Zum Inhalt springen

EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union

Κρατικές ενισχύσεις – Ενισχύσεις χορηγούμενες βάσει του ουγγρικού νόμου XCIV του 2014 σχετικά με την εισφορά υγείας των επιχειρήσεων καπνοβιομηχανίας – Ενισχύσεις κατόπιν της τροποποιήσεως το 2014 του ουγγρικού νόμου του 2008 σχετικά με την τροφική αλυσίδα και την επίσημη εποπτεία της – Φόροι με προοδευτικούς συντελεστές επί του ετήσιου κύκλου εργασιών – Απόφαση για την κίνηση της κατά το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ διαδικασίας – Ταυτόχρονη έκδοση διαταγής αναστολής – Προσφυγή ακυρώσεως – Αποσπάσιμο της διαταγής πληρωμής – Έννομο συμφέρον – Παραδεκτό – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Αναλογικότητα – Ίση μεταχείριση – Δικαιώματα άμυνας – Αρχή της καλόπιστης συνεργασίας – Άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999

ECLI: ECLI:EU:T:2018:220Entscheidung vom: 25.04.2018

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ένατο τμήμα) της 25ης Απριλίου 2018 ( *1 ) «Κρατικές ενισχύσεις – Ενισχύσεις χορηγούμενες βάσει του ουγγρικού νόμου XCIV του 2014 σχετικά με την εισφορά υγείας των επιχειρήσεων καπνοβιομηχανίας – Ενισχύσεις κατόπιν της τροποποιήσεως το 2014 του ουγγρικού νόμου του 2008 σχετικά με την τροφική αλυσίδα και την επίσημη εποπτεία της – Φόροι με προοδευτικούς συντελεστές επί του ετήσιου κύκλου εργασιών – Απόφαση για την κίνηση της κατά το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ διαδικασίας – Ταυτόχρονη έκδοση διαταγής αναστολής – Προσφυγή ακυρώσεως – Αποσπάσιμο της διαταγής αναστολής – Έννομο συμφέρον – Παραδεκτό – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Αναλογικότητα – Ίση μεταχείριση – Δικαιώματα άμυνας – Αρχή της καλόπιστης συνεργασίας – Άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999» Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T-554/15 και T-555/15, Ουγγαρία, εκπροσωπούμενη από τους M. Fehér και G. Koós, προσφεύγουσα, κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους L. Flynn, P.-J. Loewenthal και K. Talabér-Ritz, καθής, με αντικείμενο προσφυγή βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ με αίτημα τη μερική ακύρωση, αφενός, της αποφάσεως C(2015) 4805 τελικό της Επιτροπής, της 15ης Ιουλίου 2015, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.41187 (2015/NN) – Ουγγαρία – Εισφορά υγείας των επιχειρήσεων καπνοβιομηχανίας (ΕΕ 2015, C 277, σ. 24), και, αφετέρου, της αποφάσεως C(2015) 4808 τελικό της Επιτροπής, της 15ης Ιουλίου 2015, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.40018 (2015/C) (πρώην 2014/NN) – Τροποποίηση του 2014 του τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας στην Ουγγαρία (ΕΕ 2015, C 277, σ. 12), ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα), συγκείμενο από τους S. Gervasoni, πρόεδρο, L. Madise και K. Kowalik-Bańczyk (εισηγήτρια), δικαστές, γραμματέας: N. Schall, διοικητική υπάλληλος, έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 12ης Οκτωβρίου 2017, εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση Ιστορικό της διαφοράς 1 Τον Δεκέμβριο του 2014, το Ουγγρικό Κοινοβούλιο, αφενός, θέσπισε τον νόμο XCIV του 2014 σχετικά με την εισφορά υγείας των επιχειρήσεων καπνοβιομηχανίας και, αφετέρου, εισήγαγε τροποποιήσεις στον νόμο XLVI του 2008 σχετικά με την τροφική αλυσίδα και την επίσημη εποπτεία της. Οι πράξεις αυτές τέθηκαν σε ισχύ, αντιστοίχως, την 1η Φεβρουαρίου 2015 και την 1η Ιανουαρίου 2015. 2 Ο νόμος XCIV του 2014 σχετικά με την εισφορά υγείας των επιχειρήσεων καπνοβιομηχανίας προέβλεψε νέο φόρο, εφαρμοζόμενο επί των εγκεκριμένων αποθηκευτών, εισαγωγέων ή εγγεγραμμένων εμπόρων προϊόντων καπνού, των οποίων τουλάχιστον το 50 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών προέρχεται από την παραγωγή ή την εμπορία των προϊόντων αυτών (στο εξής: εισφορά υγείας). Η εισφορά υγείας επιβαλλόταν επί του ετήσιου κύκλου εργασιών των υποκειμένων στον φόρο βάσει των ακόλουθων προοδευτικών συντελεστών: – 0 % επί του τμήματος του κύκλου εργασιών έως 30 εκατομμύρια ουγγρικά φιορίνια (HUF) (περίπου 96500 ευρώ)· – 0,2 % επί του τμήματος του κύκλου εργασιών άνω των 30 εκατομμυρίων HUF και έως 30 δισεκατομμύρια HUF (περίπου 96,5 εκατομμύρια ευρώ)· – 2,5 % επί του τμήματος του κύκλου εργασιών άνω των 30 δισεκατομμυρίων HUF και έως 60 δισεκατομμύρια HUF (περίπου 193 εκατομμύρια ευρώ)· – 4,5 % επί του τμήματος του κύκλου εργασιών άνω των 60 δισεκατομμυρίων HUF. 3 Ο προαναφερθείς νόμος προέβλεπε επίσης μείωση της φορολογικής οφειλής που προκύπτει από την εισφορά υγείας σε ποσοστό το οποίο μπορούσε να ανέλθει στο 80 % της καταβλητέας εισφοράς αν η επιχείρηση πραγματοποιούσε επιλέξιμες επενδύσεις σε υλικά πάγια στοιχεία ενεργητικού (στο εξής: μείωση της εισφοράς υγείας σε περίπτωση επενδύσεων). 