EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union
Κρατικές ενισχύσεις – Συμφωνίες συναφθείσες μεταξύ του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Nîmes-Uzès-Le Vigan με τη Ryanair και τη θυγατρική της Airport Marketing Services – Αερολιμενικές υπηρεσίες – Υπηρεσίες μάρκετινγκ – Απόφαση κηρύσσουσα την ενίσχυση μη συμβατή με την εσωτερική αγορά και διατάσσουσα την ανάκτησή της – Έννοια της κρατικής ενισχύσεως – Καταλογισμός στο κράτος – Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο – Πλεονέκτημα – Κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή – Ανάκτηση – Άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο – Δικαίωμα ακροάσεως
ECLI: ECLI:EU:T:2018:943Entscheidung vom: 13.12.2018
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο πενταμελές τμήμα)
της 13ης Δεκεμβρίου 2018 ( *1 )
«Κρατικές ενισχύσεις – Συμφωνίες συναφθείσες μεταξύ του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Nîmes-Uzès-Le Vigan με τη Ryanair και τη θυγατρική της Airport Marketing Services – Αερολιμενικές υπηρεσίες – Υπηρεσίες μάρκετινγκ – Απόφαση κηρύσσουσα την ενίσχυση μη συμβατή με την εσωτερική αγορά και διατάσσουσα την ανάκτησή της – Έννοια της κρατικής ενισχύσεως – Καταλογισμός στο κράτος – Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο – Πλεονέκτημα – Κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή – Ανάκτηση – Άρθρο 43 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων – Δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο – Δικαίωμα ακροάσεως»
Στην υπόθεση T‑53/16,
Ryanair DAC, πρώην Ryanair Ltd, με έδρα το Δουβλίνο (Ιρλανδία),
Airport Marketing Services Ltd, με έδρα το Δουβλίνο,
εκπροσωπούμενες από τους G. Berrisch, E. Vahida, Ι.-Γ. Μεταξά-Μαραγκίδη, δικηγόρους, και M. B. Byrne, solicitor,
προσφεύγουσες,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους L. Flynn και S. Noë,
καθής,
υποστηριζόμενης από το:
Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εκπροσωπούμενο από τις S. Boelaert, S. Petrova και J. Kneale,
παρεμβαίνον,
με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα τη μερική ακύρωση της αποφάσεως (ΕΕ) 2016/633 της Επιτροπής, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.33961 (2012/C) (πρώην 2012/NN) που χορήγησε η Γαλλία στο εμπορικό και βιομηχανικό επιμελητήριο της Nîmes-Uzès-Le Vigan, στη Veolia Transport Aéroport de Nîmes, στη Ryanair Limited και στην Airport Marketing Services Limited (ΕΕ 2016, L 113, σ. 32),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Berardis, πρόεδρο, Σ. Παπασάββα, D. Spielmann (εισηγητή), Z. Csehi και O. Spineanu-Matei, δικαστές,
γραμματέας: P. Cullen, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 25ης Οκτωβρίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση ( 1 )
I. Ιστορικό της διαφοράς
Α. Τα επίμαχα μέτρα
1
Οι προσφεύγουσες, ήτοι η Ryanair DAC, πρώην Ryanair Ltd (στο εξής: Ryanair), και η Airport Marketing Services Ltd (στο εξής: AMS), είναι, η μεν πρώτη, αεροπορική εταιρία που εδρεύει στην Ιρλανδία και εκτελεί περισσότερες από 1800 πτήσεις ημερησίως, συνδέοντας 200 προορισμούς σε 31 χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αφρικής, η δε δεύτερη, θυγατρική της Ryanair, η οποία παρέχει υπηρεσίες στον τομέα της στρατηγικής μάρκετινγκ, με κύρια δραστηριότητα την πώληση διαφημιστικού χώρου στον δικτυακό τόπο της Ryanair.
2
Ο αερολιμένας Nîmes-Garons (στο εξής: αερολιμένας της Nîmes), ο οποίος ανήκει κατά κυριότητα στη Γαλλική Δημοκρατία, βρίσκεται στον Νομό Gard στη Γαλλία. Αρχικώς, αρμόδιο για τη λειτουργία του εν λόγω αερολιμένα ήταν το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο (chambre de commerce et d’industrie, στο εξής: CCI) της Nîmes-Uzès-Le Vigan. Από την 1η Φεβρουαρίου 2006, η ευθύνη για τη διευθέτηση, τη συντήρηση, τη λειτουργία και την ανάπτυξη της ζώνης πολιτικής αεροπορίας του αεροδρομίου έχει ανατεθεί στη Syndicat mixte pour l’aménagement et le développement de l’aéroport de Nîmes‑Alès‑Camargue‑Cévennes (Μεικτή Κοινοπραξία για τη διευθέτηση και την ανάπτυξη του αερολιμένα Nîmes‑Alès‑Camargue‑Cévennes, στο εξής: SMAN), η οποία αποτελεί δημόσιο φορέα στον οποίο μετέχουν το Νομαρχιακό Συμβούλιο του Gard, ο Μητροπολιτικός Δήμος της Nîmes και ο Μητροπολιτικός Δήμος της Grand Alès en Cévennes. Από την 1η Φεβρουαρίου 2006 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006, η SMAN ανέθεσε προσωρινά την εκμετάλλευση του αερολιμένα στο προαναφερθέν CCI στο πλαίσιο ανάθεσης της παροχής δημόσιας υπηρεσίας. Η SMAN επέλεξε, κατόπιν διαγωνισμού, να αναθέσει με υπεργολαβία, στο πλαίσιο σύμβασης ανάθεσης της παροχής δημόσιας υπηρεσίας αρχής γενομένης από την 1 Ιανουαρίου 2007, την εκμετάλλευση του εν λόγω αερολιμένα στη Veolia Transport, την οποία υποκατέστησε, για την εκτέλεση της σύμβασης, η κατά 100 % θυγατρική της Veolia Transport de l’Aéroport de Nîmes (στο εξής: VTAN).
3
Η δραστηριότητα της Ryanair στον αερολιμένα της Nîmes άρχισε τον Ιούνιο του 2000. Αρχικώς, πραγματοποιούνταν ένα μόνον αεροπορικό δρομολόγιο μεταξύ του εν λόγω αερολιμένα και του αερολιμένα του Stansted στο Λονδίνο, στη συνέχεια ο αριθμός των δρομολογίων αυξήθηκε στα τέσσερα.
4
Συναφώς, στις 11 Απριλίου 2000, το CCI της Nîmes-Uzès-Le Vigan συνήψε με τη Ryanair σύμβαση παροχής αερολιμενικών υπηρεσιών δεκαετούς διάρκειας, με την οποία η Ryanair αναλάμβανε τη δέσμευση να πραγματοποιεί ημερήσιες πτήσεις μεταξύ του αερολιμένα του Stansted του Λονδίνου και του αερολιμένα της Nîmes (contrat de services aéroportuaires, στο εξής: CSA του 2000).
5
Η CSA του 2000 τροποποιήθηκε κατόπιν ανταλλαγής επιστολών στα τέλη του 2001 και τον Μάρτιο του 2004, προέβλεπε δε, μετά τις τροποποιήσεις αυτές, αύξηση των ποσών που κατέβαλλε το CCI της Nîmes-Uzès-Le Vigan στη Ryanair ενόψει της ανάπτυξης επιπλέον δρομολογίων. Στις 10 Οκτωβρίου 2005, συνήφθη μεταξύ του CCI και της Ryanair νέα σύμβαση παροχής αερολιμενικών υπηρεσιών πενταετούς αρχικώς διάρκειας, με την οποία η Ryanair αναλάμβανε τη δέσμευση να πραγματοποιεί ορισμένα αεροπορικά δρομολόγια που να εξυπηρετούν αερολιμένα της Nîmes. Την ίδια ημέρα, συνήφθη μεταξύ του CCI και της AMS σύμβαση με αντικείμενο την παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών μέσω του ιστοτόπου της Ryanair και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, έναντι της ετήσιας καταβολής από το CCI ορισμένων χρηματικών ποσών.
6
Στις 2 Ιανουαρίου 2007, η VTAN συνήψε σύμβαση παροχής αερολιμενικών υπηρεσιών με τη Ryanair, δυνάμει της οποίας η αεροπορική εταιρία θα λάμβανε εισφορά ανά επιβάτη στο πλαίσιο ενός συστήματος παροχής κινήτρων για την αύξηση της επιβατικής κίνησης, και σύμβαση παροχής υπηρεσιών μάρκετινγκ με την AMS για την παροχή υπηρεσιών έναντι της καταβολής ορισμένου ποσού. Οι συμβάσεις αυτές ίσχυσαν από την 1η Ιανουαρίου 2007 έως τις 31 Οκτωβρίου 2007. Την 1η Αυγούστου 2007, η VTAN και η AMS υπέγραψαν τροποποιητική πράξη της σύμβασης, η οποία προέβλεπε την καταβολή συμπληρωματικής συνεισφοράς εκ μέρους της VTAN. Την 1η Νοεμβρίου 2007, συνήφθησαν μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων δύο νέες συμβάσεις με σκοπό τη συνέχιση της εκτέλεσης των ως άνω συμβάσεων, οι οποίες είχαν λήξει. Τα ποσά που καταβάλλονταν στη Ryanair και την AMS αυξήθηκαν. Ομοίως, στις 27 Αυγούστου 2008, συνήφθησαν μεταξύ των ίδιων αντισυμβαλλομένων δύο νέες συμβάσεις, διάρκειας ενός έτους με δυνατότητα δύο ανανεώσεων, οι οποίες υποκατέστησαν από 1ης Νοεμβρίου 2008 το προηγούμενο συμβατικό πλαίσιο. Η πρώτη από τις συμβάσεις αυτές προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη δέσμευση της Ryanair να πραγματοποιεί ορισμένα δρομολόγια που να εξυπηρετούν τον αερολιμένα της Nîmes και ένα σύστημα κατανομής των εσόδων από την αύξηση της κίνησης. Με δύο τροποποιητικές πράξεις της 25ης Αυγούστου 2009, η διάρκεια ισχύος των συμβάσεων αυτών παρατάθηκε έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011. Τέλος, στις 18 Αυγούστου 2010 και στις 30 Νοεμβρίου 2010, οι ίδιοι συμβαλλόμενοι υπέγραψαν, ως προς τη δεύτερη από τις συμβάσεις αυτές, τροποποιητικές πράξεις οι οποίες προέβλεπαν αύξηση της συνεισφοράς της VTAN.
[παραλειπόμενα]
II. Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
24
Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 5 Φεβρουαρίου 2016, οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή.
25
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 2 Μαρτίου 2016, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν αίτηση μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, ζητώντας από την Επιτροπή να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα.
26
Η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της εμπρόθεσμα.
27
Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στις 26 Μαΐου 2016, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ζήτησε να παρέμβει στη δίκη υπέρ της Επιτροπής. Με απόφαση της 5ης Ιουλίου 2017, ο πρόεδρος του έκτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου έκανε δεκτό το αίτημα αυτό.
28
Με απόφαση της 21ης Ιουνίου 2017, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση στο έκτο πενταμελές τμήμα.
29
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία, να ζητήσει από τους διαδίκους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί της ενδεχόμενης συνεκδίκασης της υπόθεσης με τις υποθέσεις T-111/15 και T-165/15, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας, και να καλέσει τους διαδίκους, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας του άρθρου 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, να απαντήσουν σε ορισμένες ερωτήσεις.
