνταν στο Ηνωμένο Βασίλειο και, κατά συνέπεια, όσον αφορά την εξασφάλιση του απαραίτητου «goodwill» στο οικείο κοινό που αγόραζε το πιστοποιημένο τελικό προϊόν.
47
Η προσφεύγουσα υπογράμμισε αντιθέτως ότι το ΓΕΕΑ είχε δεχθεί ότι οι προσκομισθείσες ενώπιον του τμήματος προσφυγών αποδείξεις επιβεβαίωναν ορισμένη χρήση του σημείου, με συνέπεια να πιστοποιείται η ύπαρξη κάποιου «goodwill».
48
Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορισμένη χρήση ενός σημείου, την οποία διαπίστωσε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 41 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν αποδεικνύει κατ’ ανάγκην την ύπαρξη «goodwill», υπό την έννοια ότι ορισμένη χρήση ενός συγκεκριμένου σημείου μπορεί να αντιστοιχεί σε χρήση του, αλλά όχι τέτοια που να προσδίδει στο σημείο ελκτική ισχύ επί των πελατών ώστε αυτοί, σε μια τέτοια περίπτωση, να πραγματοποιούν τις επιλογές τους με βάση την καλή φήμη την οποία έχει ενδεχομένως αποκτήσει η προσφεύγουσα. Συνεπώς, ανεξαρτήτως της «κλασικής» ή «διευρυμένης» μορφής του αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου στην προκειμένη περίπτωση, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε το «goodwill» του σήματός της πιστοποιήσεως, δηλαδή την ισχύ του όσον αφορά την προσέλκυση της πελατείας.
49
Ειδικότερα, κανένα από τα στοιχεία που προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύει ότι ο καταναλωτής όντως γνώριζε το σήμα πιστοποιήσεως της προσφεύγουσας σε σημείο που να του προσδίδει ιδιαίτερη σημασία έναντι των άλλων σημείων που έφεραν τα προϊόντα επί των οποίων είχε τεθεί.
50
Επομένως η προσφεύγουσα δεν απέδειξε οποιοδήποτε «goodwill» του σήματος πιστοποιήσεως, το οποίο συνιστά μια εκ των σωρευτικών προϋποθέσεων του προβλεπόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου. Συνεπώς, τυχόν σφάλμα του τμήματος προσφυγών λόγω της εφαρμογής της «διευρυμένης» αντί για την «κλασική» μορφή του εν λόγω αδικήματος δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να θίξει το κύρος της προσβαλλομένης αποφάσεως.
51
Κατά συνέπεια, η πρώτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
52
Στο πλαίσιο της δεύτερης αιτιάσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το τμήμα προσφυγών κακώς αξίωσε ένα «απαραίτητο» ή «αναγκαίο» ελάχιστο επίπεδο «goodwill» για την πλήρωση της πρώτης προϋποθέσεως του προβλεπόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου.
53
Σε ό,τι αφορά την εκτίμηση για το αν υπήρχε «goodwill» του προγενέστερου μη καταχωρισθέντος σήματος και για το αν το «goodwill» αυτό ήταν επαρκές, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι απόκειται στον δικαστή να εκτιμήσει την έκταση του εν λόγω «goodwill». Αν η έκταση αυτή θεωρηθεί περιορισμένη, μπορεί να καταστεί δυσχερέστερο για τον ενάγοντα ο οποίος επικαλείται απατηλή χρήση διακριτικού σημείου να αποδείξει τη συνδρομή των λοιπών προϋποθέσεων του αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου.
54
Η προσφεύγουσα φρονεί, κατ’ ουσίαν, ότι το τμήμα προσφυγών έπρεπε να εκτιμήσει την έκταση της φήμης και του «goodwill» του προγενέστερου μη καταχωρισθέντος σήματος προκειμένου να ελέγξει αν συνέτρεχε η πρώτη προϋπόθεση του αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου και ότι εν συνεχεία έπρεπε να εκτιμήσει αν πληρούνταν οι λοιπές προϋποθέσεις του προβλεπόμενου στο Ηνωμένο Βασίλειο αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου.
55
Το ΓΕΕΑ αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή.
56
Σε ό,τι αφορά την απαίτηση περί ενός ελαχίστου επιπέδου «goodwill», διαπιστώνεται ότι τα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου δύσκολα αποφαίνονται ότι μια επιχείρηση που έχει πελάτες μπορεί να μην έχει «goodwill» [απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2010, Tresplain Investments κατά ΓΕΕΑ — Hoo Hing (Golden Elephant Brand), T‑303/08, Συλλογή, EU:T:2010:505, σκέψεις 110 έως 115].