4 Σκοπός της τροποποιήσεως του νόμου XLVI σχετικά με την τροφική αλυσίδα και την επίσημη εποπτεία της ήταν, εξάλλου, να αναθεωρηθεί η διάρθρωση του τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας, σύμφωνα με τον εν λόγω νόμο, για όλους τους φορείς της τροφικής αλυσίδας. Πριν από την τροποποίηση αυτή, οι φορείς της τροφικής αλυσίδας έπρεπε να καταβάλλουν το τέλος επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας με βάση ενιαίο κατ’ αποκοπή συντελεστή 0,1 % επί του κύκλου εργασιών, εκτός φόρων, του προηγουμένου έτους. Η εν λόγω τροποποίηση συνίστατο στην εισαγωγή προοδευτικού συντελεστή για το εν λόγω τέλος ο οποίος εφαρμοζόταν ειδικά στα καταστήματα που εμπορεύονται είδη ευρείας καταναλώσεως (στο εξής: τροποποιημένο τέλος επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας). Αυτός ο νέος προοδευτικός συντελεστής είχε ως εξής: – 0 % επί του τμήματος του κύκλου εργασιών άνω των 500 εκατομμυρίων HUF (περίπου 1,6 εκατομμύρια ευρώ)· – 0,1 % επί του τμήματος του κύκλου εργασιών άνω των 500 εκατομμυρίων HUF και έως 50 δισεκατομμύρια HUF (περίπου 160,6 εκατομμύρια ευρώ)· – 1 % επί του τμήματος του κύκλου εργασιών άνω των 50 δισεκατομμυρίων HUF και έως 100 δισεκατομμύρια HUF (περίπου 321,2 εκατομμύρια ευρώ)· – 2 % επί του τμήματος του κύκλου εργασιών άνω των 100 δισεκατομμυρίων HUF και έως 150 δισεκατομμύρια HUF (περίπου 481,8 εκατομμύρια ευρώ)· – 3 % επί του τμήματος του κύκλου εργασιών άνω των 150 δισεκατομμυρίων HUF και έως 200 δισεκατομμύρια HUF (περίπου 642,4 εκατομμύρια ευρώ)· – 4 % επί του τμήματος του κύκλου εργασιών άνω των 200 δισεκατομμυρίων HUF και έως 250 δισεκατομμύρια HUF (περίπου 803 εκατομμύρια ευρώ)· – 5 % επί του τμήματος του κύκλου εργασιών άνω των 250 δισεκατομμυρίων HUF και έως 300 δισεκατομμύρια HUF (περίπου 963,5 εκατομμύρια ευρώ)· – 6 % επί του τμήματος του κύκλου εργασιών άνω των 300 δισεκατομμυρίων HUF. 5 Τον Δεκέμβριο του 2014, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενημερώθηκε για την τροποποίηση του νόμου XLVI σχετικά με την τροφική αλυσίδα και την επίσημη εποπτεία της. Τον Μάρτιο του 2015, έλαβε καταγγελία αφορώσα την τροποποίηση αυτή. Κατά το ίδιο διάστημα, η Επιτροπή έλαβε καταγγελία αφορώσα τη θέσπιση της εισφοράς υγείας. Με έγγραφα, αντιστοίχως, της 17ης Μαρτίου 2015 και της 13ης Απριλίου 2015 (στο εξής: ενημερωτικές επιστολές της 17ης Μαρτίου και της 13ης Απριλίου 2015), η Επιτροπή διαβίβασε τις καταγγελίες αυτές στις ουγγρικές αρχές, ζητώντας τους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και να παράσχουν πληροφορίες. Με τις επιστολές αυτές, οι οποίες είχαν κατ’ ουσίαν παρόμοια διατύπωση, η Επιτροπή γνώρισε στις ουγγρικές αρχές ότι, κατά την άποψή της, η διαφοροποίηση μεταξύ των επιχειρήσεων που βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση, λόγω, αφενός, του προοδευτικού συντελεστή του τροποποιημένου τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας, και, αφετέρου, του προοδευτικού συντελεστή της εισφοράς υγείας, καθώς και της μειώσεως της εισφοράς υγείας σε περίπτωση επενδύσεων, ήταν δυνατό να συνεπάγεται κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά. Σε κάθε μία από αυτές τις επιστολές, η Επιτροπή ανέφερε το ενδεχόμενο να απευθύνει στην Ουγγαρία διαταγή αναστολής, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [108 ΣΛΕΕ] (ΕΕ 1999, L 83, σ. 1), και την κάλεσε να υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής μιας τέτοιας διαταγής εντός προθεσμίας 20 εργάσιμων ημερών. 6 Οι ουγγρικές αρχές απάντησαν, αντιστοίχως, με έγγραφα της 16ης Απριλίου και της 12ης Μαΐου 2015. 7 Στις 15 Ιουλίου 2015, η Επιτροπή εξέδωσε, αφενός, την απόφαση C(2015) 4805 τελικό, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.41187 (2015/NN) – Ουγγαρία – Εισφορά υγείας επιχειρήσεων καπνοβιομηχανίας (ΕΕ 2015, C 277, σ. 24, στο εξής: απόφαση για την εισφορά υγείας), και, αφετέρου, την απόφαση C(2015) 4808 τελικό, σχετικά με την κρατική ενίσχυση SA.40018 (2015/C) (πρώην 2014/NN) – Τροποποίηση του 2014 του ουγγρικού τέλους επιθεώρησης όσον αφορά την τροφική αλυσίδα (ΕΕ 2015, C 277, σ. 12, στο εξής: απόφαση για την τροποποίηση του τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας) (στο εξής, από κοινού: επίδικες αποφάσεις). 8 Πρώτον, με τις επίδικες αποφάσεις, η Επιτροπή θεώρησε ότι, αφενός, ο προοδευτικός συντελεστής του τροποποιημένου τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας και, αφετέρου, ο προοδευτικός συντελεστής της εισφοράς υγείας καθώς και η μείωση της εισφοράς υγείας σε περίπτωση επενδύσεων (στο εξής: επίμαχα εθνικά μέτρα), ενείχαν στοιχεία κρατικής ενισχύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και εξέφρασε τις αμφιβολίες της όσον αφορά τη συμβατότητα των κρατικών ενισχύσεων με την εσωτερική αγορά. Λόγω των αμφιβολιών αυτών, η Επιτροπή, με τις επίδικες αποφάσεις, κίνησε δύο επίσημες διαδικασίες έρευνας βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, και κάλεσε την Ουγγαρία, καθώς και τα ενδιαφερόμενα μέρη, να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. 9 Δεύτερον, όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή έκρινε ότι τα επίμαχα εθνικά μέτρα συνιστούσαν παράνομες ενισχύσεις, δεδομένου ότι δεν της είχαν κοινοποιηθεί, και, κατά τον χρόνο εκδόσεως των επίδικων αποφάσεων, τα μέτρα αυτά εξακολουθούσαν να εφαρμόζονται. Η Επιτροπή επισήμανε ότι τα προαναφερθέντα μέτρα μπορούσαν να επηρεάσουν ουσιωδώς τον ανταγωνισμό στην αγορά και, λαμβανομένης υπόψη της συνεχιζόμενης εφαρμογής τους, εξέδωσε διαταγές αναστολής, κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, ζητώντας από την Ουγγαρία να αναστείλει, αφενός, την εφαρμογή του προοδευτικού συντελεστή όσον αφορά το τροποποιημένο τέλος επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας και, αφετέρου, την εφαρμογή του προοδευτικού συντελεστή όσον αφορά την εισφορά υγείας, καθώς και τη μείωση της εισφοράς υγείας σε περίπτωση επενδύσεων, έως ότου η Επιτροπή λάβει απόφαση σχετικά με τη συμβατότητα αυτών των μέτρων με την εσωτερική αγορά (στο εξής: προσβαλλόμενες διαταγές). 