30
Με απόφαση του προέδρου του έκτου πενταμελούς τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 28ης Αυγούστου 2017 και κατόπιν ακροάσεως των διαδίκων, αποφασίστηκε η συνεκδίκαση των υποθέσεων T-111/15, T-165/15 και T-53/16, προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
31
Οι διάδικοι αγόρευσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 26ης Οκτωβρίου 2017
32
Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να ακυρώσει τα άρθρα 1 και 4 έως 6 της προσβαλλόμενης απόφασης, και
–
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
33
Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
–
να απορρίψει την προσφυγή, και
–
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
III. Σκεπτικό
[παραλειπόμενα]
Β. Επί του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά τον καταλογισμό των επίμαχων συμβάσεων στη Γαλλική Δημοκρατία
[παραλειπόμενα]
1. Επί της αιτιάσεως σχετικά με τον καταλογισμό των αποφάσεων του CCI της Nîmes-Uzès-Le Vigan στη Γαλλική Δημοκρατία
[παραλειπόμενα]
β) Επί της φερόμενης ως αντιφατικής αιτιολογίας
[παραλειπόμενα]
110
Συνεπώς, η συγκεκριμένη αιτίαση κρίνεται απορριπτέα.
2. Επί της αιτιάσεως σχετικά με τον καταλογισμό των αποφάσεων της SMAN στη Γαλλική Δημοκρατία
111
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι ήταν εσφαλμένος ο εκ μέρους της Επιτροπής καταλογισμός των αποφάσεων της SMAN στο κράτος. Συναφώς, υποστηρίζουν ότι η SMAN περιλαμβάνει δημόσιους φορείς και παρέχει αερολιμενικές υπηρεσίες υπό την ιδιότητα του συνδιαχειριστή του αερολιμένα. Δεδομένου ότι η SMAN είναι δημόσια επιχείρηση, η Επιτροπή ήταν υποχρεωμένη, βάσει της απόφασης της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής (C-482/99, EU:C:2002:294), να εξετάσει εάν οι δημόσιες αρχές είχαν συμμετοχή στη λήψη των μέτρων που έλαβε υπέρ τους η SMAN. Ωστόσο, στη σκέψη 573 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή, ενεργώντας αντίθετα προς την ως άνω απόφαση, στήριξε το συμπέρασμα περί καταλογισμού στο κράτος σε ένα μόνον οργανικό κριτήριο με βάση την κυριότητα, λαμβάνοντας δηλαδή υπόψη μόνον τη σύνθεση της επιτροπής διοίκησης της SMAN. Εξάλλου, ενεργώντας αντίθετα προς τις επιταγές της εν λόγω απόφασης του Δικαστηρίου, η Επιτροπή δεν εξέτασε τη συμμετοχή των δημόσιων αρχών στις αποφάσεις της SMAN λαμβάνοντας υπόψη πλείονα κριτήρια.
112
Οι προσφεύγουσες φρονούν ότι η προσέγγιση που ακολούθησε η Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση θα είχε ως συνέπεια ότι τα κριτήρια που διατυπώθηκαν με την απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής (C‑482/99, EU:C:2002:294), δεν θα εφαρμόζονταν σε καμία επιχείρηση που ανήκει σε κρατικούς φορείς, ανεξαρτήτως του εάν πρόκειται για κεντρικούς ή τοπικούς φορείς. Ωστόσο, οι εν λόγω αρχές μπορούν να συστήσουν επιχείρηση και να είναι ο μοναδικός της μέτοχος, χωρίς πάντως η επιχείρηση να μετατραπεί σε δημόσια αρχή. Η προσέγγιση αυτή θα συνιστούσε συστηματική παρέκκλιση από την αυτοτέλεια του νομικού προσώπου, καθώς θα αποκλειόταν η ύπαρξη δημοσίων εταιριών.
113
Επισημαίνεται, καταρχάς, ότι, με την ανάλυσή της σχετικά με τον καταλογισμό των επίμαχων συμβάσεων στο κράτος, η Επιτροπή στηρίζεται, όσον αφορά τις συμβάσεις που συνήφθησαν με το CCI της Nîmes-Uzès-Le Vigan, μόνο στην ιδιότητα του CCI ως δημόσιας αρχής, χωρίς να λάβει υπόψη της τη SMAN. Κατά συνέπεια, η αιτίαση των προσφευγουσών είναι αλυσιτελής κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανάλυσης σχετικά με τον καταλογισμό των συμβάσεων αυτών στο κράτος. Αντιθέτως, όσον αφορά τις συμβάσεις που συνήφθησαν με τη VTAN, τονίζεται ότι, με την αιτιολογική σκέψη 277 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η εμπορική πολιτική της VTAN έναντι των προσφευγουσών επηρεαζόταν σε μεγάλο βαθμό από το πλαίσιο που είχε καθορίσει η SMAN, με συνέπεια η συμπεριφορά της VTAN να αποκλίνει από τη συνήθη συμπεριφορά φορέα εκμετάλλευσης αερολιμένα με ανεξάρτητη εμπορική πολιτική, ο οποίος ενεργεί με γνώμονα την προοπτική του κέρδους. Βάσει της ανάλυσής της, η Επιτροπή κατέληξε, με την αιτιολογική σκέψη 299 της εν λόγω απόφασης, στο συμπέρασμα ότι οι συναφθείσες με τη VTAN συμβάσεις ήταν καταλογιστέες στη SMAN και, υπό ευρεία έννοια, στη Γαλλική Δημοκρατία.
114
Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί η υπό κρίση αιτίαση κατά το μέρος που οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι τα ληφθέντα από τη SMAN μέτρα που τις ευνόησαν, υπό την έννοια ότι η εμπορική πολιτική της VTAN επηρεάστηκε προς όφελός τους, ήταν καταλογιστέα στη Γαλλική Δημοκρατία, υπό ευρεία έννοια.
115
Συναφώς, πρέπει εκ προοιμίου να υπομνησθεί η νομολογία σύμφωνα με την οποία τα μέτρα που λαμβάνονται από οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους κρατικούς φορείς εμπίπτουν, όπως ακριβώς και τα μέτρα που λαμβάνονται από την κεντρική εξουσία, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της διάταξης αυτής (βλ. τη νομολογία που παρατίθεται στη σκέψη 85 ανωτέρω).
116
Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή επισήμανε, με τις αιτιολογικές σκέψεις 26 και 572 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η SMAN είναι δημόσιος φορέας αποτελούμενος από τρεις φορείς της τοπικής αυτοδιοίκησης, ήτοι το Νομαρχιακό Συμβούλιο του Gard, τον Μητροπολιτικό Δήμο της Nîmes και τον Μητροπολιτικό Δήμο της Grand Alès en Cévennes.
117
Περαιτέρω, στις αιτιολογικές σκέψεις 572 και 573 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι αποφάσεις των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης θεωρούνται καταλογιστέες στο κράτος, υπό ευρεία έννοια, και ότι το συμπέρασμα αυτό ισχύει κατ’ επέκταση και για μια ένωση τέτοιων οργανισμών, όπως είναι η SMAN.
118
Εξάλλου, με την αιτιολογική σκέψη 573 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή επισήμανε ότι SMAN διοικείται από επιτροπή διοίκησης αποτελούμενη αποκλειστικά από εκπροσώπους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που είναι μέλη της.
119
Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, με την αιτιολογική σκέψη 573 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι όλες οι αποφάσεις της SMAN είναι καταλογιστέες στο κράτος.
120
Βάσει της νομολογίας που παρατίθεται στη σκέψη 85 ανωτέρω, το συμπέρασμα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό.
121
Το εν λόγω συμπέρασμα δεν ανατρέπεται από το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η SMAN είναι επιχείρηση που παρέχει αερολιμενικές υπηρεσίες και ότι, ως εκ τούτου, η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει τον καταλογισμό των αποφάσεων της SMAN στο κράτος βάσει των κριτηρίων που καθορίστηκαν με την απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής (C-482/99, EU:C:2002:294).
122
Συγκεκριμένα, τονίζεται ότι, με την αιτιολογική σκέψη 277 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η συμπεριφορά της VTAN έναντι των προσφευγουσών δεν έπρεπε να εξεταστεί ανεξάρτητα από εκείνη της SMAN, η οποία αποτελεί ένωση οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης που ενεργεί ως παραχωρούσα αρχή στο πλαίσιο της παραχώρησης και της υλοποίησης της ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, και ότι, μεταξύ άλλων, η εμπορική πολιτική της VTAN έναντι των προσφευγουσών επηρεαζόταν σε μεγάλο βαθμό από το πλαίσιο που είχε τεθεί από τη SMAN.
123
Εφόσον η SMAN μπορεί, όπως και τα άλλα κρατικά όργανα, να ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες, πρέπει να γίνει δεκτό ότι αποτελεί κοινοπραξία οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία εν προκειμένω ενεργεί και ως παραχωρούσα αρχή, στο πλαίσιο της ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας, οπότε ο καταλογισμός στο κράτος των ληφθέντων από αυτήν μέτρων δεν μπορεί να στηριχθεί στην προσέγγιση που απορρέει από την απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής (C-482/99, EU:C:2002:294).
124
Συνεπώς, η υπό κρίση αιτίαση πρέπει να απορριφθεί.
3. Επί της αιτιάσεως σχετικά με τον καταλογισμό των αποφάσεων της VTAN στο κράτος
125
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι κατά κανόνα οι αποφάσεις μιας ιδιωτικής επιχείρησης όπως είναι η VTAN δεν είναι καταλογιστέες στο κράτος, ιδίως όταν δεν υπάρχει κανένα στοιχείο συμμετοχής του κράτους στην οικεία επιχείρηση. Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι αποφάσεις της VTAN ήταν καταλογιστέες στο κράτος. Συγκεκριμένα, δεν αρκεί, συναφώς, το γεγονός ότι η SMAN ασκούσε απλώς επιρροή μέσω της σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας. Εξάλλου, η SMAN απείχε συστηματικά από την άσκηση της εξουσίας επιρροής της επί της VTAN κατά τις διαπραγματεύσεις με τη Ryanair. Επιπλέον, κατά τις προσφεύγουσες, η VTAN μπορούσε ελεύθερα να επιδιώξει την αντικατάσταση της Ryanair και διέθετε ευρεία ευχέρεια κατά τη διαπραγμάτευση των συμβάσεων με αυτήν.
126
Η Επιτροπή αντικρούει την επιχειρηματολογία των προσφευγουσών.
127
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν συντρέχει λόγος να γίνεται διάκριση μεταξύ της περίπτωσης κατά την οποία η ενίσχυση χορηγείται απευθείας από το κράτος και της περίπτωσης κατά την οποία η ενίσχυση χορηγείται από δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς τους οποίους ιδρύει το κράτος ή στους οποίους αναθέτει τη διαχείριση της ενίσχυσης. Συγκεκριμένα, κατά το δίκαιο της Ένωσης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι απλώς και μόνον η δημιουργία αυτοτελών οργάνων επιφορτισμένων με τη διανομή ενισχύσεων παρέχει τη δυνατότητα παράκαμψης των κανόνων περί κρατικών ενισχύσεων (βλ. απόφαση της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής, C-482/99, EU:C:2002:294, σκέψη 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
128
Ομοίως, η ανάθεση της χορήγησης των ενισχύσεων από το κράτος σε έναν ιδιωτικό φορέα δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια να μην εφαρμόζονται οι κανόνες αυτοί στα μέτρα που λαμβάνει ο συγκεκριμένος φορέας.
