EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union
Προσφυγή ακυρώσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Πώληση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού τα οποία εκμεταλλεύεται επιχείρηση ή ανήκουν σε αυτή, στο πλαίσιο προγράμματος ιδιωτικοποιήσεως – Έλλειψη οικονομικής συνέχειας – Προσφυγή ασκηθείσα από τη δικαιούχο της ενισχύσεως – Έλλειψη εννόμου συμφέροντος – Απαράδεκτο
ECLI: ECLI:EU:T:2018:55
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 1ης Φεβρουαρίου 2018 (*)
«Προσφυγή ακυρώσεως – Κρατικές ενισχύσεις – Πώληση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού τα οποία εκμεταλλεύεται επιχείρηση ή ανήκουν σε αυτή, στο πλαίσιο προγράμματος ιδιωτικοποιήσεως – Έλλειψη οικονομικής συνέχειας – Προσφυγή ασκηθείσα από τη δικαιούχο της ενισχύσεως – Έλλειψη εννόμου συμφέροντος – Απαράδεκτο»
Στην υπόθεση T‑412/14,
Λάρκο Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική ΑΕ, με έδρα την Αθήνα (Ελλάδα), εκπροσωπούμενη από τους Ι. Δρυλλεράκη, Ν. Κορογιαννάκη, Η. Σουφλερό, Ευ. Τριανταφύλλου, Γ. Ψαρουδάκη και Ε. Ράντο, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους Α. Μπουχάγιαρ, É. Gippini Fournier και B. Stromsky,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, ακυρώσεως της αποφάσεως C(2014) 1805 της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 2014, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.37954 (2013/N) – Ελλάδα – Πώληση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού της Λάρκο Γενικής Μεταλλευτικής και Μεταλλουργικής ΑΕ (ΕΕ 2014, C 156, σ. 1),
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Berardis, πρόεδρο, D. Spielmann και Z. Csehi (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 26ης Ιανουαρίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1 Η προσφεύγουσα Λάρκο Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική ΑΕ (στο εξής: Λάρκο ή προσφεύγουσα) είναι επιχείρηση που εξειδικεύεται στην εξόρυξη και επεξεργασία μεταλλεύματος λατερίτη, την εξόρυξη λιγνίτη και την παραγωγή σιδηρονικελίου και υποπροϊόντων του.
2 Στο πλαίσιο της ιδιωτικοποιήσεως της προσφεύγουσας και λαμβανομένης υπόψη της επίσημης διαδικασίας ελέγχου όσον αφορά μέτρα κρατικής ενισχύσεως υπέρ της εν λόγω επιχειρήσεως, η οποία εκκρεμούσε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών και εν συνεχεία αποτέλεσε το αντικείμενο της αποφάσεως 2014/539/ΕΕ της Επιτροπής, της 27ης Μαρτίου 2014, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.34572 (2013/C) (πρώην 13/NN) που χορήγησε η Ελλάδα στη Λάρκο Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική ΑΕ (ΕΕ 2014, L 254, σ. 24, στο εξής: αρνητική απόφαση), απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε προσφυγή στο πλαίσιο της υποθέσεως T‑423/14, Λάρκο κατά Επιτροπής, οι ελληνικές αρχές κοινοποίησαν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το σχέδιο πωλήσεως ορισμένων εκ των στοιχείων του ενεργητικού της επιχειρήσεως αυτής και την υπαγωγή σε καθεστώς πτωχεύσεως του υπολοίπου της ιδίας επιχειρήσεως (στο εξής: σχέδιο μεταβιβάσεως). Ζήτησαν επίσης από την Επιτροπή να επιβεβαιώσει ότι υποχρέωση επιστροφής που ενδεχομένως θα επιβαλλόταν στην οικεία επιχείρηση, στο πλαίσιο της προμνημονευθείσας διαδικασίας, δεν θα αφορούσε τους αγοραστές των στοιχείων του ενεργητικού τα οποία θα μεταβιβασθούν στο πλαίσιο του σχεδίου μεταβιβάσεως.