10 Στις 4 Ιουλίου του 2016, η Επιτροπή εξέδωσε δύο αποφάσεις για την περάτωση των επίσημων διαδικασιών έρευνας που είχαν κινηθεί με τις επίδικες αποφάσεις, ήτοι την απόφαση (ΕΕ) 2016/1846 σχετικά με το μέτρο SA.41187 (2015/C) (πρώην 2015/NN) το οποίο έθεσε σε εφαρμογή η Ουγγαρία – Εισφορά «υγείας» των επιχειρήσεων καπνοβιομηχανίας (ΕΕ 2016, L 282, σ. 43), και την απόφαση (ΕΕ) 2016/1848 σχετικά με το μέτρο SA.40018 (2015/C) (πρώην 2015/NN) περί της τροποποίησης του 2014 του ουγγρικού τέλους επιθεώρησης όσον αφορά την τροφική αλυσίδα το οποίο έθεσε σε εφαρμογή η Ουγγαρία (ΕΕ 2016, L 282, σ. 63) (στο εξής, από κοινού: τελικές αποφάσεις). Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων 11 Με δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 25 Σεπτεμβρίου 2015, η Ουγγαρία άσκησε τις υπό κρίση προσφυγές κατά της αποφάσεως για την εισφορά υγείας (T-554/15) και κατά της αποφάσεως για την τροποποίηση του τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας (T-555/15). 12 Στις 14 και 15 Ιανουαρίου 2016, η Επιτροπή κατέθεσε τα υπομνήματα αντικρούσεως σε καθεμία από τις υποθέσεις αυτές. 13 Με έγγραφο της 11ης Νοεμβρίου 2016, το Γενικό Δικαστήριο, βάσει του άρθρου 131, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν σε γραπτές ερωτήσεις σχετικά με τη διατήρηση του αντικειμένου των υπό κρίση προσφυγών. Οι διάδικοι απάντησαν στις ερωτήσεις αυτές εντός της ταχθείσας προθεσμίας. 14 Με απόφαση του προέδρου του ενάτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου της 24ης Μαΐου 2017, αφού ακούστηκαν οι διάδικοι, οι υποθέσεις T-554/15 και T-555/15 ενώθηκαν προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. 15 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 12ης Οκτωβρίου 2017, αφού άκουσε τους διαδίκους, ο πρόεδρος του ενάτου τμήματος του Γενικού Δικαστηρίου αποφάσισε την ένωση των υποθέσεων T-554/15 και T-555/15 και για τους σκοπούς της εκδόσεως κοινής αποφάσεως περατώνουσας τη δίκη. 16 Στην υπόθεση T-554/15, η Ουγγαρία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο: – να ακυρώσει μερικώς μέρει την απόφαση για την εισφορά υγείας, στο μέτρο που διατάσσει την αναστολή της εφαρμογής του προοδευτικού συντελεστή όσον αφορά την εισφορά υγείας και τη μείωση της εισφοράς υγείας σε περίπτωση επενδύσεων· – να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. 17 Στην υπόθεση T-555/15, η Ουγγαρία ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο: – να ακυρώσει μερικώς την απόφαση για την τροποποίηση του τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας, στο μέτρο που διατάσσει την αναστολή της εφαρμογής του προοδευτικού συντελεστή όσον αφορά το τροποποιημένο τέλος επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας· – να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. 18 Σε αμφότερες τις υποθέσεις, η Επιτροπή ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο: – να απορρίψει την προσφυγή· – να καταδικάσει την Ουγγαρία στα δικαστικά έξοδα. Σκεπτικό Εισαγωγικές παρατηρήσεις 19 Κατά το άρθρο 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εκτός αν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως, ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ των κρατών μελών συναλλαγές. 20 Το άρθρο 108 ΣΛΕΕ ρυθμίζει τη διαδικασία ελέγχου των ενισχύσεων που χορηγούνται από τα κράτη μέλη, προκειμένου να αποφεύγονται οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκαλούνται από τις ενισχύσεις οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά. 21 Στο πλαίσιο αυτό, αφενός, το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ ορίζει ότι, αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά κατά το άρθρο 107 ΣΛΕΕ, αποφασίζει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει. 22 Αφετέρου, το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ ορίζει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ενημερώνουν την Επιτροπή εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Αν η Επιτροπή κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά, κατά το άρθρο 107 ΣΛΕΕ, κινεί αμελλητί τη διαδικασία του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα προτού η διαδικασία αυτή καταλήξει σε τελική απόφαση. 23 Η πλούσια νομολογία του Δικαστηρίου και του Γενικού Δικαστηρίου που αποσαφηνίζει τις διατάξεις του άρθρου 108 ΣΛΕΕ λήφθηκε σε μεγάλο βαθμό υπόψη στον κανονισμό 659/1999, ο οποίος καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από 14ης Οκτωβρίου 2015 από τον κανονισμό (ΕΕ) 2015/1589 του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2015, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 108 [ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2015, L 248, σ. 9). 