129
Όσον αφορά την προϋπόθεση του καταλογισμού του μέτρου, πρέπει να εξεταστεί εάν πρέπει να θεωρηθεί ότι οι δημόσιες αρχές εμπλέκονται στη λήψη του εν λόγω μέτρου (βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ., C-262/12, EU:C:2013:851, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί εάν η Επιτροπή ορθώς θεώρησε, μετά το πέρας της σχετικής με τον καταλογισμό στο κράτος ανάλυσής της, ότι η SMAN εμπλεκόταν στη σύναψη των συμβάσεων μεταξύ της VTAN και των προσφευγουσών.
130
Συναφώς, διαπιστώνεται ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 278 έως 299 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή παρέθεσε σειρά ενδείξεων που τεκμηριώνουν την εμπλοκή αυτή της SMAN.
131
Πρώτον, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι, με τη σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας η οποία συνήφθη μεταξύ της SMAN και της Veolia Transport και της οποίας η εκτέλεση ανατέθηκε στη VTAN, δεν παραχωρήθηκε απλώς στη VTAN η εμπορική εκμετάλλευση του αερολιμένα της Nîmes, αλλά της ανατέθηκε επίσης να μεριμνήσει για την αύξηση της κίνησης. Επομένως, κατά την Επιτροπή, η εν λόγω σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας δέσμευε και επηρέαζε την εμπορική πολιτική της VTAN έναντι των αεροπορικών εταιριών, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι η αύξηση της κίνησης δεν αποτελεί καθαυτή τον τελικό σκοπό μιας ιδιωτικής επιχείρησης εκμετάλλευσης αερολιμένα με πλήρως ανεξάρτητη εμπορική πολιτική. Σκοπός της εν λόγω επιχείρησης θα ήταν η μεγιστοποίηση της αποδοτικότητάς της, ο σκοπός δε αυτός δεν είναι πάντοτε συμβατός με την αύξηση της κίνησης (αιτιολογικές σκέψεις 278 έως 281 της προσβαλλόμενης απόφασης). Επιπλέον, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η Veolia Transport διαμόρφωσε την προσφορά της για τον διαγωνισμό έχοντας υπόψη τον σκοπό της αύξησης της κίνησης, τον οποίον είχε θέσει η SMAN, και εν γένει τους σκοπούς της οικονομικής ανάπτυξης της περιοχής τους οποίους επιδιώκει η SMAN (αιτιολογικές σκέψεις 282 έως 285 της εν λόγω απόφασης). Δεύτερον, διαπίστωσε ότι τα όσα υποστήριξε η Veolia Transport κατά τη διαδικασία του διαγωνισμού επιβεβαιώνουν ότι είχε επίγνωση του ότι η εμπορική σχέση με τη Ryanair θα μπορούσε να βλάψει την αποδοτικότητα της εκμετάλλευσης του αερολιμένα της Nîmes και ότι ήταν διατεθειμένη να συνεχίσει τη σχέση αυτή υπό όρους όμοιους με εκείνους που είχαν προηγουμένως τεθεί από το CCI της Nîmes-Uzès-Le Vigan, μόνο σε σχέση με τους στόχους της SMAN όσον αφορά την ανάπτυξη της κυκλοφορίας, τις δεσμεύσεις που ανέλαβε έναντι της SMAN, προκειμένου να της ανατεθεί η διαχείριση του αερολιμένα, και την κατ’ αποκοπή συνεισφορά για τη χρηματοοικονομική ισορροπία της παραχώρησης (αιτιολογική σκέψη 287 της απόφασης αυτής). Τρίτον, όσον αφορά την εν λόγω κατ’ αποκοπήν συνεισφορά, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι η αποδοτικότητα της παραχώρησης στη VTAN βασιζόταν στη συνεισφορά αυτή, ότι το ύψος της συνεισφοράς υπολογίστηκε βάσει προσωρινού προϋπολογισμού, ο οποίος περιελάμβανε τις δαπάνες και τα έσοδα που συνδέονταν με τις ισχύουσες συμβάσεις με τις προσφεύγουσες, και ότι η συνεισφορά της SMAN προς τη VTAN είχε διαμορφωθεί με γνώμονα τη συνέχιση της δραστηριότητας της Ryanair υπό συνθήκες όμοιες με αυτές υπό τις οποίες η εν λόγω αεροπορική εταιρία παρείχε τις υπηρεσίες της με αφετηρία τον αερολιμένα της Nîmes, όταν την εκμετάλλευσή του είχε αναλάβει το CCI της Nîmes-Uzès-Le Vigan. Τόνισε, περαιτέρω, ότι η διαμόρφωση της κατ’ αποκοπήν συνεισφοράς ανάλογα με τη δραστηριότητα της Ryanair περιόριζε το κίνητρο για τη VTAN να λαμβάνει η ίδια αποφάσεις δυνάμενες να προκαλέσουν μείωση της κίνησης της Ryanair (αιτιολογικές σκέψεις 288, 289 και 291 της προσβαλλόμενης απόφασης).
132
Διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον ότι, όπως επισήμανε με τις αιτιολογικές σκέψεις 292 και 293 της προσβαλλόμενης απόφασης, το πλαίσιο που είχε καθοριστεί από το SMAN, μέσω της διαδικασίας του διαγωνισμού, των καθορισμένων με τη σύμβαση ανάθεσης μεταξύ SMAN και Veolia Transport σκοπών και της κατ’ αποκοπή συνεισφοράς, είχε αρκούντως καθοριστική επίδραση στη συμπεριφορά της VTAN έναντι των προσφευγουσών, ούτως ώστε οι επίμαχες συμβάσεις να μπορούν να θεωρηθούν καταλογιστέες στο κράτος κατά την έννοια της νομολογίας. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό το συμπέρασμα που διατυπώνει η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 299 της εν λόγω απόφασης, ότι η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ, αφενός, των όρων της εν λόγω σύμβασης, της διαδικασίας του διαγωνισμού και της κατ’ αποκοπήν συνεισφοράς και, αφετέρου, των συμβάσεων της VTAN με τις προσφεύγουσες είναι αρκούντως ισχυρή ώστε να αποδεικνύεται η προφανής συμμετοχή της SMAN στα επίμαχα μέτρα, τα οποία είναι καταλογιστέα στη SMAN.
133
Η προσφεύγουσα δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα ικανό να ανατρέψει το συμπέρασμα αυτό.
134
Συγκεκριμένα, πρώτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η άσκηση απλής επιρροής από τη SMAN στη συμπεριφορά της VTAN, μέσω της σύμβασης ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας μεταξύ της SMAN και της Veolia Transport, δεν ισοδυναμεί με άσκηση κρατικού ελέγχου ούτε συνεπάγεται δυνατότητα καταλογισμού στο κράτος. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία στηρίζεται σε πλείονες ενδείξεις βάσει των οποίων διαπιστώθηκε ότι η SMAN ασκούσε αποφασιστική επιρροή στις αποφάσεις που λάμβανε η VTAN έναντι των προσφευγουσών. Επομένως, το συμπέρασμα περί καταλογισμού στο κράτος, το οποίο διατυπώνει η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν στηρίχθηκε μόνο στη στοιχειοθέτηση της άσκησης απλής επιρροής του κράτους επί της συμπεριφοράς μιας επιχείρησης.
135
Δεύτερον, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η SMAN απέφευγε συστηματικά να ασκήσει την εξουσία επηρεασμού της συμπεριφοράς της VTAN κατά τις διαπραγματεύσεις με τη Ryanair. Το επιχείρημα αυτό δεν είναι, ωστόσο, πειστικό. Συγκεκριμένα, από την αιτιολογική σκέψη 296 της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, λόγω της δυνατότητάς της να εμπλακεί στις διαπραγματεύσεις αυτές, η SMAN μπορούσε να ασκήσει ορισμένη επιρροή και να παρέμβει εάν η VTAN επιχειρούσε να επιβάλει στη Ryanair όρους οι οποίοι θα την ωθούσαν να μειώσει τα δρομολόγια στον αερολιμένα της Nîmes. Όπως αναφέρει η Επιτροπή, η VTAN γνώριζε ότι η SMAN μπορούσε να παρέμβει και είχε κάθε λόγο να το λάβει αυτό υπόψη κατά τη λήψη των αποφάσεών της, οι οποίες ούτως ή άλλως εντάσσονταν στο πλαίσιο που είχε καθοριστεί από τη SMAN.
136
Τρίτον, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η VTAN διέθετε ευρεία ευχέρεια κατά τη διαπραγμάτευση των συμβάσεων με αυτές. Συναφώς, τονίζεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή όντως αναφέρει ότι στη σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας μεταξύ της SMAN και της Veolia Transport γίνεται λόγος για «πλήρη ευχέρεια» της VTAN να διαπραγματευθεί τις συμβάσεις με τους χρήστες των αεροναυτικών υπηρεσιών, πλην όμως στη συνέχεια διευκρινίζει ότι η VTAN μπορούσε να ασκήσει την ευχέρεια αυτή μόνον εντός του γενικού πλαισίου που καθοριζόταν από τη σύμβαση και τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει η Veolia Transport με τη συμμετοχή της στον διαγωνισμό, δεσμεύσεις οι οποίες οριοθετούσαν και επηρέαζαν σε μεγάλο βαθμό τη συμπεριφορά της VTAN. Διαπιστώνεται, εξάλλου, ότι, παρά το γεγονός ότι η VTAN διέθετε ορισμένο περιθώριο εμπορικών χειρισμών κατά τη διαπραγμάτευση των συμβάσεων (αιτιολογικές σκέψεις 292 και 299 της εν λόγω απόφασης), η Επιτροπή απέδειξε επαρκώς κατά νόμον, βάσει των συγκλινουσών ενδείξεων που απαριθμούνται στο σημείο 131 ανωτέρω, ότι, λόγω του προαναφερθέντος γενικού πλαισίου, η SMAN μπορούσε να ασκήσει επί των εμπορικών σχέσεων της VTAN με τις προσφεύγουσες επιρροή αρκούντως αποφασιστική ώστε να δικαιολογείται το συμπέρασμα περί καταλογισμού στο κράτος. Οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η ανάλυση της Επιτροπής περί καταλογισμού δεν ευσταθεί λόγω του περιθωρίου εμπορικών χειρισμών που διέθετε η VTAN.
137
Τέταρτον, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι γαλλικές αρχές επιβεβαίωσαν τη συμβατική αυτονομία της VTAN. Ωστόσο, είναι ορθή η διαπίστωση της Επιτροπής ότι στην αιτιολογική σκέψη 92 της εν λόγω απόφασης, την οποία επικαλούνται οι προσφεύγουσες, απλώς παρατίθενται οι πληροφορίες που είχε προσκομίσει το κράτος μέλος σχετικά με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων στο εσωτερικό της VTAN, χωρίς να διατυπώνεται εκτίμηση όσον αφορά την επιρροή της SMAN επί του περιεχομένου των συμβάσεων που είχε συνάψει η VTAN.