3 Το σχέδιο μεταβιβάσεως προέβλεπε τους ακόλουθους δύο διαγωνισμούς:
– τον διαγωνισμό A, σχετικά με την πώληση του μεταλλουργικού εργοστασίου της Λάρυμνας και ποσοστού περίπου 40 % των δικαιωμάτων επί των ορυχείων λατερίτη του Αγίου Ιωάννου (Ελλάδα). Οι ελληνικές αρχές δεσμεύθηκαν να μην επιτρέψουν τη συμμετοχή των μετόχων της προσφεύγουσας ή των θυγατρικών τους στον διαγωνισμό αυτό·
– τον διαγωνισμό Β, σχετικά με την πώληση ποσοστού 73 % των δικαιωμάτων εξορύξεως λατερίτη στην Εύβοια (Ελλάδα) και το 100 % των δικαιωμάτων εξορύξεως λατερίτη στην Καστοριά (Ελλάδα). Η προσφεύγουσα διαβεβαίωσε ότι οι μέτοχοί της ή οι θυγατρικές τους δεν θα συμμετείχαν στον διαγωνισμό αυτό.
4 Οι δύο διαγωνισμοί ήταν μεταξύ τους αυτοτελείς, προέβλεπαν όμως ρήτρα η οποία καλείται και ρήτρα εκατέρωθεν πλειοδοσίας ή ρήτρα «shoot-out», κατά την οποία ο πλειοδότης εκάστου διαγωνισμού είχε το δικαίωμα να πλειοδοτήσει και στον έτερο διαγωνισμό, μέχρι να επιτευχθεί η υψηλότερη δυνατή προσφορά σε καθέναν από τους δύο διαγωνισμούς αυτούς. Επιπλέον, κανείς από τους δύο διαγωνισμούς δεν επέβαλλε στον αγοραστή υποχρέωση να συνεχίσει να απασχολεί τους εργαζομένους της προσφεύγουσας.
5 Το σχέδιο μεταβιβάσεως προέβλεπε επίσης ότι, κατόπιν της ολοκληρώσεως των δύο διαγωνισμών, η προσφεύγουσα θα κηρυσσόταν σε πτώχευση και τα στοιχεία του ενεργητικού της θα μεταβιβάζονταν στο πλαίσιο διαδικασίας εκκαθαρίσεως.
6 Στις 27 Μαρτίου 2014 η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση C(2014) 1805, της 27ης Μαρτίου 2014, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.37954 (2013/N) – Ελλάδα – Πώληση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού της Λάρκο Γενικής Μεταλλευτικής και Μεταλλουργικής ΑΕ (ΕΕ 2014, C 156, σ. 1, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση).
7 Με το πρώτο σκέλος της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι το σχέδιο μεταβιβάσεως δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση υπέρ της προσφεύγουσας ή των αγοραστών της, δεδομένου ότι οι ελληνικές αρχές είχαν δεσμευθεί να μεταβιβάσουν τα στοιχεία του ενεργητικού στον πλειοδότη μέσω διαδικασίας ανοιχτών, διαφανών, μη ενεχόντων διακρίσεις και μη προβλεπόντων πρόσθετους όρους διαγωνισμών.