24 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 659/1999, η Επιτροπή κινεί τη διαδικασία του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ όταν διαπιστώνει, μετά από προκαταρκτική εξέταση, ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δημιουργεί αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον συμβιβάζεται με την εσωτερική αγορά. Η απόφαση που λαμβάνεται βάσει του άρθρου αυτού καλείται απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας. 25 Η κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας είναι δυνατή όχι μόνον όταν η Επιτροπή εξετάζει κοινοποιηθέν μέτρο, αλλά, δυνάμει του άρθρου 13 του κανονισμού 659/1999, και όταν εξετάζει την ενδεχόμενη ύπαρξη παράνομης ενισχύσεως, δηλαδή, σύμφωνα με το άρθρο 1, στοιχείο στʹ, του εν λόγω κανονισμού, μέτρου το οποίο η Επιτροπή θεωρεί, στο στάδιο αυτό της διαδικασίας, ότι συνιστά νέα ενίσχυση η οποία εφαρμόζεται κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, της ΣΛΕΕ. 26 Η έκδοση αποφάσεως για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας όσον αφορά εθνικό μέτρο στην περίπτωση του άρθρου 13 του κανονισμού 659/1999 μεταβάλλει τη νομική κατάσταση του μέτρου αυτού, λαμβανομένου υπόψη του προσωρινού συμπεράσματος της Επιτροπής ότι συνιστά μέτρο κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, και δη παράνομης, λόγω της ενδεχόμενης παραβιάσεως της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως κάθε σχεδίου νέας ενισχύσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Μέχρι την έκδοση αυτής της αποφάσεως, το κράτος μέλος το οποίο έλαβε το μέτρο, οι επωφελούμενες επιχειρήσεις και οι λοιποί επιχειρηματίες δύνανται να θεωρούν ότι το μέτρο εφαρμόζεται νομίμως, για παράδειγμα, ως γενικό μέτρο μη εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ή ως υφιστάμενη ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 108, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ και κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 659/1999, του οποίου η συνεχιζόμενη εφαρμογή παραμένει νόμιμη στο στάδιο αυτό. Αντιθέτως, μετά την έκδοση τέτοιας αποφάσεως, υφίστανται τουλάχιστον σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα του επίμαχου μέτρου, οι οποίες, χωρίς να θίγουν την ευχέρεια του κράτους μέλους να ζητήσει από τον δικαστή ασφαλιστικών μέτρων τη λήψη προσωρινών μέτρων, πρέπει να το κατευθύνουν στην αναστολή της εφαρμογής του, δεδομένου ότι η κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας αποκλείει την άμεση έκδοση αποφάσεως επιβεβαιωτικής του συμβατού χαρακτήρα του εν λόγω μέτρου με την εσωτερική αγορά και παρέχουσας τη δυνατότητα για νομότυπη συνέχιση της εκτελέσεως του εν λόγω μέτρου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Οκτωβρίου 2014, Alro κατά Επιτροπής, T-517/12, EU:T:2014:890, σκέψη 28 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 27 Επομένως, ο χαρακτηρισμός του εθνικού μέτρου στο οποίο αναφέρεται η απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας ως παράνομης κρατικής ενισχύσεως υποχρεώνει το κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται η απόφαση αυτή να αναστείλει άμεσα την εκτέλεση του μέτρου αυτού (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 10ης Μαΐου 2005, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-400/99, EU:C:2005:275, σκέψη 39, και της 16ης Οκτωβρίου2014, Alro κατά Επιτροπής, T-517/12, EU:T:2014:890, σκέψη 27 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 28 Η υποχρέωση αναστολής της εκτελέσεως μη κοινοποιηθέντος εθνικού μέτρου το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως παράνομη κρατική ενίσχυση βρίσκει έρεισμα στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το οποίο θεσπίζει προληπτικό έλεγχο των σχεδίων νέων ενισχύσεων και έχει σκοπό να διασφαλίσει ότι μόνον οι συμβατές με την εσωτερική αγορά ενισχύσεις μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, η εφαρμογή ενός τέτοιου σχεδίου ενισχύσεως πρέπει, συνεπώς, να αναστέλλεται έως ότου η αμφιβολία ως προς τη συμβατότητά του αρθεί με την τελική απόφαση της Επιτροπής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 2013, Deutsche Lufthansa, C-284/12, EU:C:2013:755, σκέψεις 25 και 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 29 Η υποχρέωση αναστολής της εκτελέσεως εθνικού μέτρου το οποίο χαρακτηρίσθηκε ως παράνομη κρατική ενίσχυση με την απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας απορρέει άνευ ετέρου από την απόφαση αυτή, υπό την έννοια ότι το κράτος μέλος οφείλει το ίδιο να αντλήσει όλες τις συνέπειες από την εν λόγω απόφαση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-400/99, EU:C:2001:528, σκέψη 60). 30 Για να είναι η Επιτροπή σε θέση να εμποδίσει κάθε παράβαση των κανόνων του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, το Δικαστήριο αναγνώρισε επιπλέον στην Επιτροπή την εξουσία να υποχρεώσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σε άμεση αναστολή της καταβολής ενισχύσεως την οποία έχει κρίνει παράνομη, αφού παράσχει στο κράτος μέλος τη δυνατότητα να τοποθετηθεί (αποφάσεις της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής, C-301/87, EU:C:1990:67, σκέψεις 18 έως 20· της 21ης Μαρτίου 1990, C-142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, EU:C:1990:125, σκέψεις 14 έως 16 και 19, και της 21ης Μαρτίου 1991, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-303/88, EU:C:1991:136, σκέψεις 46 έως 48). 