138
Πέμπτον, οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η VTAN μπορούσε ελεύθερα να επιδιώξει την αντικατάσταση της Ryanair και ότι δεν προβλεπόταν καμία κύρωση σε περίπτωση λήψης τέτοιας απόφασης. Ωστόσο, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, το γεγονός αυτό δεν έχει σχέση με το ζήτημα του καταλογισμού των επίμαχων συμβάσεων στο κράτος. Συγκεκριμένα, η SMAN μπορούσε βέβαια να μην έχει αντίρρηση όσον αφορά την επιλογή άλλου αερομεταφορέα από τη VTAN. Εντούτοις, εντός του γενικού πλαισίου που οριοθετείται από τη διαδικασία του διαγωνισμού, τους σκοπούς της αύξησης της κίνησης που είχαν τεθεί με τη σύμβαση ανάθεσης δημόσιας υπηρεσίας μεταξύ της SMAN και της Veolia Transport και την κατ’ αποκοπήν συνεισφορά, η SMAN άσκησε καθοριστική επιρροή όσον αφορά τους όρους που πρότεινε η VTAN στις αεροπορικές εταιρίες. Είναι, εξάλλου, ορθή η παρατήρηση της Επιτροπής ότι η υποκατάσταση της δραστηριότητας της Ryanair για την οποία γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 411 της προσβαλλόμενης απόφασης μπορούσε να γίνει μόνο μακροπρόθεσμα και όχι κατά το διάστημα το οποίο αφορά η εν λόγω απόφαση.
139
Έκτον, οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι, σε περίπτωση μη τήρησης των δεσμεύσεών της έναντι της SMAN, η VTAN δεν θα αντιμετώπιζε καμία άλλη κύρωση, πέραν του κινδύνου να πληγεί η φήμη της. Ωστόσο, η θέση αυτή στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της προσβαλλόμενης απόφασης. Συγκεκριμένα, στην αιτιολογική σκέψη 286 της απόφασης αυτής δεν υπάρχει καμία αναφορά σε κυρώσεις, αλλά διαπιστώνεται μόνον ότι η συμπεριφορά της VTAN έναντι των προσφευγουσών επηρεαζόταν κατά βάση από τον σκοπό της αύξησης της κίνησης, τον οποίο είχε καθορίσει η SMAN. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή επισήμανε, με την εν λόγω αιτιολογική σκέψη, ότι η προσφορά του τελικώς επιλεγέντος διαγωνιζομένου δέσμευε τον διαγωνιζόμενο για όλη τη διάρκεια της παραχώρησης, τόσο από νομική άποψη όσο και από άλλες απόψεις, και εκτίμησε ότι μια επιχείρηση η οποία, με την προσφορά που υποβάλει στο πλαίσιο διαγωνισμού διοργανωθέντος από οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, διατυπώνει στόχους και δεσμεύσεις και στη συνέχεια ενεργεί αντίθετα προς τους εν λόγω στόχους και δεσμεύσεις διατρέχει τον κίνδυνο να πληγεί η φήμη της στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξ αυτού συνήγαγε το συμπέρασμα ότι μια επιχείρηση όπως η Veolia Transport, η οποία το 2007 επιδίωκε να εγκατασταθεί στην αγορά της διαχείρισης των αερολιμένων, δεν θα αναλάμβανε τον κίνδυνο αυτό.
140
Έβδομο και τελευταίον, όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η SMAN παρέσχε απλώς στη VTAN διαβεβαιώσεις για την κάλυψη ορισμένων ζημιών σε περίπτωση που η VTAN αποφάσιζε να συνεχίσει μαζί τους υπό την «υφιστάμενη κατάσταση», τονίζεται ότι, με τις αιτιολογικές σκέψεις 278 έως 299 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή στήριξε τη διαπίστωση περί καταλογισμού στο κράτος όχι μόνο στην κατ’ αποκοπήν συνεισφορά, η οποία αποσκοπούσε στην εξασφάλιση οικονομικής ισορροπίας για τον αερολιμένα της Nîmes, αλλά και σε ένα σύνολο στοιχείων, όπως ήταν μεταξύ άλλων οι δεσμεύσεις για αύξηση της κίνησης, οι οποίες θα μπορούσαν να περιορίσουν την αποδοτικότητα του αερολιμένα και θα γίνονταν δεκτές μόνον υπό τον όρο της χορήγησης κατ’ αποκοπήν συνεισφοράς.
141
Κατόπιν των προεκτεθέντων, η υπό κρίση αιτίαση κρίνεται απορριπτέα, όπως και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως.
Γ. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, λόγω της εσφαλμένης εκτίμησης της Επιτροπής ότι οι πόροι της VTAN ήταν κρατικοί πόροι
142
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι πληρούται η προϋπόθεση της χρησιμοποίησης κρατικών πόρων. Συγκεκριμένα, η VTAN είχε υπό τον έλεγχό της την εισπραττόμενη από τη SMAN κατ’ αποκοπήν συνεισφορά και είχε την ευχέρεια να αποφασίζει ελεύθερα για τη χρήση της και να μην τη μεταβιβάζει στις προσφεύγουσες. Επομένως, οι πόροι της VTAN δεν βρίσκονταν διαρκώς υπό δημόσιο έλεγχο κατά την έννοια της νομολογίας.
143
Συναφώς, υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι προϋπόθεση για τον χαρακτηρισμό των πλεονεκτημάτων ως ενισχύσεων, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ είναι, μεταξύ άλλων, να έχουν παρασχεθεί άμεσα ή έμμεσα με κρατικούς πόρους (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 16ης Μαΐου 2002, Γαλλία κατά Επιτροπής, C-482/99, EU:C:2002:294, σκέψη 24, και της 19 Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ., C-262/12, EU:C:2013:851, σκέψη 16).
144
Συναφώς, η έννοια της παρέμβασης με κρατικούς πόρους καλύπτει, πέραν των πλεονεκτημάτων που παρέχονται άμεσα από το κράτος, τα πλεονεκτήματα που παρέχονται από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς τους οποίους έχει ορίσει ή συστήσει το κράτος αυτό με σκοπό τη διαχείριση της ενίσχυσης (βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ., C-262/12, EU:C:2013:851, σκέψη 20 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
145
Το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ καλύπτει όλα τα χρηματικά μέσα τα οποία μπορούν πράγματι να χρησιμοποιούν οι δημόσιες αρχές προς στήριξη των επιχειρήσεων, χωρίς να έχει σημασία συναφώς αν τα μέσα αυτά περιλαμβάνονται μονίμως στην περιουσία του Δημοσίου. Κατά συνέπεια, ακόμη και αν τα ποσά που αντιστοιχούν στο επίμαχο μέτρο δεν βρίσκονται διαρκώς στην κατοχή του Δημόσιου Ταμείου, το γεγονός ότι παραμένουν διαρκώς υπό δημόσιο έλεγχο και συνεπώς στη διάθεση των αρμόδιων εθνικών αρχών αρκεί για να χαρακτηρισθούν ως κρατικοί πόροι (βλ. απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 2013, Association Vent De Colère! κ.λπ., C‑262/12, EU:C:2013:851, σκέψη 21 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
146
Το γεγονός ότι τους σχετικούς πόρους τους διαχειρίζονται χωριστοί φορείς δημόσιας εξουσίας δεν ασκεί συναφώς επιρροή (βλ., συναφώς, απόφαση της 2ας Ιουλίου 1974, Ιταλία κατά Επιτροπής, 173/73, EU:C:1974:71, σκέψη 35).
147
Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η SMAN μετέφερε κρατικούς πόρους, υπό μορφήν κατ’ αποκοπήν συνεισφοράς, στη VTAN, η οποία είναι ιδιωτική επιχείρηση που εκμεταλλεύεται τον αερολιμένα.
148
Διαπιστώνεται ακόμη ότι, με την αιτιολογική σκέψη 300 της προσβαλλόμενης απόφασης, η Επιτροπή επισήμανε, παραπέμποντας στην αιτιολογική σκέψη 298 της εν λόγω απόφασης, ότι η χρηματοοικονομική ισορροπία της εκμετάλλευσης του αερολιμένα της Nîmes στηριζόταν στη χορηγούμενη από τη SMAN κατ’ αποκοπήν συνεισφορά, το ύψος της οποίας καθοριζόταν, μεταξύ άλλων, σε συνάρτηση με τις παραμέτρους της εμπορικής σχέσης μεταξύ του CCI της Nîmes‑Uzès-Le Vigan και των προσφευγουσών το 2006, δηλαδή με σκοπό να καταστεί δυνατή η συνέχιση της δραστηριότητας της Ryanair με αφετηρία τον αερολιμένα της Nîmes υπό συνθήκες όμοιες με εκείνες που ίσχυαν όταν το CCI ασκούσε την εκμετάλλευση του αερολιμένα. Η Επιτροπή συνήγαγε εξ αυτού, με την ίδια αιτιολογική σκέψη, το συμπέρασμα ότι τα πλεονεκτήματα που παρασχέθηκαν στις προσφεύγουσες με τις συμβάσεις αυτές είχαν χρηματοδοτηθεί μέσω της κατ’ αποκοπήν συνεισφοράς και, συνεπώς, με κρατικούς πόρους.
149
Η Επιτροπή διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, με την αιτιολογική σκέψη 288 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η αποδοτικότητα της παραχώρησης για τη VTAN στηριζόταν στην κατ’ αποκοπήν επιδότηση την οποία κατέβαλλε η SMAN, η οποία ως εκ τούτου είχε άμεση συμμετοχή στη χρηματοδότηση της λειτουργίας του αερολιμένα της Nîmes. Διευκρίνισε ότι η ύπαρξη αυτής της επιδότησης από τη SMAN αποδεικνύει την επιρροή της στις εμπορικές σχέσεις της VTAN με τις προσφεύγουσες, δεδομένου ότι, χωρίς την επιδότηση αυτή, είναι πιθανό ότι κανένας φορέας δεν θα δεχόταν να αναλάβει την εκμετάλλευση του εν λόγω αερολιμένα στο πλαίσιο παραχώρησης της οποίας το οικονομικό μοντέλο βασιζόταν στον σκοπό της αύξησης της κυκλοφορίας και της ανάπτυξης των σχέσεων με μια αεροπορική εταιρία, με ενδεχόμενη συνέπεια να υπάρχει αρνητική απόδοση σε επίπεδο διαχείρισης του αερολιμένα. Εκτίμησε ότι η χορήγηση της εν λόγω επιδότησης, η οποία ήταν καταλογιστέα στη SMAN, συγκαταλέγεται στα στοιχεία λόγω των οποίων κατέστη δυνατή η σύναψη των συμβάσεων με τις προσφεύγουσες.
150
Υπό τις περιστάσεις αυτές, πληρούνται τα κριτήρια που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία η οποία παρατίθεται στη σκέψη 145 ανωτέρω. Συγκεκριμένα, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η SMAN χορήγησε στη VTAN συνεισφορά που αποσκοπούσε στη συνέχιση της δραστηριότητας της Ryanair υπό συνθήκες ανάλογες με εκείνες που ίσχυαν όταν το CCI της Nîmes-Uzès-Le Vigan ασκούσε την εκμετάλλευση του αερολιμένα της Nîmes (βλ., επίσης, αιτιολογική σκέψη 289 της εν λόγω απόφασης) και ότι, χωρίς τη συνεισφορά αυτή, η VTAN θα αναλάμβανε εξ ολοκλήρου την επιβάρυνση για τα πλεονεκτήματα που παρασχέθηκαν στις προσφεύγουσες με τις συναφθείσες συμβάσεις.