57
Πρέπει επίσης να κριθεί, παρά τα όσα υποστήριξε η προσφεύγουσα, ότι το τμήμα προσφυγών δεν αξίωσε ελάχιστο όριο «goodwill» του σήματός της πιστοποιήσεως όταν προέβη στη διαπίστωση ότι η διανομή των προϊόντων τα οποία έφεραν το ως άνω σήμα πιστοποιήσεως ήταν περιορισμένη και απρόσφορη, ανεξάρτητα από ένα τέτοιο ελάχιστο όριο.
58
Ειδικότερα, το τμήμα προσφυγών εστίασε στο γεγονός ότι βάσει των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων δεν μπορούσε ευλόγως να κριθεί ότι οι εμπορικές δραστηριότητες της προσφεύγουσας είχαν δημιουργήσει στο οικείο κοινό το απαραίτητο «goodwill». Εκτός αυτού, πρέπει να κριθεί ότι, όταν το τμήμα προσφυγών έκανε λόγο, στο σημείο 37 της προσβαλλομένης αποφάσεως, για ορισμένο βαθμό «goodwill», ήτοι για «επαρκές “goodwill”», η πρόθεσή του ήταν απλώς να αναφερθεί στην ανάγκη υπάρξεως του «goodwill» του σημείου της προσφεύγουσας έναντι των πελατών της ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου.
59
Επιπλέον, διαπιστώνεται ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ΓΕΕΑ δήλωσε ότι δεν θεωρούσε ότι είχε εφαρμογή ο κανόνας de minimis, ακολουθώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, την ίδια συλλογιστική με το τμήμα προσφυγών, το οποίο, στο σημείο 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως, περιέλαβε τη μνεία «ανεξαρτήτως τυχόν ελάχιστου ορίου». Συνεπώς, το τμήμα προσφυγών απλώς έκρινε ότι η αποδειχθείσα έκταση του «goodwill» ήταν μάλλον μικρή και, ανεξαρτήτως τυχόν ελάχιστου ορίου, απρόσφορη ώστε να μπορεί να κριθεί ευλόγως, βάσει της εκτάσεως αυτής και υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, ότι οι εμπορικές δραστηριότητες είχαν δημιουργήσει το απαραίτητο «goodwill» στο οικείο κοινό.
60
Από τα ανωτέρω προκύπτει, παρά τα όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ότι το τμήμα προσφυγών ουδέποτε απαίτησε από αυτήν την απόδειξη ενός ελάχιστου ορίου «goodwill» του σήματός της πιστοποιήσεως. Ειδικότερα, το τμήμα προσφυγών ζήτησε απλώς να αποδειχθεί η ύπαρξη του «goodwill» ως πρώτη προϋπόθεση του αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου, διότι, κατά τα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου, η μη συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής απαλλάσσει από την εξέταση των λοιπών προϋποθέσεων του εν λόγω αδικήματος και συνεπάγεται την άνευ ετέρου απόρριψη της αγωγής λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου [υπόθεση Assos of Switzerland Roger Maier v Asos Asos.com (2013) EWHC 2831 (ch)].
61
Συνεπώς, η δεύτερη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
62
Σε ό,τι αφορά την τρίτη αιτίαση, περί υποτιθέμενου εσφαλμένου ορισμού του οικείου κοινού, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο αγωγής λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου, πρέπει να ληφθεί υπόψη η φήμη και το «goodwill» που έχει αποκτήσει ως προς όλους τους πελάτες της, ήτοι τόσο τους επαγγελματίες όσο και τους τελικούς καταναλωτές. Το τμήμα προσφυγών αγνόησε όμως τους εν λόγω πελάτες που είχαν την ιδιότητα του επαγγελματία και στους οποίους εν προκειμένω περιλαμβάνονταν οι πωλητές λιανικής, οι πωλητές χονδρικής και οι εγκατεστημένοι στο Ηνωμένο Βασίλειο εισαγωγείς, καθόσον αυτοί είχαν αγοράσει τα προϊόντα που έφεραν το μη καταχωρισθέν προγενέστερο σήμα.