31 Δεν προκύπτει ούτε από τη νομολογία αυτή ούτε από το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, στο οποίο ενσωματώνεται η νομολογία αυτή, ότι η Επιτροπή υποχρεούται να διατάξει άνευ ετέρου το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να αναστείλει τη χορήγηση ενισχύσεως η οποία δεν έχει κοινοποιηθεί σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Πράγματι, τυχόν αντίθετη λύση θα είχε ως αποτέλεσμα να καταστήσει άνευ ουσίας τη νομική υποχρέωση που επιβάλλει στο κράτος μέλος το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ να μην προβαίνει στην εφαρμογή σχεδιαζομένων ενισχύσεων πριν από την έκδοση της τελικής αποφάσεως της Επιτροπής και θα επέφερε αντιστροφή των ρόλων μεταξύ των κρατών μελών και της Επιτροπής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C-75/97, EU:C:1999:311, σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 32 Υφίστανται διαφορές διαδικαστικής φύσεως μεταξύ, αφενός, της αναστολής ενός υπό εκτέλεση μέτρου που απορρέει από την απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας η οποία χαρακτηρίζει το μέτρο αυτό ως παράνομη κρατική ενίσχυση και, αφετέρου, μιας διαταγής αναστολής του εν λόγω μέτρου. Ειδικότερα, δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού 659/1999, σε περίπτωση μη συμμορφώσεως με τη διαταγή αναστολής, η Επιτροπή δύναται να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς προειδοποίηση, και να ζητήσει να αναγνωριστεί ότι αυτή η παράλειψη συμμορφώσεως αποτελεί παράβαση της Συνθήκης ΛΕΕ. 33 Αυτές οι διαφορές διαδικαστικής φύσεως δεν επηρεάζουν την κύρια έννομη συνέπεια τόσο της αποφάσεως για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας όσο και της διαταγής αναστολής, η οποία συνίσταται στην υποχρέωση του κράτους μέλους να αναστείλει την εκτέλεση του μέτρου στο οποίο αναφέρονται οι αποφάσεις αυτές, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-400/99, EU:C:2001:528, σκέψη 60). Επί του παραδεκτού της προσφυγής 34 Με τις προσφυγές της, η Ουγγαρία ζητεί την ακύρωση μόνον των διαταγών αναστολής τις οποίες περιέχουν οι επίμαχες αποφάσεις. Επομένως, οι προσφυγές τις οποίες άσκησε η Ουγγαρία δεν σκοπούν στην ακύρωση των επίδικων αποφάσεων κατά το μέρος που με αυτές η Επιτροπή κίνησε επίσημες διαδικασίες έρευνας. Η Ουγγαρία θεωρεί ότι μια τέτοια μερική ακύρωση είναι δυνατή εν προκειμένω δεδομένου ότι οι προσβαλλόμενες διαταγές μπορούν να αποσπασθούν από τις επίδικες αποφάσεις βάσει του κριτηρίου της δυνατότητας κερματισμού της πράξεως το οποίο έχει καθιερώσει η νομολογία. 35 Η μερική ακύρωση πράξεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι δυνατή μόνον εφόσον τα στοιχεία των οποίων ζητείται η ακύρωση μπορούν να αποσπασθούν από την υπόλοιπη πράξη. Το Δικαστήριο έχει κρίνει κατ’ επανάληψη ότι η ανωτέρω επιταγή περί της δυνατότητας κερματισμού δεν πληρούται όταν η μερική ακύρωση μιας πράξεως θα είχε ως αποτέλεσμα να μεταβληθεί η ουσία της πράξεως αυτής (βλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 2014, Επιτροπή κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-427/12, EU:C:2014:170, σκέψη 16 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 36 Ωστόσο, η κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 διαταγή με την οποία διατάσσεται η αναστολή εκτελέσεως μέτρου το οποίο ενδέχεται να συνιστά κρατική ενίσχυση μπορεί να εκδοθεί ταυτόχρονα με την απόφαση για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, ή να είναι μεταγενέστερή της (απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-400/99, EU:C:2001:528, σκέψη 47). 37 Ακόμα και αν εκδίδονται ταυτόχρονα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας και η διαταγή αναστολής συνιστούν πράξεις αυτοτελείς και διέπονται από διαφορετικές διατάξεις του κανονισμού 659/1999, ήτοι, αφενός, από το άρθρο 4, παράγραφος 4, και, αφετέρου, από το άρθρο 11, παράγραφος 1, και το άρθρο 12. 38 Προκύπτει, εξάλλου, από το γράμμα του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 ότι πρόθεση του νομοθέτη της Ένωσης ήταν να περιβληθεί η διαταγή αναστολής τον τύπο της «αποφάσεως» κατά την έννοια του άρθρου 288 ΣΛΕΕ. Κατά τη νομολογία, μια τέτοια πράξη πρέπει να θεωρείται πράξη που παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και, επομένως, πράξη δεκτική προσφυγής (απόφαση της 13ης Οκτωβρίου 2011, Deutsche Post και Γερμανία κατά Επιτροπής, C-463/10 P και C-475/10 P, EU:C:2011:656, σκέψεις 43 έως 46). 39 Εντεύθεν προκύπτει ότι, όταν, όπως εν προκειμένω, η Επιτροπή αποφασίζει με μία μόνο πράξη την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας και την έκδοση διαταγής αναστολής, η διαταγή αυτή μπορεί να διαχωριστεί από την υπόλοιπη πράξη και, επομένως, μπορεί να προσβληθεί αυτοτελώς με προσφυγή ακυρώσεως. 40 Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις που εκτέθηκαν εισαγωγικώς στις σκέψεις 26 έως 33 ανωτέρω, οι έννομες συνέπειες της κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας και της εκδόσεως της διαταγής αναστολής εν μέρει ταυτίζονται. 41 Στο πλαίσιο των υπό κρίση προσφυγών, η Ουγγαρία δεν ζητεί την ακύρωση των επίδικων αποφάσεων, καθ’ ο μέρος η Επιτροπή κίνησε με αυτές τις επίσημες διαδικασίες έρευνας. Περαιτέρω, πρέπει να παρατηρηθεί ότι οι ασκηθείσες από την Ουγγαρία προσφυγές δεν περιλαμβάνουν λόγους σχετικούς με τον ενδεχομένως εσφαλμένο χαρακτηρισμό των επίμαχων εθνικών μέτρων ως κρατικών ενισχύσεων ή ως νέων ενισχύσεων, που χορηγήθηκαν παρανόμως. Επομένως, ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι συγκεκριμένοι λόγοι οι οποίοι προβλήθηκαν προς στήριξη των υπό κρίση προσφυγών είναι βάσιμοι, τούτο δεν συνεπάγεται απαλλαγή της Ουγγαρίας από την υποχρέωσή της να αναστείλει την εκτέλεση των επίμαχων εθνικών μέτρων. 