8 Με το δεύτερο σκέλος της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο χαρακτηρίζεται ως απόφαση sui generis από την Επιτροπή, το εν λόγω θεσμικό όργανο αποφάνθηκε ότι ενδεχόμενη υποχρέωση επιστροφής της κρατικής ενισχύσεως που θα επιβαλλόταν βάσει της διαδικασίας η οποία εκκρεμούσε κατά τον χρόνο εκείνο και η οποία περατώθηκε με την έκδοση της αποφάσεως 2014/539 δεν καταλάμβανε και τους αγοραστές των στοιχείων του ενεργητικού της προσφεύγουσας τα οποία αποτελούσαν αντικείμενο των δύο επίμαχων διαγωνισμών, διότι, λαμβανομένου υπόψη του αθροίσματος των στοιχείων ενεργητικού που θα πωλούνταν μέσω των διαγωνισμών αυτών, δεν υπήρχε οικονομική συνέχεια μεταξύ της προσφεύγουσας και των εν λόγω αγοραστών για τους εξής λόγους:
– πρώτον, το αντικείμενο των προς πώληση στοιχείων του ενεργητικού ήταν περιορισμένο σε σχέση με αυτό της προσφεύγουσας και την προηγούμενη δραστηριότητά της·
– δεύτερον, οι όροι των εν λόγω διαγωνισμών καθιστούσαν δυνατή την πώληση με τίμημα σύμφωνο με τις συνθήκες της αγοράς·
– τρίτον, λαμβανομένης υπόψη της δεσμεύσεως των ελληνικών αρχών και της προσφεύγουσας περί του ότι οι διαγωνισμοί αυτοί απέκλειαν τη συμμετοχή οποιασδήποτε οντότητας είχε οικονομική ή εταιρική σχέση με τη δεύτερη, οι αγοραστές ήταν οντότητες ανεξάρτητες από την προσφεύγουσα·
– τέταρτον, ανεξαρτήτως της εκβάσεως της διαδικασίας η οποία περατώθηκε εν συνεχεία με την έκδοση της αποφάσεως 2014/539, το σχέδιο μεταβιβάσεως δεν είχε ως αποτέλεσμα την καταστρατήγηση ενδεχόμενης αποφάσεως περί επιστροφής· και
– πέμπτον, καθόσον οι επίμαχοι διαγωνισμοί δεν αφορούσαν το σύνολο των δραστηριοτήτων της προσφεύγουσας, η οικονομική λογική της πράξεως συνίστατο στο να καταστήσει δυνατή την εκ μέρους των νέων κυρίων χρήση των στοιχείων ενεργητικού που θα αποκτούσαν από την προσφεύγουσα υπό διαφορετικούς όρους, χωρίς να συνεχίσουν να ακολουθούν τη στρατηγική της.
9 Η Επιτροπή αποφάσισε, κατόπιν των ανωτέρω, τα εξής:
«– η κοινοποιηθείσα πώληση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού της [Λάρκο] δεν συνιστά κρατική ενίσχυση·
– η κοινοποιηθείσα πώληση ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού της [Λάρκο] δεν συνεπάγεται οικονομική συνέχεια μεταξύ της [Λάρκο] και του/των κυρίου/κυρίων των στοιχείων του ενεργητικού που αποτελούν αντικείμενο των [επίμαχων] [δ]ιαγωνισμών. Ως εκ τούτου, η όποια πιθανή επιστροφή μη συμβατών κρατικών ενισχύσεων δεν θα αφορά και τον/τους αγοραστή/αγοραστές των στοιχείων του ενεργητικού που θα πωληθούν μέσω των [εν λόγω δ]ιαγωνισμών […].»
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
10 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 6 Ιουνίου 2014, η προσφεύγουσα άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
11 Στις 30 Οκτωβρίου 2014 η Επιτροπή κατέθεσε το υπόμνημά της αντικρούσεως. Τα υπομνήματα απαντήσεως και ανταπαντήσεως κατατέθηκαν εμπροθέσμως.
12 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Οκτωβρίου 2014, η Ελληνική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Εταιρία Λαρύμνης Λάρκο ΑΕ ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα δίκη προς στήριξη των αιτημάτων της προσφεύγουσας. Η αίτηση παρεμβάσεως απορρίφθηκε με διάταξη της 11ης Ιουνίου 2015, Λάρκο κατά Επιτροπής (T‑412/14, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:431). Αίτηση αναιρέσεως της διατάξεως αυτής απορρίφθηκε, επίσης, με διάταξη της 6ης Οκτωβρίου 2015, Μεταλλευτική και Μεταλλουργική Εταιρία Λαρύμνης Λάρκο κατά Επιτροπής [C‑362/15 P(I), EU:C:2015:682].
13 Με απόφαση του προέδρου του ενάτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 3ης Σεπτεμβρίου 2015, η διαδικασία ανεστάλη μέχρι το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση περατώνουσα τη δίκη επί της υποθέσεως C‑362/15 P(I). Η διαδικασία επαναλήφθηκε στις 16 Οκτωβρίου 2015.