63
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προώθηση και η διαφήμιση της διαδικασίας της πιστοποιήσεως και οι αγορές των προϊόντων από τους πωλητές λιανικής και τους πωλητές χονδρικής καθώς και οι εισαγωγές που πραγματοποιήθηκαν από τις εγκατεστημένες στο Ηνωμένο Βασίλειο επιχειρήσεις συνιστούν απόδειξη για την ύπαρξη «goodwill» του σήματός της πιστοποιήσεως.
64
Το ΓΕΕΑ αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή.
65
Υπενθυμίζεται, σε ό,τι αφορά το οικείο κοινό, ότι από την εθνική νομολογία προκύπτει ότι, στις περιπτώσεις του αστικού αδικήματος της απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου, ο παραπλανητικός χαρακτήρας της παρουσιάσεως των προϊόντων και των υπηρεσιών του εναγομένου για απατηλή χρήση διακριτικού σημείου πρέπει να εκτιμηθεί σε σχέση με τους πελάτες του ενάγοντος, δηλαδή της προσφεύγουσας (προπαρατεθείσα στη σκέψη 34 απόφαση LAST MINUTE TOUR, EU:T:2009:196, σκέψη 60).
66
Ειδικότερα, το δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας το οποίο προστατεύεται με την αγωγή λόγω απατηλής χρήσεως διακριτικού σημείου δεν αφορά λέξη ή όνομα του οποίου η χρήση από τρίτους υπόκειται σε περιορισμούς, αλλά την ίδια την πελατεία η οποία θίγεται από την επίδικη χρήση, δεδομένου ότι η φήμη του σήματος συνιστά το στοιχείο που έλκει την πελατεία και το κριτήριο για τη διάκριση μιας καθιερωμένης επιχειρήσεως από μια νέα επιχείρηση (προπαρατεθείσα στη σκέψη 34 απόφαση LAST MINUTE TOUR, EU:T:2009:196, σκέψη 61).
67
Εν προκειμένω, το τμήμα προσφυγών, στο σημείο 33 της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναφέρθηκε στους «πελάτες της ανακόπτουσας οι οποίοι αγοράζουν το πιστοποιημένο [ως] χαλάλ προϊόν». Επισημαίνεται ότι το τμήμα προσφυγών ουδέποτε διαπίστωσε ότι το οικείο κοινό συνίστατο μόνο στους τελικούς καταναλωτές. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι οι μεσολαβούντες φορείς, δηλαδή οι πωλητές λιανικής, οι πωλητές χονδρικής και οι εισαγωγείς, αγόραζαν τα προϊόντα που έφεραν το σήμα πιστοποιήσεως της προσφεύγουσας και αποτελούσαν έτσι, κατά τον ίδιο τρόπο με τους τελικούς καταναλωτές, «πελάτες της ανακόπτουσας» με συνέπεια να μην εξαιρούνται από την έννοια του οικείου κοινού.
68
Εκτός αυτού, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι το τμήμα προσφυγών εξέτασε τα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία προσκόμισε η προσφεύγουσα, ήτοι κατάλογο των Μαλαισιανών εξαγωγέων και των Ευρωπαίων εισαγωγέων, τις τελωνειακές διασαφήσεις ενός φορτίου, εμπορικό τιμολόγιο για το φορτίο αυτό καθώς και τιμολόγια που εκδόθηκαν προς πωλητές λιανικής. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, παρά τα όσα υποστηρίζει η προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών έλαβε υπόψη και τους επαγγελματίες πελάτες.
69
Η τρίτη αιτίαση πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των στοιχείων που προσκομίσθηκαν προς απόδειξη της φήμης και του «goodwill» του προγενέστερου σήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο
70
Η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι το τμήμα προσφυγών, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων που η ίδια προσκόμισε ενώπιόν του, δεν έλαβε υπόψη ούτε τη σημασία την οποία αποδίδουν στο σήμα της οι καταναλωτές που έχουν την ιδιότητα του επαγγελματία και οι τελικοί καταναλωτές, μουσουλμάνοι ή μη, ούτε την έκταση χρήσεως του εν λόγω σήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο, ούτε την παγκόσμια και τη διεθνή της δραστηριότητα.