42 Πάντως, αρκεί συναφώς η υπόμνηση ότι τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να αποδεικνύουν το έννομο συμφέρον τους όταν ασκούν προσφυγή βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (βλ. αποφάσεις της 13ης Οκτωβρίου 2011, Deutsche Post και Γερμανία κατά Επιτροπής, C-463/10 P και C-475/10 P, EU:C:2011:656, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 3ης Οκτωβρίου 2013, Inuit Tapiriit Kanatami κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C-583/11 P, EU:C:2013:625, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 43 Κατόπιν των προεκτεθέντων, οι υπό κρίση προσφυγές πρέπει να κριθούν παραδεκτές. Επί της διατηρήσεως του αντικειμένου των προσφυγών 44 Στις 4 Ιουλίου 2016, η Επιτροπή, με την έκδοση των τελικών αποφάσεων, περάτωσε τις επίσημες διαδικασίες έρευνας οι οποίες είχαν κινηθεί με τις επίδικες αποφάσεις. Με τις τελικές αποφάσεις, η Επιτροπή επιβεβαίωσε τη διατυπωθείσα στις επίδικες αποφάσεις προσωρινή εκτίμησή της και έκρινε ότι τα επίμαχα εθνικά μέτρα αποτελούσαν κρατικές ενισχύσεις παράνομες και ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά. Η Ουγγαρία δεν αμφισβήτησε τις τελικές αποφάσεις εντός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής. Εξάλλου, καθόσον οι αποφάσεις αυτές δεν προσβλήθηκαν με προσφυγή ασκηθείσα από τρίτον μετά τη δημοσίευσή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 19 Οκτωβρίου 2016 (ΕΕ 2016, L 282, σ. 43 και 63), οι εν λόγω αποφάσεις έχουν καταστεί απρόσβλητες. 45 Υπό τις περιστάσεις αυτές, και λαμβανομένων υπόψη των λόγων που προβάλλονται προς στήριξη των υπό κρίση προσφυγών, το Γενικό Δικαστήριο αποφάσισε να ακούσει τους διαδίκους επί του αν οι προσφυγές αυτές εξακολουθούσαν να διατηρούν το αντικείμενό τους. 46 Οι διάδικοι απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου καταφατικώς. Επικαλέστηκαν, κυρίως, λόγους οι οποίοι αφορούν την ύπαρξη ανασφάλειας δικαίου ως προς τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η Επιτροπή δικαιούται να εκδώσει διαταγή αναστολής, τις διαφορές μεταξύ των εννόμων συνεπειών των επίδικων αποφάσεων και των τελικών αποφάσεων και την ανάγκη διασφαλίσεως δικαστικού ελέγχου των παρανομιών που ενδεχομένως ενέχουν οι προσβαλλόμενες διαταγές, καθώς και την προνομιακή θέση των κρατών μελών στο πλαίσιο των προσφυγών που ασκούνται βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. 47 Από τη νομολογία του Γενικού Δικαστηρίου απορρέει ότι, όταν ασκούνται προσφυγές, αφενός, κατά αποφάσεως για την κίνηση επίσημης διαδικασίας έρευνας η οποία αφορά εθνικό μέτρο και, αφετέρου, κατά τελικής αποφάσεως, με την οποία περατώνεται η εν λόγω διαδικασία και κρίνεται ότι το εξετασθέν εθνικό μέτρο συνιστά κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά, η απόρριψη της προσφυγής κατά της δεύτερης αυτής αποφάσεως επιφέρει την εξαφάνιση του αντικείμενου της προσφυγής που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 13ης Ιουνίου 2000, EPAC κατά Επιτροπής, T-204/97 και T-270/97, EU:T:2000:148, σκέψεις 153 έως 159· της 6ης Μαρτίου 2002, Diputación Foral de Álava κατά Επιτροπής, T-168/99, EU:T:2002:60, σκέψεις 22 έως 26, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2009, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-30/01 έως T-32/01 και T-86/02 έως T-88/02, EU:T:2009:314, σκέψεις 345 έως 363). Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, δεδομένου ότι η εκτίμηση της Επιτροπής η οποία περιέχεται στην τελική απόφαση επικυρώνεται από τον δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ άλλων όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του εξετασθέντος εθνικού μέτρου ως νέας κρατικής ενισχύσεως, το μέτρο αυτό πρέπει να καταργηθεί και οι ενισχύσεις να ανακτηθούν ab initio. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, παρέλκει να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί του αν το ίδιο μέτρο, η εκτέλεση του οποίου έπρεπε να ανασταλεί κατόπιν της αποφάσεως για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, ορθώς έπρεπε ή όχι να ανασταλεί (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2009, Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-30/01 έως T-32/01 και T-86/02 έως T-88/02, EU:T:2009:314, σκέψη 358). 48 Η νομολογία αυτή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί κατ’ αναλογία στο πλαίσιο των υπό κρίση προσφυγών. 49 Πράγματι, αφενός, από τις αποφάσεις οι οποίες παρατίθενται στη σκέψη 47 ανωτέρω (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 13ης Ιουνίου 2000, EPAC κατά Επιτροπής, T-204/97 και T-270/97, EU:T:2000:148, σκέψεις 154 έως 158, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2009Diputación Foral de Álava κ.λπ. κατά Επιτροπής, T-30/01 έως T-32/01 και T-86/02 έως T-88/02, EU:T:2009:314, σκέψεις 345, 348 και 355) προκύπτει ότι, στην περίπτωση η οποία περιγράφεται στη σκέψη 47 ανωτέρω, το ζήτημα της εξαφανίσεως του αντικειμένου της προσφυγής συγχέεται στην πραγματικότητα με εκείνο της εξαλείψεως του εννόμου συμφέροντος του προσφεύγοντος. Όπως, όμως, υπομνήσθηκε στη σκέψη 42 ανωτέρω, τα κράτη μέλη δεν οφείλουν να αποδείξουν ότι έχουν έννομο συμφέρον για να ασκήσουν προσφυγή βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ. 