14 Κατόπιν μεταβολής της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 27, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο έκτο τμήμα, στο οποίο και ανατέθηκε, κατά συνέπεια, η υπό κρίση υπόθεση.
15 Στο πλαίσιο μέτρου οργανώσεως της διαδικασίας, το οποίο ελήφθη στις 4 Νοεμβρίου 2016 βάσει του άρθρου 89, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι διάδικοι κλήθηκαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους επί των συνεπειών που πρέπει να συναχθούν, στην υπό κρίση υπόθεση, από την απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑33/14 P, EU:C:2015:609). Οι διάδικοι ανταποκρίθηκαν εμπροθέσμως στο αίτημα αυτό.
16 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
17 Η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή, επικουρικώς, ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
18 Προς στήριξη της προσφυγής, η προσφεύγουσα προβάλλει τρεις λόγους ακυρώσεως. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται παράβαση του άρθρου 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με τον δεύτερο λόγο προβάλλεται παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ και του άρθρου 14 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1). Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται έλλειψη αιτιολογίας.
19 Χωρίς να προβάλλει τυπικώς ένσταση απαραδέκτου, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος εκ μέρους της προσφεύγουσας.
20 Η προσφεύγουσα στηρίζει την εκ μέρους της ύπαρξη εν προκειμένω εννόμου συμφέροντος σε τρία επιχειρήματα. Πρώτον, η προσβαλλόμενη απόφαση εμφανίζει την προσφεύγουσα ως δεσμευθείσα σε σχέδιο ιδιωτικοποιήσεως το οποίο προβλέπει ότι θα τεθεί υπό πτώχευση. Δεύτερον, η εν λόγω απόφαση την ορίζει ως τη μόνη που υπέχει υποχρέωση επιστροφής της κρατικής ενισχύσεως και, τρίτον, η απόφαση αυτή, μνημονεύοντας ρητώς ότι η υλοποίηση του σχεδίου μεταβιβάσεως των στοιχείων του ενεργητικού δεν περιλαμβάνει και μεταφορά των συμβάσεων εργασίας στον αγοραστή, συνεπάγεται ότι η προσφεύγουσα θα πρέπει να εξακολουθήσει να απασχολεί τους εργαζομένους της, ακόμη και κατόπιν της υλοποιήσεως αυτής.
21 Κατά πάγια νομολογία, προσφυγή ακυρώσεως ασκηθείσα από φυσικό ή νομικό πρόσωπο είναι παραδεκτή μόνον καθόσον ο προσφεύγων έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως. Το συμφέρον αυτό προϋποθέτει ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως δύναται να έχει, αφεαυτής, έννομες συνέπειες και ότι, επομένως, η προσφυγή μπορεί, ως εκ του αποτελέσματός της, να ωφελήσει τον διάδικο που την άσκησε (βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑33/14 P, EU:C:2015:609, σκέψη 55 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22 Το έννομο συμφέρον του προσφεύγοντος πρέπει να είναι γεγενημένο και ενεστώς και δεν μπορεί να αφορά μελλοντική και υποθετική κατάσταση. Το συμφέρον αυτό πρέπει, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της προσφυγής, να υφίσταται κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής, άλλως η προσφυγή είναι απαράδεκτη, και να διατηρείται μέχρι την έκδοση της δικαστικής αποφάσεως, άλλως παρέλκει η έκδοση αποφάσεως (βλ. απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑33/14 P, EU:C:2015:609, σκέψεις 56 και 57 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
23 Από τη νομολογία προκύπτει, επίσης, ότι απόκειται στον προσφεύγοντα να αποδείξει ότι έχει έννομο συμφέρον (βλ. απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2015, HSH Investment Holdings Coinvest-C και HSH Investment Holdings FSO κατά Επιτροπής, T‑499/12, EU:T:2015:840, σκέψη 25 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
24 Το ζήτημα του εννόμου συμφέροντος της προσφεύγουσας πρέπει να εξετασθεί με γνώμονα τις ανωτέρω αρχές, λαμβανομένων υπόψη των επιχειρημάτων που προέβαλε και των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η εν λόγω.