71
Κατά την προσφεύγουσα, το τμήμα προσφυγών αγνόησε εσφαλμένως το καταναλωτικό κοινό που αποτελούσε τον κύριο στόχο του σήματός της και του προγράμματός της πιστοποιήσεως, δηλαδή τους μουσουλμάνους καταναλωτές, και, εκ του λόγου αυτού, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδέποτε έλαβε υπόψη το «goodwill» του σήματός της πιστοποιήσεως στους καταναλωτές αυτούς για τους οποίους ο χαρακτήρας ενός προϊόντος ως χαλάλ αποτελεί τον καθοριστικό και κύριο παράγοντα της αποφάσεως να προβούν σε αγορά.
72
Εκτός αυτού, το τμήμα προσφυγών απαρίθμησε διάφορες διαφημιστικές καταχωρίσεις σε εφημερίδα, όλες τους προγενέστερες της ημερομηνίας υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, με τις περισσότερες να επικεντρώνονται στη μαλαισιανή εξαγωγική αγορά, οι οποίες δημοσιεύθηκαν και κυκλοφόρησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά συνέπεια, οι διαφημιστικές καταχωρίσεις στην εφημερίδα αυτή ασφαλώς δημιούργησαν κάποια μορφή φήμης και «goodwill» για το επίμαχο σήμα πιστοποιήσεως στο οικείο κοινό και στους επιχειρηματίες στο Ηνωμένο Βασίλειο.
73
Το ΓΕΕΑ αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή.
74
Διαπιστώνεται, όπως επισήμανε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 29 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ύπαρξη «goodwill» καταρχήν τεκμηριώνεται διά της αποδείξεως εμπορικών και διαφημιστικών δραστηριοτήτων, λογαριασμών με τίτλο «πελάτες», κ.λπ. Η πιστοποίηση της υπάρξεως σοβαρών εμπορικών δραστηριοτήτων που έχουν ως αποτέλεσμα την απόκτηση φήμης και τη δημιουργία πελατείας αρκεί εν γένει προς απόδειξη του «goodwill».
75
Συναφώς, πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο οι επαγγελματίες και οι τελικοί καταναλωτές, μουσουλμάνοι και μη, προσλαμβάνουν το σήμα πιστοποιήσεως της προσφεύγουσας. Κατά δεύτερον, θα πρέπει να εξετασθούν τα στοιχεία όπως δημοσιεύσεις, εκδηλώσεις, πληροφορίες για τη διεθνή δραστηριότητα της προσφεύγουσας που έχουν σκοπό να αποδείξουν την έκταση χρήσεως του σήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο.
76
Κατά πρώτον, σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι μουσουλμάνοι καταναλωτές προσλαμβάνουν ένα, οποιοδήποτε, σημείο που δηλώνει την τήρηση της σαρία από ορισμένα συμμορφούμενα προς αυτήν προϊόντα, πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτό το είδος σημείου είναι ικανό να προσελκύσει σε ιδιαίτερο βαθμό την προσοχή των εν λόγω καταναλωτών. Οι καταναλωτές όμως αυτοί καταρχάς θα προσέξουν αυτό καθαυτό το προϊόν και το διακριτικό σήμα από το οποίο προσδιορίζεται και μόνο εν συνεχεία θα ελέγξουν αν το προϊόν συμμορφώνεται προς το καθεστώς χαλάλ αναζητώντας το σήμα που πιστοποιεί την εν λόγω συμμόρφωση, δηλαδή είτε το μη καταχωρισθέν προγενέστερο σήμα είτε άλλο αντίστοιχο σήμα. Για τον λόγο αυτό, οι εν λόγω καταναλωτές θα προσέξουν μεν το σήμα πιστοποιήσεως της προσφεύγουσας, αλλά μόνο αφού έχουν επισημάνει τα λοιπά σημεία του προϊόντος ή της υπηρεσίας.
77
Διαπιστώνεται, συνεπώς, όπως έπραξε και το τμήμα προσφυγών, ότι τα στοιχεία τα οποία προσκόμισε η προσφεύγουσα δεν αποδεικνύουν ότι οι μουσουλμάνοι καταναλωτές γνώριζαν το επίμαχο σήμα πιστοποιήσεως και ότι το σήμα αυτό ασκούσε επιρροή στις σχετικές με τη διενέργεια αγοράς αποφάσεις τους.