50 Αφετέρου, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η διαταγή αναστολής να πάσχει από πλημμέλειες οι οποίες διαφέρουν από τις συνδεόμενες με τον εσφαλμένο χαρακτηρισμό του εξετασθέντος μέτρου από την Επιτροπή ως παράνομης κρατικής ενισχύσεως. Εάν η έκδοση αποφάσεως για την περάτωση της επίσημης διαδικασίας έρευνας συνεπαγόταν την εξαφάνιση του αντικειμένου της ασκηθείσας προσφυγής κατά της διαταγής αναστολής, ο δικαστικός έλεγχος των πλημμελειών αυτών θα παρεμποδιζόταν. Ωστόσο, σε μια κοινότητα δικαίου, όπως είναι η Ένωση, ούτε τα κράτη μέλη ούτε τα θεσμικά όργανα διαφεύγουν τον έλεγχο της συμφωνίας των πράξεών τους προς τον βασικό καταστατικό χάρτη που αποτελεί η Συνθήκη ΛΕΕ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 23ης Απριλίου 1986, Les Verts κατά Κοινοβουλίου, 294/83, EU:C:1986:166, σκέψη 23). 51 Κατόπιν των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η επί της ουσίας εξέταση των υπό κρίση προσφυγών. Επί της ουσίας 52 Προς στήριξη εκάστης των προσφυγών της, η Ουγγαρία προβάλλει τέσσερις κατ’ ουσίαν ταυτόσημους λόγους ακυρώσεως, οι οποίοι αντλούνται, ο πρώτος, από «κατάχρηση της εξουσίας εκτιμήσεως» και από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, καθώς και από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας· ο δεύτερος, από παραβίαση των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ίσης μεταχειρίσεως· ο τρίτος, από παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως καθώς και από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας της Ουγγαρίας και, ο τέταρτος, από παράβαση της υποχρεώσεως καλόπιστης συνεργασίας, από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και από προσβολή του δικαιώματος σε αποτελεσματική ένδικη προστασία. 53 Εξάλλου, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ουγγαρία αφιέρωσε σημαντικό μέρος της αγορεύσεώς της στην ανάπτυξη επιχειρηματολογίας σύμφωνα με την οποία η Επιτροπή προσδιόρισε εσφαλμένως το πλαίσιο αναφοράς από το οποίο απέκλιναν τα επίμαχα εθνικά μέτρα. Εξαιτίας του σφάλματος της Επιτροπής δεν μπορούσε να γίνει δεκτό ότι τα εν λόγω μέτρα ήταν επιλεκτικά και, κατά συνέπεια, μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, της ΣΛΕΕ. 54 Πρέπει να θεωρηθεί ότι, με την επιχειρηματολογία αυτή, η Ουγγαρία προβάλλει, κατ’ ουσίαν, λόγο ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ λόγω εσφαλμένου χαρακτηρισμού των επίμαχων εθνικών μέτρων ως κρατικής ενισχύσεως. 55 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι τα δικόγραφα των προσφυγών τις οποίες άσκησε η Ουγγαρία δεν περιέχουν τέτοιο λόγο ακυρώσεως. Επιπλέον, με τα επιχειρήματα που αναπτύχθηκαν στα εν λόγω δικόγραφα, η Ουγγαρία βάλλει μόνον κατά των προσβαλλόμενων διαταγών και δεν θέτει εν αμφιβόλω τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει εν προκειμένω τις επίσημες διαδικασίες έρευνας. Βεβαίως, στο πλαίσιο του πρώτου λόγου των προσφυγών της, η Ουγγαρία αναφέρει ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε, στις επίδικες αποφάσεις, τον κύκλο των αποκλειστικών δικαιούχων των επίμαχων εθνικών μέτρων, ενώ, κατά τη νομολογία, ο προσδιορισμός αυτής της κατηγορίας επιχειρήσεων είναι αναγκαία προϋπόθεση για την αναγνώριση του επιλεκτικού χαρακτήρα των μέτρων αυτών. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό πρέπει να ενταχθεί στο πλαίσιο του ανωτέρω λόγου ακυρώσεως, με τον οποίο η Ουγγαρία δεν αμφισβητεί τον χαρακτηρισμό των επίμαχων εθνικών μέτρων ως κρατικής ενισχύσεως, αλλά υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, προκειμένου να εκδοθεί διαταγή αναστολής, ο χαρακτηρισμός αυτός θα έπρεπε να είναι περισσότερο βέβαιος απ’ ό,τι στην περίπτωση της κινήσεως επίσημης διαδικασίας έρευνας η οποία δεν συνοδεύεται από τέτοια διαταγή και να στηρίζεται σε πάγια πρακτική της Επιτροπής καθώς και στη νομολογία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το επιχείρημα που προβλήθηκε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί ανάπτυξη του πρώτου λόγου ακυρώσεως των προσφυγών. 56 Δεύτερον, οι παρατηρήσεις τις οποίες διατύπωσε η Ουγγαρία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση δεν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. 57 Κατά συνέπεια, δυνάμει του άρθρου 84 του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο απαγορεύει την προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, η επιχειρηματολογία την οποία προέβαλε η Ουγγαρία κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση πρέπει να κριθεί απαράδεκτη. Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως 58 Ο πρώτος λόγος διαιρείται σε δύο σκέλη, τα οποία αντλούνται, το πρώτο, από παράβαση του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, λόγω «καταχρήσεως της εξουσίας εκτιμήσεως» και από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την εφαρμογή της διατάξεως αυτής και, το δεύτερο, από παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας. – Επί του πρώτου σκέλους 59 Με το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, η Ουγγαρία υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι, για να είναι σε θέση να εκδώσει διαταγή αναστολής σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, η Επιτροπή πρέπει να αποδείξει την πλήρωση πρόσθετων προϋποθέσεων πέραν των περιλαμβανόμενων στη διάταξη αυτή. 60 Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, στο δίκαιο της Ένωσης, η