25 Πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση την εμφανίζει ως δεσμευθείσα σε σχέδιο ιδιωτικοποιήσεως το οποίο προβλέπει ότι θα τεθεί υπό πτώχευση. Υποστηρίζει ότι διαφωνεί με το επίμαχο σχέδιο, το οποίο πλήττει την εμπορική πίστη της.
26 Αρκεί να επισημανθεί συναφώς ότι η δέσμευση της προσφεύγουσας σε σχέδιο ιδιωτικοποιήσεως το οποίο προβλέπει ότι θα τεθεί υπό πτώχευση δεν συνιστά αποτέλεσμα της προσβαλλομένης αποφάσεως αλλά της υλοποιήσεως, κατ’ εφαρμογήν των κανόνων του εθνικού δικαίου, του σχεδίου μεταβιβάσεως. Στην εν λόγω απόφαση, η Επιτροπή απλώς διαπιστώνει, αφενός, ότι δεν υφίστανται κρατικές ενισχύσεις λόγω της πωλήσεως ορισμένων στοιχείων του ενεργητικού της Λάρκο βάσει του σχεδίου μεταβιβάσεως και, αφετέρου, ότι δεν υφίσταται οικονομική συνέχεια μεταξύ της προσφεύγουσας και του αγοραστή των επίμαχων στοιχείων του ενεργητικού, διευκρινίζοντας ότι οποιαδήποτε ενδεχόμενη υποχρέωση επιστροφής μη συμβατών με την εσωτερική αγορά κρατικών ενισχύσεων δεν θα καταλαμβάνει και τον αγοραστή ή τους αγοραστές των επίμαχων στοιχείων ενεργητικού.
27 Ως εκ τούτου, μολονότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται στην υπόθεση ότι η προσφεύγουσα θα τεθεί υπό καθεστώς πτωχεύσεως, ουδόλως προδικάζει, αυτή καθαυτήν, τη δέσμευση της προσφεύγουσας σε σχέδιο ιδιωτικοποιήσεως το οποίο προβλέπει σχέδιο μεταβιβάσεως, αφενός, και τις συνέπειες της υλοποιήσεως του σχεδίου αυτού σε εθνικό επίπεδο, αφετέρου. Τούτο δεν έχει επιπτώσεις ούτε και ως προς την εμπορική φήμη της προσφεύγουσας.
28 Το υπό κρίση επιχείρημα της προσφεύγουσας, με το οποίο αυτή βάλλει στην πραγματικότητα κατά της υλοποιήσεως, κατ’ εφαρμογήν των κανόνων του εθνικού δικαίου, του σχεδίου μεταβιβάσεως, πρέπει, επομένως, να απορριφθεί ως αλυσιτελές.
29 Δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι έχει συμφέρον να περιορίζει τις οφειλές της, μολονότι τελεί υπό πτώχευση, και ότι, ως εκ τούτου, αντιθέτως προς ό,τι διαπιστώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, έχει έννομο συμφέρον να κατανεμηθεί το βάρος της υποχρεώσεως επιστροφής μεταξύ αυτής και του αγοραστή των στοιχείων του ενεργητικού που αποτελούν αντικείμενο του σχεδίου μεταβιβάσεως.
30 Το υπό κρίση επιχείρημα πρέπει, εντούτοις, να απορριφθεί.
31 Πράγματι, εν προκειμένω, η υποχρέωση επιστροφής των μη συμβατών με την κοινή αγορά ενισχύσεων, την οποία υπέχει η προσφεύγουσα, απορρέει από την αρνητική και όχι από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απλώς διαπιστώνεται ότι δεν υφίσταται οικονομική συνέχεια μεταξύ της προσφεύγουσας και των αγοραστών των επίμαχων στοιχείων ενεργητικού, στο πλαίσιο του σχεδίου μεταβιβάσεως, και, εξ αυτού, συνάγεται ότι η επιστροφή των μη συμβατών ενισχύσεων δεν μπορεί να αφορά τους αγοραστές.