151
Το γεγονός ότι η VTAN διέθετε ορισμένη ευχέρεια κατά τη διαπραγμάτευση των συμβάσεών της με τις προσφεύγουσες και ότι δεν υπήρχε αυτόματη σύνδεση μεταξύ του ύψους της κατ’ αποκοπήν συνεισφοράς και των παραμέτρων των συμβάσεων τις οποίες διαπραγματεύθηκε με τις προσφεύγουσες δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχε σχέση μεταξύ της συνεισφοράς και του παρασχεθέντος στις προσφεύγουσες πλεονεκτήματος. Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται ότι, από οικονομική άποψη, η κατ’ αποκοπήν συνεισφορά υπέρ της VTAN κατέστησε δυνατή τη σύναψη των συμβάσεων με τις προσφεύγουσες και ότι, χάρη στη συνεισφορά αυτή, η VTAN δεν υποχρεώθηκε να επωμιστεί το κόστος των πλεονεκτημάτων που παρασχέθηκαν στις προσφεύγουσες δυνάμει των συμβάσεων. Επομένως, τα εν λόγω πλεονεκτήματα είναι απόρροια της καταβολής της κατ’ αποκοπήν συνεισφοράς στη VTAN (βλ., συναφώς, απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, Γερμανία κατά Επιτροπής, C-156/98, EU:C:2000:467, σκέψεις 26 και 27).
152
Λαμβανομένων υπόψη όλων των προεκτεθέντων, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως κρίνεται απορριπτέος.
Δ. Επί του τέταρτου λόγου, ο οποίος αφορά παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, λόγω μη απόδειξης της ύπαρξης επιλεκτικού πλεονεκτήματος από την Επιτροπή
[παραλειπόμενα]
2. Επί του δεύτερου σκέλους, στο πλαίσιο του οποίου γίνεται λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση και ελλιπή αιτιολόγηση όσον αφορά την απόφαση να μη διενεργηθεί εν προκειμένω συγκριτική ανάλυση
[παραλειπόμενα]
β) Επί των αιτιάσεων που αφορούν τους λόγους που παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τη μη διενέργεια συγκριτικής ανάλυσης στην υπό κρίση υπόθεση
[παραλειπόμενα]
2) Επί της αιτιάσεως με την οποία χαρακτηρίζεται εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής ότι η συγκριτική ανάλυση έπρεπε να βασιστεί σε σύγκριση των επίμαχων συμβάσεων σε συνδυασμό με άλλες παρόμοιες συναλλαγές
[παραλειπόμενα]
3) Επί της αιτιάσεως με την οποία χαρακτηρίζεται εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής ότι οι επίμαχες συμβάσεις συνεπάγονταν πρόσθετες δαπάνες υψηλότερες από τα πρόσθετα έσοδα
[παραλειπόμενα]
4) Επί της αιτιάσεως με την οποία, αφενός, χαρακτηρίζεται ως εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η Ryanair δεν αποδεικνύουν ότι οι αερολιμένες που περιλαμβάνονται στη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 ήταν αρκούντως συγκρίσιμοι με τον αερολιμένα της Nîmes και, αφετέρου, χαρακτηρίζεται ως ελλιπής η σχετική αιτιολογία
226
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η Επιτροπή διατύπωσε την εσφαλμένη εκτίμηση ότι η Ryanair δεν απέδειξε ότι οι πέντε αερολιμένες που περιλαμβάνονται στη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 ήταν αρκούντως συγκρίσιμοι με τον αερολιμένα της Nîmes. Συναφώς, υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή δεν αντέκρουσε τη «συγκεκριμένη επιλογή» αερολιμένων αναφοράς ούτε τα αναλυτικά επιχειρήματα που παρατίθενται στην εν λόγω μελέτη, η οποία συμπληρώθηκε με επιπλέον μελέτες. Υπό τις συνθήκες αυτές, η απόρριψη, από την Επιτροπή, των κριτηρίων επιλογής που παρατίθενται στην εν λόγω μελέτη είναι απόρροια εσφαλμένης εκτίμησης και ελλιπώς αιτιολογημένη. Με το υπόμνημα απαντήσεως, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, προς αμφισβήτηση της επιλογής των αερολιμένων αναφοράς που επελέγησαν για τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012, δεν περιλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι δεν μπορεί, διά των επιχειρημάτων αυτών, να θεραπευθεί εκ των υστέρων το σφάλμα εκτίμησης και η έλλειψη αιτιολογίας. Αφετέρου, προβάλλουν ότι η Επιτροπή ουδέποτε απευθύνθηκε, προκειμένου να αντλήσει πληροφορίες για τις τιμές, σε ιδιωτικό αερολιμένα ή σε αερολιμένα την εκμετάλλευση του οποίου ασκεί ιδιωτική επιχείρηση και, ως εκ τούτου, δεν αναζήτησε αερολιμένα αναφοράς, παρά το γεγονός ότι προδήλως υπάρχουν τέτοιοι αερολιμένες.
227
Συναφώς, όσον αφορά την επιχειρηματολογία με την οποία χαρακτηρίζεται εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής ότι τα προσκομισθέντα από τη Ryanair στοιχεία δεν αποδεικνύουν ότι οι αερολιμένες που επελέγησαν για τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 ήταν αρκούντως συγκρίσιμοι με αυτόν της Nîmes, επισημαίνεται ότι, όπως ανέφερε η Επιτροπή, το γεγονός ότι δεν ελήφθησαν υπόψη οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών μάρκετινγκ αρκούσε για να απορριφθεί η μέθοδος που χρησιμοποιήθηκε στην εν λόγω μελέτη (αιτιολογική σκέψη 383 της προσβαλλόμενης απόφασης). Συγκεκριμένα, η εφαρμογή εν προκειμένω του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή επιβάλλει να αναλυθούν από κοινού όλοι οι συνδυασμοί σύμβασης παροχής αερολιμενικών υπηρεσιών και αντίστοιχης σύμβασης παροχής υπηρεσιών μάρκετινγκ, οι οποίες αποτελούν ενιαία συναλλαγή (βλ. σκέψεις 207 έως 212 ανωτέρω). Επομένως, η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
228
Τονίζεται, εξάλλου, ότι το γεγονός ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζονται, για καθέναν από τους αερολιμένες που επελέγησαν για τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012, οι λόγοι για τους οποίους οι αερολιμένες αυτοί δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως συγκριτικά στοιχεία δεν αρκεί για να διαπιστωθεί ελλιπής αιτιολόγηση κατά την έννοια του άρθρου 296 ΣΛΕΕ.
229
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη φύση της οικείας πράξης και πρέπει να διαφαίνεται από αυτήν κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εκδίδει την προσβαλλόμενη πράξη, κατά τρόπον ώστε οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου, το δε αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο να είναι σε θέση να ασκήσει τον έλεγχό του. H υποχρέωση αιτιολόγησης πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης, ιδίως του περιεχομένου της πράξης, της φύσης των προβαλλομένων λόγων και του συμφέροντος που έχουν ενδεχομένως στην παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά. Στην αιτιολογία δεν απαιτείται να προσδιορίζονται όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, καθόσον το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξης ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εν λόγω διάταξης πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα όχι μόνον το κείμενο της πράξης αυτής, αλλά και το πλαίσιό της και το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το οικείο ζήτημα (βλ. απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, C-367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
230
Εν προκειμένω, η Επιτροπή υπενθύμισε, με την αιτιολογική σκέψη 378 της προσβαλλόμενης απόφασης, τις αμφιβολίες που είχε διατυπώσει στην παράγραφο 59 των κατευθυντήριων γραμμών του 2014 όσον αφορά το εάν είναι πράγματι δυνατόν να προσδιοριστεί ένα ενδεδειγμένο στοιχείο σύγκρισης για τον καθορισμό μιας αξιόπιστης τιμής της αγοράς για τις παρεχόμενες από τους αερολιμένες υπηρεσίες. Επιπλέον, όσον αφορά τις παραμέτρους που απαριθμούνται στην παράγραφο 60 των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, η Επιτροπή διαπίστωσε, με την αιτιολογική σκέψη 384 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η Ryanair δεν απέδειξε ως προς τι οι αερολιμένες τους οποίους παραθέτει είναι αρκούντως συγκρίσιμοι όσον αφορά τον όγκο της κίνησης, το είδος της κίνησης, το είδος και το επίπεδο των αερολιμενικών υπηρεσιών, την εγγύτητα του αερολιμένα με μεγάλη πόλη, τον αριθμό των κατοίκων στη ζώνη επιρροής, το οικονομικό επίπεδο της γύρω περιοχής, καθώς και τις γεωγραφικές περιοχές από τις οποίες θα μπορούσαν να προσελκυσθούν επιβάτες.
231
Είναι γεγονός ότι η Επιτροπή δεν διευκρινίζει διεξοδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τους λόγους για τους οποίους δεν θεώρησε ως αξιόπιστο συγκριτικό στοιχείο το δείγμα των αερολιμένων που επελέγησαν για τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012.
232
Ωστόσο, δεν αμφισβητείται ότι ο προσδιορισμός των αερολιμένων αναφοράς βασίζεται σε πολύπλοκες τεχνικές εκτιμήσεις. Εφόσον από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει με σαφήνεια η συλλογιστική της Επιτροπής κατά τρόπο που να επιτρέπει τη μεταγενέστερη αμφισβήτηση της βασιμότητάς της ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, είναι περιττό να απαιτείται ειδική αιτιολογία για καθεμία από τις τεχνικής φύσεως επιλογές ή για κάθε αριθμητικό στοιχείο επί των οποίων στηρίχθηκε η συλλογιστική αυτή (βλ., συναφώς, αποφάσεις της 1ης Ιουλίου 2008, Chronopost και La Poste κατά UFEX κ.λπ., C-341/06 P και C-342/06 P, EU:C:2008:375, σκέψη 108, και της 27ης Απριλίου 2017, Germanwings κατά Επιτροπής, T-375/15, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2017:289, σκέψη 45· βλ. επίσης, κατ’ αναλογία, απόφαση της 12ης Ιουλίου 2005, Alliance for Natural Health κ.λπ., C-154/04 και C‑155/04, EU:C:2005:449, σκέψη 134).
233
Επομένως, προκειμένου οι προσφεύγουσες να είναι σε θέση να κατανοήσουν τη συλλογιστική που ακολούθησε η Επιτροπή, δεν ήταν απαραίτητο να παρατεθούν στην προσβαλλόμενη απόφαση, για καθέναν από τους αερολιμένες που επελέγησαν για τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012, οι λόγοι για τους οποίους δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη.
234
Οι προσφεύγουσες ήταν, ως εκ τούτου, σε θέση να αμφισβητήσουν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου την απόρριψη εκ μέρους της Επιτροπής του δείγματος των αερολιμένων που επελέγησαν για τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012.
235
Είναι, συνεπώς, απορριπτέα η επιχειρηματολογία περί ελλιπούς αιτιολόγησης.