78
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το ΓΕΕΑ υποστήριξε ότι, το 2010, η αγορά του χαλάλ στο Ηνωμένο Βασίλειο αντιπροσώπευε ιδιαιτέρως υψηλό κύκλο εργασιών λόγω της υπάρξεως μιας σημαντικής μουσουλμανικής κοινότητας. Εντούτοις, τα μαλαισιανά προϊόντα τα οποία φέρουν το σήμα πιστοποιήσεως της προσφεύγουσας δεν είναι τα μοναδικά προϊόντα χαλάλ τα οποία παράγονται παγκοσμίως ούτε είναι τα μοναδικά προϊόντα χαλάλ τα οποία κυκλοφορούν στο εμπόριο στο Ηνωμένο Βασίλειο. Για τον λόγο αυτό, η ύπαρξη στοιχείων, ιδίως ενός κύκλου εργασιών, που να αποδεικνύουν ότι οι μουσουλμάνοι καταναλωτές του Ηνωμένου Βασιλείου γνώριζαν το συγκεκριμένο σήμα πιστοποιήσεως της προσφεύγουσας και το αναζητούσαν επισταμένως στα φέροντα το σήμα αυτό προϊόντα χαλάλ ήταν απαραίτητη ώστε να διαπιστωθεί η ύπαρξη του «goodwill» του εν λόγω σήματος πιστοποιήσεως.
79
Σε ό,τι αφορά τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβανόταν το σήμα πιστοποιήσεως της προσφεύγουσας από τους μη μουσουλμάνους καταναλωτές, επισημαίνεται ότι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι, καθόσον το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελούσε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, άπαντες, περιλαμβανομένων και των εν λόγω καταναλωτών, γνώριζαν πλήρως τη σημασία της λέξεως «χαλάλ».
80
Κατά την προσφεύγουσα, το σήμα της πιστοποιήσεως εκλαμβάνεται από τους μη μουσουλμάνους καταναλωτές ως σύμβολο ποιότητας και όχι μόνο ως σύμβολο συμμορφώσεως προς τη σαρία. Η προσφεύγουσα παραπέμπει συναφώς σε διαφημιστικά μηνύματα δημοσιευμένα σε εφημερίδα, όπως «The mark of Quality, Hygiene & Safety», «Peace of mind for non-Muslims too» και «Besides the Brand, There’s One Symbol You Can Trust». Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα διευκρίνισε ότι η εν λόγω εφημερίδα ήταν παγκοσμίως διαθέσιμη σε έντυπη και σε ηλεκτρονική μορφή και ότι δεν είχαν πρόσβαση σε αυτή μόνον οι συνδρομητές, όπως κακώς υποστήριξε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 38 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, το τμήμα προσφυγών κακώς έκρινε ότι το προγενέστερο σήμα δεν λαμβανόταν υπόψη από τους καταναλωτές που δεν ακολουθούσαν τη δίαιτα χαλάλ και ότι η απόδειξη του «goodwill» του σήματος αυτού ήταν κατά συνέπεια δυσκολότερη. Η προσφεύγουσα παραπέμπει ακόμη σε πολλά άρθρα δημοσιευμένα στην εφημερίδα αυτή καθώς και σε διάφορους δικτυακούς τόπους. Τέλος, επισημαίνει ότι μετέσχε σε δύο εκδηλώσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο κατά τις οποίες διαφήμισε το σήμα της πιστοποιήσεως.
81
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009 δεν αναφέρεται σε «ουσιαστική» χρήση του σημείου επί του οποίου στηρίζεται η ανακοπή και ότι από κανένα στοιχείο του γράμματος του άρθρου 42, παράγραφοι 2 και 3, του εν λόγω κανονισμού δεν προκύπτει ότι η απαίτηση της αποδείξεως της ουσιαστικής χρήσεως έχει εφαρμογή σε ένα τέτοιο σημείο. Πλην όμως, το σημείο επί του οποίου στηρίζεται η ανακοπή, για να μπορεί να εμποδίσει, επί τη βάσει του προαναφερθέντος άρθρου, την καταχώριση ενός νέου σημείου, πρέπει όντως να αποτελεί αντικείμενο μιας αρκούντως σημαντικής χρήσεως στις συναλλαγές (απόφαση της 29ης Μαρτίου 2011, Anheuser-Busch κατά Budějovický Budvar, C‑96/09 P, Συλλογή, EU:C:2011:189, σκέψη 159).
82
Όσον αφορά το χρονικό σημείο κατά το οποίο πρέπει να έχει δημιουργηθεί το «goodwill», κρίσιμη ημερομηνία, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, είναι αυτή της καταθέσεως της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος κατά της οποίας ασκήθηκε η ανακοπή (πραπαρατεθείσα στη σκέψη 56 απόφαση Golden Elephant Brand, EU:T:2010:505, σκέψη 99). Συνεπώς, κρίσιμη ημερομηνία είναι εν προκειμένω η 25η Μαΐου 2010. Το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει όμως ότι διάφορα αποδεικτικά στοιχεία στα οποία αναφέρθηκε η προσφεύγουσα δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη σε σχέση με την κρίσιμη περίοδο.