32 Ως εκ τούτου, ακόμη και αν ακυρωνόταν η προσβαλλόμενη απόφαση, η προσφεύγουσα θα είχε πάντως την υποχρέωση να επιστρέψει το σύνολο των επίμαχων ενισχύσεων, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 1, της αρνητικής αποφάσεως.
33 Συναφώς, η προσφεύγουσα δεν αναπτύσσει κανένα ειδικό επιχείρημα ούτε προσκομίζει κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, προκειμένου να τεκμηριώσει την αιτίασή της ότι η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως θα καθιστούσε δυνατή την εξάλειψη ή την ελάφρυνση της υποχρεώσεώς της να επιστρέψει τις ενισχύσεις που κρίθηκαν μη συμβατές βάσει της αρνητικής αποφάσεως.
34 Επισημαίνεται, όμως, όπως υπογράμμισε και η Επιτροπή, ότι το ζήτημα της οικονομικής συνέχειας, επί του οποίου αποφάνθηκε το θεσμικό όργανο αυτό στην προσβαλλόμενη απόφαση, εγείρεται στην πράξη μόνον εφόσον η προσφεύγουσα αδυνατεί να επιστρέψει το σύνολο των μη συμβατών ενισχύσεων, προσαυξημένο με τόκους, τις οποίες αφορά η αρνητική απόφαση. Πράγματι, σε τέτοια περίπτωση, δεδομένου ότι η εγγραφή της απαιτήσεως περί επιστροφής των μη συμβατών με την εσωτερική αγορά ενισχύσεων στον πίνακα κατατάξεως δεν αρκεί, αφεαυτής, για να εξαλειφθεί η προκληθείσα από τη χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων στρέβλωση του ανταγωνισμού, είναι δυνατή η διεύρυνση της υποχρεώσεως ανακτήσεως έτσι ώστε να καταλαμβάνει και τους αγοραστές οι οποίοι εξακολουθούν να απολαύουν του πλεονεκτήματος ως προς τον ανταγωνισμό το οποίο συνδέεται με τη χορήγηση των εν λόγω ενισχύσεων (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 29ης Απριλίου 2004, Γερμανία κατά Επιτροπής, C‑277/00, EU:C:2004:238, σκέψεις 80 έως 86, και της 11ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑610/10, EU:C:2012:781, σκέψεις 104 έως 108).
35 Δηλαδή, ακόμη και αν υποτεθεί ότι, σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή διαπιστώνει την ύπαρξη οικονομικής συνέχειας μεταξύ της προσφεύγουσας και των αγοραστών των επίμαχων στοιχείων ενεργητικού, η προσφεύγουσα θα εξακολουθεί, παρ’ όλα αυτά, να υπέχει, πρωτίστως, την υποχρέωση επιστροφής των ενισχύσεων που κρίθηκαν μη συμβατές βάσει της αρνητικής αποφάσεως.
36 Ως εκ τούτου, η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν θα είχε ως αποτέλεσμα την ελάφρυνση του οικονομικού βάρους που φέρει η προσφεύγουσα βάσει της αρνητικής αποφάσεως.
37 Επιπροσθέτως, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, εάν είχε διαπιστωθεί οικονομική συνέχεια μεταξύ της προσφεύγουσας και των αγοραστών, οι υποψήφιοι αγοραστές θα αφαιρούσαν από την προσφερόμενη τιμή αγοράς το ποσό των προς ανάκτηση ενισχύσεων. Ως εκ τούτου, είτε κανείς υποψήφιος αγοραστής δεν θα προσέφερε θετική τιμή, με συνέπεια να έπαυε η προσφεύγουσα την οικονομική δραστηριότητά της, τα δε περιουσιακά στοιχεία της να παρέμεναν αδιάθετα, είτε κάποιος υποψήφιος αγοραστής θα προσέφερε θετική τιμή, πλην όμως μειωμένη κατά το ποσό των προς ανάκτηση ενισχύσεων και των σχετικών τόκων, για την καταβολή των οποίων θα ευθυνόταν, σε σχέση με την τιμή που θα προσέφερε αν δεν υφίστατο οικονομική συνέχεια.