236
Εξάλλου, οι προσφεύγουσες δεν αποδεικνύουν ότι ήταν προδήλως εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής σχετικά με τη μέθοδο επιλογής των συγκρίσιμων αερολιμένων. Συναφώς, χαρακτηρίζουν εσφαλμένη την εκτίμηση της Επιτροπής ότι το δείγμα αερολιμένων αναφοράς που είχε προταθεί από τη Ryanair δεν περιελάμβανε αερολιμένες αρκούντως συγκρίσιμους με τον αερολιμένα της Nîmes. Υποστηρίζουν ότι η προσκομισθείσα από τη Ryanair μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 περιέχει συστηματική σύγκριση μεταξύ των όρων των συμβάσεων παροχής αερολιμενικών υπηρεσιών τις οποίες είχε συνάψει με άλλους αερολιμένες, ως επί το πλείστον ιδιωτικούς, των οποίων την εκμετάλλευση ασκούσε ιδιωτικός φορέας ή φορέας που ενεργούσε υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, και οι οποίοι είχαν πλείονα κοινά χαρακτηριστικά όμοια με εκείνα του αερολιμένα της Nîmes.
237
Η Επιτροπή απαντά ότι η θέση αυτή διαψεύδεται από τη διεξοδική εξέταση των αερολιμένων που επελέγησαν για τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012.
238
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, όσον αφορά, αφενός, το ζήτημα του προσδιορισμού αξιόπιστων στοιχείων αναφοράς, η Επιτροπή ανέφερε, πρώτον, ότι ο αερολιμένας του Bournemouth ανήκε σε φορέα ο οποίος τελούσε υπό κρατικό κατά πλειοψηφία έλεγχο και είχε αρνητική αποδοτικότητα το 2012, δεύτερον, ότι ο αερολιμένας του Prestwick ήταν ελλειμματικός έως ότου ο ιδιωτικός φορέας που είχε την κυριότητα τον μεταβίβασε στην Κυβέρνηση της Σκωτίας τον Νοέμβριο του 2013, τρίτον, ότι ο αερολιμένας του Μάαστριχτ είχε λάβει σημαντικές επιδοτήσεις από το 2004 και, επίσης, είχε περιέλθει στην κυριότητα του Δημοσίου το 2013, προφανώς μετά από παρέμβαση του Ολλανδικού Δημοσίου για τη διάσωσή του, και, τέταρτον, ότι ο αερολιμένας του Knock, μολονότι ανήκε σε ιδιώτες, είχε λάβει σημαντική δημόσια χρηματοδότηση, και συγκεκριμένα επιδοτήσεις ύψους 13 εκατομμυρίων ευρώ από το 1997 έως το 2012.
239
Αφετέρου, όσον αφορά τα χαρακτηριστικά των αερολιμένων που επελέγησαν για τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012, κατά την έννοια της παραγράφου 60 των κατευθυντηρίων γραμμών του 2014, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, εν πάση περιπτώσει, διαφέρουν σε σημαντικό βαθμό από τον αερολιμένα της Nîmes:
–
από τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 προκύπτει ότι υπήρχαν μεγάλες διαφορές μεταξύ των αερολιμένων όσον αφορά τον όγκο της συνολικής επιβατικής κίνησης, οι διαφορές δε αυτές ήταν ακόμη μεγαλύτερες όσον αφορά τον όγκο των επιβατών που ταξίδευαν με τη Ryanair στους αερολιμένες αυτούς·
–
οι δραστηριότητες στον αερολιμένα της Γκρενόμπλ ήταν συγκεντρωμένες ως επί το πλείστον στη χειμερινή περίοδο·
–
ο αερολιμένας του Μάαστριχτ είχε σημαντικές δραστηριότητες μεταφοράς εμπορευμάτων·
–
οι πλησιέστερες πόλεις σε κάθε αερολιμένα διέφεραν κατά πολύ ως προς το μέγεθος· συγκεκριμένα, όσον αφορά την παράμετρο της εγγύτητας σε μεγάλη πόλη, στη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 αναφέρονται η πόλη της Nîmes και, για τον αερολιμένα του Knock, η πόλη Sligo (Ιρλανδία), πλην όμως οι αποστάσεις διαφέρουν σε σημαντικό βαθμό·
–
όσον αφορά την παράμετρο του αριθμού των κατοίκων στην περιοχή επιρροής του αερολιμένα, στη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 γίνεται αναφορά μόνο στον πληθυσμό της μεγαλύτερης πόλης σε ακτίνα 150 χιλιομέτρων, και όχι στον αριθμό των κατοίκων στη ζώνη επιρροής του αερολιμένα·
–
όσον αφορά την παράμετρο της ευημερίας της γύρω περιοχής, τα στοιχεία αναφοράς των περιοχών που επελέγησαν για τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 δεν αντικατοπτρίζουν επακριβώς την κατάσταση των περιοχών γύρω από τους συγκεκριμένους αερολιμένες, υπάρχουν δε σημαντικές διαφορές μεταξύ των περιοχών ως προς το επίπεδο ευημερίας, και
–
στη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 δεν εξετάζεται η παράμετρος της ενδοχώρας του αερολιμένα είτε ως προς τους αναχωρούντες είτε ως προς τους αφικνούμενους επιβάτες· λαμβανομένης, όμως, υπόψη της ελκυστικότητας της μεσογειακής ακτής για τους τουρίστες, ο αερολιμένας της Nîmes βασίζεται ως επί το πλείστον στους αφικνούμενους επιβάτες, ενώ οι αερολιμένες του Prestwick και του Bournemouth αποτελούσαν δυνητικές αγορές ως προς τους αναχωρούντες επιβάτες.
240
Επομένως, βάσει όλων αυτών των στοιχείων, δεν ήταν προδήλως εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής ότι οι αερολιμένες που επελέγησαν για τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 δεν ήταν αρκούντως συγκρίσιμοι με τον αερολιμένα της Nîmes.
241
Η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών δεν μπορεί να κλονίσει το συμπέρασμα αυτό.
242
Πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα ότι ο αερολιμένας του Bournemouth πραγματοποιούσε κέρδη από το 2001 έως το 2011 χωρίς να λαμβάνει επιδοτήσεις, τονίζεται ότι τα στοιχεία αυτά έχουν βέβαια σημασία για την εκτίμηση της συμπεριφοράς του αερολιμένα ως επιχείρησης που ενεργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, πλην όμως ο αερολιμένας αυτός ανήκει σε δημόσιο φορέα.
243
Δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι ο αερολιμένας του Prestwick όχι μόνον ανήκε σε ιδιώτες, αλλά ήταν και κερδοφόρος από το 2000 έως το 2008, διαπιστώνεται ότι οι περιστάσεις αυτές εμφαίνουν μεν ότι επρόκειτο για επιχείρηση που ενεργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, πλην όμως δεν αναιρούν τη διευκρίνιση που διατύπωσε η Επιτροπή με τα δικόγραφά της και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, σύμφωνα με την οποία ο αερολιμένας κατέστη ελλειμματικός και έπρεπε να εκχωρηθεί στην Κυβέρνηση της Σκωτίας το 2013, οπότε δεν αποτελεί κατάλληλο συγκριτικό στοιχείο για τον προσδιορισμό μιας αξιόπιστης τιμής της αγοράς για τις αερολιμενικές υπηρεσίες (βλ. αιτιολογική σκέψη 378 της προσβαλλόμενης απόφασης).
244
Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι, αφενός, κατά τη θερινή περίοδο η Ryanair πραγματοποιούσε πολλά δρομολόγια προς και από τον αερολιμένα της Grenoble από το 2006 έως το 2009 και ότι, αφετέρου, την εκμετάλλευση του αερολιμένα αυτού ασκούσε ένας ιδιωτικός φορέας ο οποίος επέβαλε τα υψηλότερα τέλη από όλους τους αερολιμένες αναφοράς, διαπιστώνεται ότι η Ryanair πραγματοποιούσε μεν δρομολόγια και εκτός της χειμερινής περιόδου, πλην όμως φαίνεται ότι οι δραστηριότητες αυτές δεν είχαν ως αποτέλεσμα τη διατήρηση των υπηρεσιών αυτών καθόλη τη διάρκεια του έτους. Συναφώς, το επιχείρημα των προσφευγουσών δεν αναιρεί τη διαπίστωση της Επιτροπής ότι οι δραστηριότητες του αερολιμένα της Γκρενόμπλ ήταν ως επί το πλείστον συγκεντρωμένες στη χειμερινή περίοδο, γεγονός που διαφοροποιεί τον συγκεκριμένο αερολιμένα από αυτόν της Nîmes, όπου η Ryanair πραγματοποιούσε ορισμένες τουλάχιστον καθημερινές πτήσεις καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση.
245
Τέταρτον, όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι, σύμφωνα με πληροφορίες προσκομισθείσες από την Επιτροπή, οι εισφορές κεφαλαίων στον αερολιμένα του Knock ανέρχονταν μόλις στο 6 % του ενεργητικού του αερολιμένα αυτού κατά το διάστημα μεταξύ 2002 και 2012, επισημαίνεται ότι δεν ήταν προδήλως εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής ότι η εισφορά δημόσιων κεφαλαίων τέτοιου μεγέθους αποτελεί σημαντικό στοιχείο κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας του εν λόγω αερολιμένα ως στοιχείου αναφοράς.
246
Πέμπτον, όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι οι τέσσερις από τους συγκρίσιμους αερολιμένες ήταν παρόμοιοι με τον αερολιμένα της Nîmes ως προς την παράμετρο της συνολικής επιβατικής κίνησης και της επιβατικής κίνησης της Ryanair, πρέπει να γίνει δεκτή η επισήμανση της Επιτροπής ότι τα αριθμητικά στοιχεία που παρατίθενται στη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 καταδεικνύουν ότι υπήρχαν μεγάλες διαφορές τόσο μεταξύ των συγκρίσιμων αερολιμένων όσο και σε σχέση με τον αερολιμένα της Nîmes ως προς τη συνολική κίνηση των επιβατών και την κίνηση των επιβατών της Ryanair στους αερολιμένες αυτούς. Συγκεκριμένα, από την εν λόγω μελέτη προκύπτουν σημαντικές διαφορές μεταξύ, αφενός, της κίνησης στον αερολιμένα της Nîmes και, αφετέρου, της κίνησης στους αερολιμένες του Prestwick (καθ’ όλο το διάστημα που εξετάστηκε), του Bournemouth και του Knock (κατά το τελευταίο τμήμα της περιόδου που εξετάστηκε).
247
Ομοίως, σχετικά με το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι, όσον αφορά την παράμετρο της ευημερίας της γύρω περιοχής, στη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 παρατίθενται δεδομένα για τον αερολιμένα του Knock σε περιφερειακό επίπεδο, προς σύγκριση του ετήσιου ακαθάριστου προϊόντος ανά κάτοικο, έστω και αν η εκτίμηση του μηνιαίου εισοδήματος αφορά την Ιρλανδία συνολικά, διαπιστώνεται ότι το επιχείρημα αυτό δεν είναι ικανό να ανατρέψει τις σχετικές με ορισμένες άλλες παραμέτρους διαπιστώσεις της Επιτροπής.
248
Κατά συνέπεια, παρά τις διαπιστώσεις που εκτίθενται στη σκέψεις 242 και 243 ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, βάσει όλων των στοιχείων, συνολικά εξεταζόμενων, δηλαδή την ύπαρξη αξιόπιστων στοιχείων αναφοράς και τις παραμέτρους που παρατίθενται στην αιτιολογική σκέψη 365 της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνιστά πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης η απόρριψη εκ μέρους της Επιτροπής του δείγματος των συγκρίσιμων αερολιμένων που προτάθηκε με τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012.