83
Εν προκειμένω, εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται ότι το τμήμα προσφυγών ορθώς έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε αποδείξει ουσιαστική χρήση του εν λόγω σήματος πιστοποιήσεως. Ειδικότερα, τα προσκομισθέντα από την προσφεύγουσα στοιχεία δεν αρκούν ώστε να αποδείξουν την ισχύ του σήματός της πιστοποιήσεως όσον αφορά την προσέλκυση της πελατείας και, κατά συνέπεια, το «goodwill» του εν λόγω σήματος πιστοποιήσεως. Η προσφεύγουσα δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία που να επιτρέπουν να γίνει αντιληπτός ο τρόπος με τον οποίο το σήμα αυτό προσλαμβάνεται από το κοινό στο οποίο απευθύνεται. Αποδεικνύει ότι προέβη στη διαφήμιση και τη δημοσιοποίηση του σήματός της πιστοποιήσεως, αλλά δεν παρουσιάζει στοιχεία όσον αφορά την πρόσληψη του σήματος αυτού από τους μουσουλμάνους και μη μουσουλμάνους καταναλωτές.
84
Τέλος, συναφώς, τονίζεται, όπως έπραξε και το ΓΕΕΑ, ότι, από όλες τις οργανώσεις για το καθεστώς χαλάλ τις οποίες προσέγγισε η προσφεύγουσα προκειμένου να επιβεβαιώσουν ότι ήταν ευαισθητοποιημένες σε ό,τι αφορούσε το σήμα της πιστοποιήσεως, δεν απάντησε παρά μόνο μία οργάνωση, πράγμα που σαφώς δεν αρκεί για να αποδείξει το «goodwill» του εν λόγω σήματος πιστοποιήσεως.
85
Κατά δεύτερον, πρέπει να κριθεί αν το τμήμα προσφυγών προέβη σε ορθή εξέταση των στοιχείων με τα οποία επιδιωκόταν να αποδειχθεί η έκταση χρήσεως του μη καταχωρισθέντος προγενέστερου σήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο.
86
Πρώτον, παρατηρείται ότι, ως προς τους κύκλους εργασιών της «Global Halal food market» (παγκόσμιας αγοράς χαλάλ τροφίμων), η προσφεύγουσα προσκόμισε τα πραγματικά αριθμητικά στοιχεία του 2004, του 2005 και του 2009 και τα προβλεπόμενα για το 2010 στοιχεία όσον αφορά ιδίως τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.
87
Πλην όμως, όπως υπογραμμίζει το τμήμα προσφυγών στο σημείο 34 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τα αριθμητικά αυτά στοιχεία δεν έχουν παρά μικρή αποδεικτική αξία, στο μέτρο που δεν μπορεί βάσει αυτών να διαπιστωθεί το ποσοστό από τις πωλήσεις των προϊόντων το οποίο πραγματοποιήθηκε από προϊόντα που έφεραν το προγενέστερο σημείο κατά την κρίσιμη περίοδο. Ειδικότερα, το εν λόγω έγγραφο αναφέρει ότι «η πλειοψηφία των προϊόντων» φέρει το προγενέστερο σήμα, ότι ο αριθμός των επιχειρήσεων που έχουν πιστοποιηθεί ως σύμφωνες με το καθεστώς χαλάλ στη Μαλαισία «συνεχίζει να αυξάνεται κάθε χρόνο [...]» και ότι οι προοπτικές που έχουν οι επιχειρήσεις αυτές οι οποίες αναπτύσσουν εξαγωγική δραστηριότητα, ιδίως προς την Ευρώπη, είναι «τεράστιες». Εξαιτίας της αοριστίας τους, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν έτσι να ληφθούν υπόψη, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, για την απόδειξη της χρήσεως προγενέστερου σημείου δεν αρκούν πιθανότητες και εικασίες [βλ., υπ’ αυτήν την έννοια, απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2013, Dimian κατά ΓΕΕΑ — Bayer Design Fritz Bayer (Baby Bambolina), T‑581/11, EU:T:2013:553, σκέψη 29].