38 Ως εκ τούτου, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ουδόλως θα επηρεαζόταν η οικονομική κατάστασή της από την έκβαση της υπό κρίση προσφυγής ακυρώσεως.
39 Συναφώς, η περίπτωση της προσφεύγουσας, που είναι δικαιούχος της ενισχύσεως, διαφέρει από εκείνη των προσφευγουσών στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής (C‑33/14 P, EU:C:2015:609), που ήταν ανταγωνίστριες της δικαιούχου επιχειρήσεως. Πράγματι, στην υπόθεση εκείνη, η ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως μπορούσε να έχει ως συνέπεια να θεωρηθεί δικαιούχος των ενισχύσεων η αγοράστρια και, ως εκ τούτου, να ωφελήσει τις προσφεύγουσες στο πλαίσιο ασκηθείσας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων αγωγής αποζημιώσεως (βλ., σχετικώς, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Mory κ.λπ. κατά Επιτροπής, C‑33/14 P, EU:C:2015:609, σκέψεις 73 έως 75). Τούτο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, καθόσον, αφενός, η προσφεύγουσα η ίδια είναι δικαιούχος της ενισχύσεως και όχι ανταγωνίστρια της δικαιούχου και, αφετέρου, δεν προέβαλε ότι εκκρεμεί ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων αγωγή αποζημιώσεως της οποίας η έκβαση θα μπορούσε να επηρεασθεί από την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
40 Τρίτον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, η Επιτροπή στηρίζει την εκτίμησή της περί μη υπάρξεως οικονομικής συνέχειας μεταξύ της προσφεύγουσας και των αγοραστών στο ότι η υλοποίηση του σχεδίου μεταβιβάσεως δεν περιλαμβάνει τη μεταφορά των συμβάσεων εργασίας στον αγοραστή, μολονότι η προσφεύγουσα έχει έννομο συμφέρον να γίνει δεκτό ότι οι συμβάσεις εργασίας μεταφέρονται στον εν λόγω αγοραστή.
41 Επισημαίνεται συναφώς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προδικάζει την εφαρμογή των εθνικών κανόνων και των κανόνων της Ένωσης περί ενδεχόμενης μεταφοράς του προσωπικού της προσφεύγουσας κατόπιν της υλοποιήσεως του σχεδίου μεταβιβάσεως. Όπως ρητώς διευκρινίζεται ιδίως στη σκέψη 54 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι δύο επίμαχοι διαγωνισμοί δεν περιλαμβάνουν καμία ειδική υποχρέωση επιβάλλουσα τη μεταφορά του προσωπικού ή τη μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας στους νέους ιδιοκτήτες, «πέραν όσων προβλέπονται από τη σχετική ενωσιακή ή εθνική νομοθεσία».
42 Επιπλέον, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποφαίνεται δεσμευτικώς ως προς τη μη μεταβίβαση των συμβάσεων εργασίας βάσει της οδηγίας 2001/23/ΕΚ του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, σχετικά με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων (ΕΕ 2001, L 82, σ. 16), αλλά ορίζει μόνον ότι η υποχρέωση επιστροφής των κρατικών ενισχύσεων τις οποίες αφορά η αρνητική απόφαση δεν καταλαμβάνει τους αγοραστές βάσει των στοιχείων του σχεδίου μεταβιβάσεως.
43 Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων και των περιστάσεων της υπό κρίση υποθέσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσφεύγουσα δεν απέδειξε το έννομο συμφέρον της εν προκειμένω.
44 Ως εκ τούτου, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Επί των δικαστικών εξόδων
45 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει τη Λάρκο Γενική Μεταλλευτική και Μεταλλουργική ΑΕ στα δικαστικά έξοδα.
Berardis
Spielmann
Csehi
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο την 1η Φεβρουαρίου 2018.
Ο Γραμματέας
Ο προεδρεύων
E. Coulon
Σ. Παπασάββας
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Amtliche Sprachfassungen
Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.
ΕλληνικάFrançais