249
Όσον αφορά το επιχείρημα των προσφευγουσών ότι η Επιτροπή δεν επιδίωξε να αντλήσει πληροφορίες από άλλους αερολιμένες οι οποίοι είναι ιδιωτικοί ή των οποίων την εκμετάλλευση ασκούν ιδιώτες, προκειμένου να εξεύρει κριτήρια σύγκρισης, επισημαίνεται ότι η αιτίαση αυτή αφορά την έκταση της έρευνας που υποχρεούται να διενεργήσει η Επιτροπή για την εφαρμογή, στις επίμαχες συμβάσεις, του κριτηρίου της επιχείρησης που ενεργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς.
250
Κατά τη νομολογία, η Επιτροπή έχει την υποχρέωση, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, να λάβει υπόψη κατά την αξιολόγηση ενός μέτρου, όλα τα κρίσιμα στοιχεία και το πλαίσιο εντός του οποίου ελήφθη (βλ., συναφώς, απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2008, Ryanair κατά Επιτροπής, T‑196/04, EU:T:2008:585, σκέψη 59).
251
Συναφώς, πρέπει να λογίζεται ως κρίσιμο κάθε στοιχείο δυνάμενο να ασκήσει επιρροή κατά τρόπο μη αμελητέο στη λήψη απόφασης εκ μέρους ενός συνετού και επιμελούς ιδιώτη επιχειρηματία ο οποίος ενεργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς και ευρίσκεται στην πλησιέστερη κατά το δυνατόν κατάσταση με το οικείο κράτος μέλος (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Frucona Košice κατά Επιτροπής, C-300/16 P, EU:C:2017:706, σκέψη 60).
252
Υπενθυμίζεται, επίσης, ότι η νομιμότητα απόφασης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων πρέπει να εκτιμάται από το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης ανάλογα με τα πληροφοριακά στοιχεία που μπορούσε να έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή όταν έλαβε τη σχετική απόφαση (απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Frucona Košice κατά Επιτροπής, C-300/16 P, EU:C:2017:706, σκέψη 70).
253
Τα πληροφοριακά στοιχεία, όμως, τα οποία «μπορούσε να έχει στη διάθεσή της» η Επιτροπή περιλαμβάνουν τα στοιχεία που είναι κρίσιμα για την εκτίμηση στην οποία πρέπει να προβεί το εν λόγω θεσμικό όργανο σύμφωνα με την υπομνησθείσα στη σκέψη 251 νομολογία και τα οποία θα μπορούσαν, κατόπιν αιτήματός της, να της προσκομισθούν κατά τη διοικητική διαδικασία (βλ., συναφώς, απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 2017, Επιτροπή κατά Frucona Košice, C‑300/16 P, EU:C:2017:706, σκέψη 71).
254
Εν προκειμένω, επισημαίνεται, πρώτον, ότι η Επιτροπή υπενθύμισε, με την αιτιολογική σκέψη 378 της προσβαλλόμενης απόφασης, τις αμφιβολίες που είχε διατυπώσει με τις κατευθυντήριες γραμμές του 2014 όσον αφορά το εάν είναι πράγματι δυνατόν να προσδιοριστεί ένα ενδεδειγμένο στοιχείο σύγκρισης για τον καθορισμό μιας αξιόπιστης τιμής της αγοράς για τις παρεχόμενες από τους αερολιμένες υπηρεσίες. Η Επιτροπή αναφέρει, πάντως, στις παραγράφους 56 έως 58 των εν λόγω κατευθυντηρίων γραμμών, ότι η μεγάλη πλειονότητα των αερολιμένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης λαμβάνει δημόσια χρηματοδότηση, ότι οι δημόσιες αρχές θεωρούν κατά παράδοση τους αερολιμένες κρατικής ιδιοκτησίας ως υποδομές που διευκολύνουν την τοπική ανάπτυξη και όχι ως επιχειρήσεις που λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς, ότι οι τιμές των εν λόγω αερολιμένων κατά κανόνα δεν καθορίζονται σε σχέση με εκτιμήσεις της αγοράς, αλλά κατ’ ουσίαν βάσει εκτιμήσεων κοινωνικού χαρακτήρα ή σχετιζόμενων με την περιφερειακή πολιτική, και ότι ακόμη και οι τιμές που χρεώνονται από τους αερολιμένες που τελούν υπό ιδιωτική ιδιοκτησία ενδέχεται να επηρεάζονται έντονα από τις τιμές που χρεώνονται από την πλειονότητα των κρατικά επιδοτούμενων αερολιμένων. Επομένως, ακόμη και αν, όπως εξήγησε η Επιτροπή κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, δεν μπορεί να αποκλειστεί η δυνατότητα εξεύρεσης επαρκούς αριθμού συγκρίσιμων αερολιμένων, εντούτοις η Επιτροπή εκτίμησε ότι, βάσει της παραγράφου 61 των κατευθυντήριων γραμμών του 2014, η ανάλυση της πρόσθετης αποδοτικότητας αποτελεί το πλέον σημαντικό κριτήριο για την αξιολόγηση των επίμαχων συμβάσεων.
255
Δεύτερον, υπενθυμίζεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή ανέφερε ως στοιχεία που δικαιολογούν τη μη εφαρμογή της μεθόδου της συγκριτικής ανάλυσης τις διαφορές όσον αφορά τη διάρθρωση δαπανών και εσόδων μεταξύ των αερολιμένων και την περιορισμένη δυνατότητα σύγκρισης των συναλλαγών μεταξύ αερολιμένων (αιτιολογικές σκέψεις 362 και 363 της προσβαλλόμενης απόφασης).
256
Τρίτον, επισημαίνεται ότι, με την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας, η Επιτροπή ζήτησε από τους ενδιαφερομένους να υποβάλουν παρατηρήσεις, επισημαίνοντας περαιτέρω, με την εν λόγω απόφαση, ότι οι γαλλικές αρχές δεν προσκόμισαν κανένα συγκριτικό στοιχείο που να καθιστά δυνατό να εκτιμηθεί εάν η τιμή που κατέβαλλε η Ryanair αντιστοιχούσε στη συνήθη τιμή της αγοράς.
257
Κατά τη διοικητική διαδικασία, η Ryanair προσκόμισε τη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012, παραθέτοντας δείγμα συγκρίσιμων αερολιμένων.
258
Απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οι κατευθυντήριες γραμμές του 2014 προβλέπουν μεν τη δυνατότητα διενέργειας συγκριτικής ανάλυσης, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση δεν θα ήταν δυνατόν, βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, να διενεργηθεί τέτοια ανάλυση κατά τρόπο λυσιτελή.
259
Τέταρτον, όπως αναφέρει η Επιτροπή, για την αξιολόγηση των τελών των αερολιμενικών υπηρεσιών, πρέπει να ληφθούν υπόψη όχι μόνον οι τιμές που δημοσιεύονται, αλλά και η πληθώρα των επιστροφών που συμφωνούνται με κάθε αεροπορική εταιρία, καθώς και όλες οι συμβάσεις παροχής υπηρεσιών μάρκετινγκ. Κατά κανόνα, οι πληροφορίες αυτές είναι εμπιστευτικές και η Επιτροπή δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτές.
260
Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν ήταν προδήλως εσφαλμένη η επιλογή της Επιτροπής να διενεργήσει, εν προκειμένω, ανάλυση της πρόσθετης αποδοτικότητας, αντί για συγκριτική ανάλυση, χωρίς να επιδιώξει, στο πλαίσιο της έρευνάς της, να προσεγγίσει αερολιμένες ιδιωτικούς ή των οποίων την εκμετάλλευση ασκούν ιδιώτες, προκειμένου να εντοπίσει αερολιμένες συγκρίσιμους με τον αερολιμένα της Nîmes και να εξεύρει από αυτούς δείγμα συγκρίσιμων συναλλαγών.
261
Βάσει των προεκτεθέντων, κρίνεται, συνεπώς, απορριπτέα η αιτίαση με την οποία, αφενός, χαρακτηρίζεται ως εσφαλμένη η εκτίμηση της Επιτροπής ότι τα στοιχεία που προσκόμισε η Ryanair δεν αποδεικνύουν ότι οι αερολιμένες που περιλαμβάνονται στη μελέτη της 28ης Σεπτεμβρίου 2012 ήταν αρκούντως συγκρίσιμοι με τον αερολιμένα της Nîmes και, αφετέρου, χαρακτηρίζεται ως ελλιπής η σχετική αιτιολογία.
5) Επί της αιτιάσεως σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή παρέλειψε εσφαλμένως να διενεργήσει «κοινή» συγκριτική ανάλυση
262
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, στο πλαίσιο της συγκριτικής ανάλυσης, οι πληρωμές στην AMS για τις υπηρεσίες μάρκετινγκ έπρεπε να αφαιρεθούν από τα αερολιμενικά τέλη που κατέβαλλε η Ryanair, ήταν πάντως εσφαλμένη η επιλογή της Επιτροπής να μη διενεργήσει «κοινή» συγκριτική ανάλυση. Προσκόμισαν μελέτη της 2ας Φεβρουαρίου 2016, καταρτισθείσα από τον οικονομικό σύμβουλό τους, η οποία περιέχει τέτοια ανάλυση και σύμφωνα με την οποία τα καθαρά αερολιμενικά τέλη που κατέβαλλε η Ryanair στον αερολιμένα της Nîmes, συνυπολογιζομένων των ποσών που εισέπραττε η AMS στο πλαίσιο των συμβάσεων παροχής υπηρεσιών μάρκετινγκ, υπερέβαιναν τον μέσο όρο των καθαρών τελών που καταβάλλονταν στους συγκρίσιμους αερολιμένες είτε ανά επιβάτη είτε ανά δρομολόγιο.
263
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη τυχόν πραγματικά ή νομικά στοιχεία που θα μπορούσαν να της είχαν προσκομιστεί κατά τη διοικητική διαδικασία, αλλά δεν προσκομίστηκαν, εφόσον η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εξετάζει αυτεπαγγέλτως και στηριζόμενη σε εικασίες ποια στοιχεία θα μπορούσαν να της είχαν υποβληθεί (αποφάσεις της 2ας Απριλίου 1998, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, C-367/95 P, EU:C:1998:154, σκέψη 60, και της 14ης Ιανουαρίου 2004, Fleuren Compost κατά Επιτροπής, T-109/01, EU:T:2004:4, σκέψη 49). Εξάλλου, κατά τη νομολογία, η νομιμότητα απόφασης στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων πρέπει να εκτιμάται από τον δικαστή της Ένωσης βάσει των πληροφοριακών στοιχείων που είχε στη διάθεσή της η Επιτροπή όταν έλαβε τη σχετική απόφαση (βλ. σκέψη 252 ανωτέρω).
264
Ωστόσο, η Επιτροπή οφείλει να προβαίνει σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση των προσβαλλόμενων μέτρων, ώστε να έχει στη διάθεσή της, κατά την έκδοση της τελικής απόφασης, τα κατά το δυνατόν πληρέστερα και πλέον αξιόπιστα στοιχεία για τον σκοπό αυτόν (αποφάσεις της 2ας Σεπτεμβρίου 2010, Επιτροπή κατά Scott, C-290/07 P, EU:C:2010:480, σκέψη 90, και της 16ης Μαρτίου 2016, Frucona Košice κατά Επιτροπής, T-103/14, EU:T:2016:152, σκέψη 141).