88
Δεύτερον, σχετικά με τον κατάλογο των Μαλαισιανών εξαγωγέων και των Ευρωπαίων εισαγωγέων, η προσφεύγουσα αναφέρθηκε, σε ό,τι αφορούσε το Ηνωμένο Βασίλειο, σε τρεις φορείς. Υπέβαλε επίσης μια διασάφηση εξαγωγής 1892 συσκευασιών τροφίμων που είχε καταρτισθεί για εισαγωγέα με ημερομηνία 10 Μαΐου 2008. Το σήμα πιστοποιήσεως εμφαίνεται σε 1600 συσκευασίες ενός προϊόντος. Η προσφεύγουσα προσκόμισε επίσης εμπορικό τιμολόγιο που είχε καταρτισθεί για άλλον εισαγωγέα με ημερομηνία 5 Μαΐου 2010 και το οποίο αφορούσε 14 διαφορετικά προϊόντα, ένα εκ των οποίων έφερε το σήμα πιστοποιήσεως σε 85 από τις συσκευασίες του.
89
Καταρχάς, όσον αφορά το εμπορικό τιμολόγιο το οποίο καταρτίσθηκε για εισαγωγέα με ημερομηνία 5 Μαΐου 2010, ορθώς έκρινε το τμήμα προσφυγών, στο σημείο 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η ημερομηνία την οποία φέρει δημιουργεί το ερώτημα αν τα διαλαμβανόμενα σε αυτό προϊόντα ήταν διαθέσιμα στους καταναλωτές του Ηνωμένου Βασιλείου πριν την κρίσιμη περίοδο, δηλαδή πριν την ημερομηνία της αιτήσεως καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος. Εν πάση περιπτώσει, έστω και συνεκτιμωμένου αυτού του εμπορικού τιμολογίου, μπορούν να ληφθούν υπόψη μόνον οι 85 συσκευασίες του προϊόντος επί των οποίων εμφαίνεται το σήμα πιστοποιήσεως της προσφεύγουσας. Οι 85 όμως συσκευασίες είναι ποσότητα προδήλως ανεπαρκής προς απόδειξη της γνώσεως του εν λόγω σήματος πιστοποιήσεως από το οικείο κοινό.
90
Το ίδιο ισχύει για τις 1600 συσκευασίες ενός προϊόντος που εισήχθη από άλλη εταιρία. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα απέδειξε την πώληση στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 2008 και το 2010, μόνο 1685 συνολικώς προϊόντων με συσκευασίες που έφεραν το σήμα της πιστοποιήσεως —χωρίς να υπάρχει βεβαιότητα για την ημερομηνία όσον αφορά την πώληση 85 προϊόντων το 2010, όπως ορθώς ανέφερε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 35 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ειδικότερα, μια τέτοια ποσότητα είναι αμελητέα και δεν αρκεί συνεπώς προς απόδειξη της γνώσεως του εν λόγω σήματος πιστοποιήσεως από το οικείο κοινό.
91
Τρίτον, όσον αφορά το κατάλογο των πωλητών λιανικής, παρατηρείται ότι η προσφεύγουσα κατονόμασε καταστήματα σουπερμάρκετ στο Μπέρμινγχαμ (Ηνωμένο Βασίλειο), στο Μάντσεστερ (Ηνωμένο Βασίλειο), στο Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), στο Croydon (Ηνωμένο Βασίλειο), στο Romford (Ηνωμένο Βασίλειο), στο Enfield (Ηνωμένο Βασίλειο), στο Surrey (Ηνωμένο Βασίλειο), πολυκαταστήματα στο Λονδίνο, στο Μπέρμινγχαμ και στο Μάντσεστερ καθώς και αλυσίδες σουπερμάρκετ σε διάφορα σημεία στο Ηνωμένο Βασίλειο.