265
Εν προκειμένω, υπενθυμίζεται ότι, με την απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας, η Επιτροπή διατύπωσε την εκτίμηση ότι, κατά το στάδιο αυτό, έπρεπε, για την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, να εξετάσει από κοινού τις συμβάσεις παροχής αερολιμενικών υπηρεσιών και τις συμβάσεις παροχής υπηρεσιών μάρκετινγκ.
266
Ωστόσο, οι προσφεύγουσες επικαλούνται μια κοινή συγκριτική ανάλυση των αερολιμενικών τελών, χωρίς τα καταβληθέντα για τις υπηρεσίες μάρκετινγκ ποσά, την οποία διενήργησε ο οικονομικός σύμβουλός τους με τη μελέτη της 2ας Φεβρουαρίου 2016, η οποία προσκομίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, συνεπώς, να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη την ανάλυση αυτή.
267
Επιπλέον, για τους λόγους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 254 έως 260 ανωτέρω, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να προβεί και σε άλλες ενέργειες, αναζητώντας στοιχεία με σκοπό τη διενέργεια κοινής συγκριτικής ανάλυσης.
268
Κρίνεται, συνεπώς, απορριπτέα η αιτίαση των προσφευγουσών σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή παρέλειψε εσφαλμένως να διενεργήσει «κοινή» συγκριτική ανάλυση.
[παραλειπόμενα]
3. Επί του τρίτου σκέλους, σχετικά με προδήλως εσφαλμένες εκτιμήσεις και ανεπαρκή αιτιολογία όσον αφορά την ανάλυση της πρόσθετης αποδοτικότητας
[παραλειπόμενα]
β) Επί της αιτιάσεως σχετικά με τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκε η απόφαση των διαχειριστών του αερολιμένα της Nîmes να συνάψουν τις επίμαχες συμβάσεις
[παραλειπόμενα]
γ) Επί της αιτιάσεως σχετικά με την άρνηση συνεκτίμησης του ενδεχομένου να πραγματοποιήθηκε η αγορά μέρους των υπηρεσιών μάρκετινγκ για σκοπούς γενικού συμφέροντος
[παραλειπόμενα]
δ) Επί της αιτιάσεως με την οποία χαρακτηρίζεται εσφαλμένη η διαπίστωση ότι η SMAN και η VTAN αποτελούν ενιαία οντότητα
372
Οι προσφεύγουσες χαρακτηρίζουν εσφαλμένη την εκτίμηση της Επιτροπής ότι η VTAN και η SMAN αποτελούσαν ενιαία οντότητα, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κριτηρίου της επιχείρησης που ενεργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Η διαπίστωση της Επιτροπής ότι η ύπαρξη σχέσης κυριότητας δεν συνιστά αναγκαία προϋπόθεση και ότι αρκεί η ύπαρξη άλλων οικονομικών δεσμών μεταξύ των δύο αυτών φορέων είναι απόρροια εσφαλμένης ερμηνείας της νομολογίας και προδήλως εσφαλμένης εκτίμησης.
373
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι έχει κριθεί ότι, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, απαιτείται η εξέταση της εμπορικής πράξης στο σύνολό της προκειμένου να ελεγχθεί αν η κρατική οντότητα και η ελεγχόμενη απ’ αυτήν οντότητα ενήργησαν ορθολογικά υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή υπέχει την υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη, κατά την αξιολόγηση των επίμαχων μέτρων, όλα τα κρίσιμα στοιχεία, καθώς και το πλαίσιο στο οποίο αυτά εντάσσονται, περιλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την κατάσταση της αρχής ή των αρχών που εξέδωσαν τα επίδικα μέτρα (βλ. απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 2008, Ryanair κατά Επιτροπής, T‑196/04, EU:T:2008:585, σκέψη 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
374
Εν προκειμένω, μολονότι δεν υπήρχε σχέση κυριότητας μεταξύ της SMAN και της VTAN, η Επιτροπή εντούτοις διαπίστωσε, με τις αιτιολογικές σκέψεις 277 έως 299 της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η SMAN ασκούσε αποφασιστική επιρροή στις αποφάσεις της VTAN έναντι των προσφευγουσών.
375
Υπό τις συνθήκες αυτές, διαπιστώνεται ότι ήταν ορθή η εκτίμηση της Επιτροπής ότι υφίστανται μεταξύ SMAN και VTAN δεσμοί αρκούντως στενοί, ώστε οι συμπεριφορές τους να εξετάζονται από κοινού όσον αφορά τις σχέσεις τους με τις προσφεύγουσες για τους σκοπούς της εφαρμογής του κριτηρίου της επιχείρησης που ενεργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς (αιτιολογικές σκέψεις 307 έως 309 της προσβαλλόμενης απόφασης).
376
Κρίνεται, συνεπώς, απορριπτέα η αιτίαση με την οποία οι προσφεύγουσες χαρακτηρίζουν εσφαλμένη τη διαπίστωση ότι η SMAN και η VTAN αποτελούν ενιαία οντότητα.
[παραλειπόμενα]
στ) Επί της αιτιάσεως σχετικά με την άρνηση συνεκτίμησης των ευρύτερων πλεονεκτημάτων που απορρέουν από τις σχέσεις του αερολιμένα της Nîmes με τη Ryanair
[παραλειπόμενα]
ζ) Επί της αιτιάσεως η οποία αφορά την παράλειψη ελέγχου των στοιχείων που γνωστοποιήθηκαν από τον αερολιμένα της Nîmes και τη μη διενέργεια σύγκρισης με έναν αερολιμένα με χρηστή διαχείριση
415
Οι προσφεύγουσες προβάλλουν ότι η Επιτροπή δεν ήλεγξε, ως όφειλε, τα σχετικά με το κόστος στοιχεία που γνωστοποίησε ο αερολιμένας της Nîmes και δεν τα συνέκρινε με τα συνήθη αντίστοιχα στοιχεία ενός αερολιμένα με ορθή διαχείριση. Εν προκειμένω, οι πρόσθετες λειτουργικές δαπάνες του αερολιμένα της Nîmes, όπως αυτές παρατίθενται από την Επιτροπή στην προσβαλλόμενη απόφαση, ήταν κατά πολύ υψηλότερες από αυτές που διαπίστωσε το εν λόγω θεσμικό όργανο σε άλλες υποθέσεις, με συνέπεια η διαχείριση του συγκεκριμένου αερολιμένα να παρουσιάζεται ως υπερβολικά αναποτελεσματική. Συνεπώς, οι δαπάνες αυτές δεν αντιστοιχούν στις δαπάνες της αγοράς με τις οποίες επιβαρύνεται ένας αερολιμένας με αποτελεσματική διαχείριση και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να χρησιμεύσουν ως στοιχεία αναφοράς, προκειμένου να εκτιμηθεί εάν η Ryanair είχε αποκομίσει πλεονέκτημα το οποίο δεν θα είχε αποκομίσει μια επιχείρηση που ενεργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς.
416
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, εναπόκειται στην Επιτροπή να εκτιμήσει εάν μια επιχείρηση που ενεργεί ορθολογικά υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, ευρισκόμενη σε κατάσταση κατά το δυνατόν πλησιέστερη σε αυτήν του οικείου δημοσίου φορέα, θα λάμβανε το συγκεκριμένο μέτρο (βλ., συναφώς, απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF, C-124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 84). Πρέπει, επομένως, να ληφθεί υπόψη η διάρθρωση των πραγματικών δαπανών και εσόδων του δημοσίου φορέα του οποίου η συμπεριφορά συγκρίνεται με τη συμπεριφορά επιχείρησης που ενεργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς.
417
Εν προκειμένω, έπεται ότι, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να ελέγξει, στο πλαίσιο της εφαρμογής του κριτηρίου της επιχείρησης που ενεργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς, εάν οι πρόσθετες λειτουργικές δαπάνες και τα έσοδα του αερολιμένα της Nîmes ήταν αντίστοιχα με τις λειτουργικές δαπάνες και τα έσοδα που θα προσδοκούσε ένας μέσος αερολιμένας ή ένας αερολιμένας με ορθή και αποτελεσματική διαχείριση. Συνεπώς, η Επιτροπή μπορούσε, χωρίς να υποπέσει σε πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης, να λάβει υπόψη της τις πραγματικές προβλεπόμενες δαπάνες και έσοδα του αερολιμένα της Nîmes, προκειμένου να εκτιμήσει εάν οι προσφεύγουσες είχαν αποκομίσει οικονομικό πλεονέκτημα.
418
Για τους ίδιους λόγους, η Επιτροπή δεν ήταν επίσης υποχρεωμένη να λάβει υπόψη της τις δαπάνες που διαπιστώθηκαν σε άλλους αερολιμένες, εκτός εκείνου της Nîmes.
419
Εξάλλου, η αξιολόγηση βάσει των πραγματικών αριθμητικών στοιχείων των δαπανών και των εσόδων μιας δημόσιας επιχείρησης θα προσέκρουε στην επιταγή του άρθρου 107, παράγραφος 1 ΣΛΕΕ, το οποίο δεν προβλέπει διαχωρισμό ανάλογα με τις αιτίες ή τους σκοπούς των κρατικών παρεμβάσεων ενός δημοσίου φορέα, αλλά τις ορίζει με γνώμονα τα αποτελέσματά τους (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, Επιτροπή κατά EDF, C‑124/10 P, EU:C:2012:318, σκέψη 77).
420
Κατά συνέπεια, δεν συνιστά πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε εάν τα παρασχεθέντα από τον αερολιμένα της Nîmes στοιχεία σχετικά με τις δαπάνες και τα έσοδα αντιστοιχούν σε αυτά που κατά κανόνα αναμένονται από έναν αερολιμένα με ορθή και αποτελεσματική διαχείριση.
421
Επομένως, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
422
Κατά συνέπεια, η προσφυγή κρίνεται απορριπτέα στο σύνολό της, χωρίς να είναι απαραίτητο να εξεταστεί το αίτημα των προσφευγουσών για λήψη μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας, κατά το μέρος που το αίτημα αφορά άλλα μέτρα πέραν εκείνων που ήδη διατάχθηκαν.
IV. Επί των δικαστικών εξόδων
423
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν, πρέπει να καταδικαστούν να φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα καθώς και τα έξοδα της Επιτροπής, σύμφωνα με το σχετικό αίτημά της.
424
Η Επιτροπή φέρει τα δικαστικά έξοδά της, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Η Ryanair DAC και η Airport Marketing Services Ltd φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους, καθώς και τα δικαστικά έξοδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
3)
Το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Berardis
Παπασάββας
Spielmann
Csehi
Spineanu-Matei
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 13 Δεκεμβρίου 2018.
(υπογραφές)
[παραλειπόμενα]
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική
( 1 ) Παρατίθενται μόνον οι σκέψεις των οποίων η δημοσίευση κρίνεται σκόπιμη από το Γενικό Δικαστήριο.
Amtliche Sprachfassungen
Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.
ČeštinaΕλληνικάEnglishEspañolFrançaisItalianoNederlandsPolskiPortuguêsRomână