92
Ως προς τα πολυκαταστήματα, η προσφεύγουσα αναφέρεται στην διαφήμιση της μαλαισιανής κουζίνας την οποία πραγματοποίησε στα πολυκαταστήματα αυτά η μαλαισιανή υπηρεσία εμπορικής προωθήσεως μεταξύ 11 και 19 Σεπτεμβρίου 2010. Συναφώς, παραθέτει άρθρο με τον τίτλο «Our food a hit at Selfridges» (επιτυχία των προϊόντων μας στα Selfridges) που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα στις 15 Σεπτεμβρίου 2010, το οποίο ρητώς αναφέρει ότι η εν λόγω διαφημιστική δράση είχε αρχίσει το Σάββατο, δηλαδή στις 11 Σεπτεμβρίου 2010. Διαπιστώνεται όμως, όπως υπογραμμίζει το τμήμα προσφυγών στο σημείο 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο αυτό δεν αποδεικνύει την έκταση των πωλήσεων που ενδεχομένως έλαβαν χώρα πριν από την κρίσιμη εν προκειμένω περίοδο. Ακόμη και αν το εν λόγω άρθρο αναφέρεται στην προώθηση 22000 προϊόντων διατροφής από δεκαέξι εταιρίες, τούτο δεν παρέχει τη δυνατότητα να καθοριστεί αν τα προϊόντα αυτά είχαν κυκλοφορήσει στο εμπόριο πριν την κρίσιμη περίοδο ή μετά από αυτή.
93
Εκτός αυτού, η προσφεύγουσα αναφέρθηκε, όσον αφορά μια αλυσίδα σουπερμάρκετ, στη διοργάνωση το 2007 μιας εβδομάδας εκδηλώσεων προώθησης που αφορούσαν διαφημιστική καμπάνια για τον μαλαισιανό τουρισμό. Διαπιστώνεται όμως, όπως ορθώς υπογράμμισε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 36 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η προσφεύγουσα δεν παρέσχε αποδείξεις ούτε σχετικά με τα προϊόντα που προωθήθηκαν ούτε ως προς το αν επρόκειτο για τα προϊόντα που έφεραν το σήμα της πιστοποιήσεως, οπότε δεν μπορεί να κριθεί αν πράγματι έλαβαν χώρα πωλήσεις των προϊόντων αυτών.
94
Επισημαίνεται ακόμη ότι από τον κατάλογο των πωλητών λιανικής και από τις απεικονίσεις κάποιων πωλούμενων από αυτούς προϊόντων τα οποία έφεραν το σήμα πιστοποιήσεως της προσφεύγουσας δεν μπορεί να εξακριβωθεί η πραγματική έκταση της κυκλοφορίας του στο εμπόριο και ο βαθμός γνώσεώς του από το οικείο κοινό. Εξάλλου, από τον κατάλογο αυτό δεν μπορεί να εξακριβωθεί ούτε η ημερομηνία διαθέσεως των εν λόγω προϊόντων στο εμπόριο.
95
Τέταρτον, παρατηρείται ότι η προσφεύγουσα προσκόμισε, σχετικά με τις δύο εκδηλώσεις που αναφέρονται στη σκέψη 80 ανωτέρω και στις οποίες η ίδια μετέσχε, μόνο δύο εικόνες, εκ των οποίων η πρώτη απεικόνιζε ενημερωτικό φυλλάδιο με τίτλο «Malaysia — Your Reliable Trading Partner» (Μαλαισία — ο αξιόπιστος εμπορικός σας εταίρος) και η δεύτερη το περίπτερό της του 2007. Όπως τόνισε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 37 της προσβαλλομένης αποφάσεως, από τις εικόνες αυτές δεν μπορεί να εξακριβωθεί ο αντίκτυπος τον οποίο είχε η συμμετοχή της προσφεύγουσας στις εν λόγω εκδηλώσεις στους επαγγελματίες και στους τελικούς καταναλωτές στο Ηνωμένο Βασίλειο.
96
Στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του μοναδικού λόγου ακυρώσεως, δεν μπορούν συνεπώς να ευδοκιμήσουν τα επιχειρήματα τα οποία προέβαλε η προσφεύγουσα με σκοπό να αποδείξει ότι το τμήμα προσφυγών εκτίμησε κατά τρόπο εσφαλμένο τα στοιχεία που υπέβαλε προς απόδειξη της φήμης και του «goodwill» του μη καταχωρισθέντος προγενέστερου σήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο.
97
Βάσει όλων των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι ορθώς το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι εν προκειμένω δεν είχε αποδειχθεί το «goodwill» του μη καταχωρισθέντος προγενέστερου σήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η προσφυγή είναι επομένως απορριπτέα στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
98
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του ΓΕΕΑ, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά του.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τέταρτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την Government of Malaysia στα δικαστικά έξοδα.
Prek
Labucka
Kreuschitz
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 18 Νοεμβρίου 2015.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Amtliche Sprachfassungen
Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.
ČeštinaΕλληνικάEnglishEspañolFrançaisItalianoNederlandsPolskiPortuguêsRomână