επιβολή των προσωρινών μέτρων εξαρτάται από τρεις γενικές προϋποθέσεις οι οποίες συνίστανται στον επείγοντα χαρακτήρα, στον σοβαρό κίνδυνο προκλήσεως ουσιώδους και ανεπανόρθωτης ζημίας και στο fumus boni juris, ήτοι τον εκ πρώτης όψεως παράνομο χαρακτήρα του μέτρου του οποίου ζητείται η αναστολή. Οι τρεις αυτές προϋποθέσεις εφαρμόζονται ιδίως στην αναστολή και τα άλλα προσωρινά μέτρα τα οποία τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης μπορούν να διατάξουν σύμφωνα με τα άρθρα 278 και 279 ΣΛΕΕ, στα προσωρινά μέτρα που εφαρμόζονται στον τομέα του ανταγωνισμού βάσει των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, στα μέτρα τα οποία τα εθνικά δικαστήρια δύνανται να εφαρμόζουν βάσει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ και, τέλος, στις διαταγές ανακτήσεως τις οποίες μπορεί να εκδώσει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999. 61 Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι, μολονότι το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 δεν προβλέπει τις τρεις αυτές προϋποθέσεις, η πλήρωσή τους απαιτείται για την έκδοση της διαταγής αναστολής, καθόσον, ελλείψει αυτών, η εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής για την έκδοση αυτών των εντολών δεν θα υπέκειτο σε οποιονδήποτε περιορισμό. Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο νομοθέτης της Ένωσης σκοπίμως παρέλειψε να εξαρτήσει την έκδοση των διαταγών αναστολής από αυτές τις τρεις προϋποθέσεις, ούτε ότι, λόγω της παραλείψεως αυτής, ο δικαστής της Ένωσης δεν δύναται να θέσει όρια στην εξουσία εκτιμήσεως της Επιτροπής τάσσοντας προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διαταγών αναστολής. Η Ουγγαρία διευκρινίζει συναφώς ότι, με το υπό κρίση σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, δεν επικαλείται αδυναμία εφαρμογής του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, δυνάμει του άρθρου 277 ΣΛΕΕ. 62 Η Ουγγαρία προβάλλει, όσον αφορά την προϋπόθεση του fumus boni juris, ότι, για να μπορεί να εκδοθεί διαταγή αναστολής, ο χαρακτήρας του οικείου εθνικού μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως δεν θα πρέπει να αμφισβητείται με βάση την πάγια πρακτική της Επιτροπής ή τη νομολογία του δικαστή της Ένωσης. Εν προκειμένω, όμως, δεν υφίσταται ούτε πρακτική της Επιτροπής ούτε νομολογία ικανή να επιβεβαιώσει χωρίς αμφιβολία τον χαρακτηρισμό ως κρατικής ενισχύσεως ενός προοδευτικού φορολογικού συντελεστή, όπως είναι ο συντελεστής της εισφοράς υγείας ή του τροποποιημένου τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας. Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι, προκειμένου να μπορεί να χαρακτηρίσει ένα φορολογικό μέτρο ως κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή πρέπει να προσδιορίσει μια κατηγορία επιχειρήσεων οι οποίες είναι οι μόνες που επωφελούνται από το εν λόγω μέτρο. Όμως, οι επίδικες αποφάσεις δεν προσδιορίζουν ούτε τις επιχειρήσεις που ευνοούνται ούτε τις επιχειρήσεις που πλήττονται από τα επίμαχα εθνικά μέτρα. 63 Όσον αφορά τις δύο άλλες προϋποθέσεις, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι δεν είναι αναγκαία η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγών, καθόσον, ελλείψει αυτών, τα επίμαχα εθνικά μέτρα δεν ενέχουν τον κίνδυνο να επιφέρουν, κατά τρόπο άμεσο, σοβαρή και ανεπανόρθωτη οικονομική ζημία, σημείο ως προς το οποίο οι επίδικες αποφάσεις διαφέρουν από την απόφαση (2007) 4313 της Επιτροπής, της 27 Σεπτεμβρίου 2007, σχετικά με την κρατική ενίσχυση C 41/2007 (πρώην NN 49/2007) – Ρουμανία – Ιδιωτικοποίηση της Tractorul (ΕΕ 2007, C 249, σ. 21), στην οποία η Επιτροπή επικαλέστηκε τέτοιον κίνδυνο ως βάση για τη διαταγή αναστολής που απηύθυνε στη Ρουμανία. Περαιτέρω, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι, προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη κινδύνου προκλήσεως σοβαρής και ανεπανόρθωτης οικονομικής ζημίας στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή όφειλε να αποδείξει ότι, εάν δεν είχαν εκδοθεί οι προσβαλλόμενες διαταγές πριν από το πέρας της επίσημης διαδικασίας έρευνας, οι επιχειρήσεις που πλήττονται από τα επίμαχα εθνικά μέτρα ήταν πιθανό να περιέλθουν σε κατάσταση που θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική βιωσιμότητά τους. Όμως, η Επιτροπή όχι μόνον δεν παρέσχε τέτοια απόδειξη, αλλά από τις επίδικες αποφάσεις προκύπτει ότι μπορούσε να αντιμετωπίσει μια ενδεχόμενη ζημία προβλέποντας με τις τελικές αποφάσεις υποχρέωση ανακτήσεως της παρανόμως καταβληθείσας ενισχύσεως. 64 Τέλος, κατά την Ουγγαρία, η δυνατότητα της Επιτροπής να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως ενός εθνικού φορολογικού μέτρου για τον λόγο και μόνον ότι το μέτρο αυτό συνιστά κρατική ενίσχυση, χωρίς να οφείλει να αποδείξει την πλήρωση των τριών προϋποθέσεων για τη λήψη προσωρινών μέτρων, διαταράσσει την κατανομή των αρμοδιοτήτων που έχει ορίσει η νομολογία του Δικαστηρίου μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, αποκλειστικώς στα εθνικά δικαστήρια εναπόκειται να συναγάγουν τις τυχόν συνέπειες παραβάσεως της υποχρεώσεως αναστολής που προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Η σαφής κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Επιτροπής και των εθνικών δικαστηρίων επιβεβαιώνει τον εξαιρετικό χαρακτήρα των διαταγών αναστολής και εμποδίζει την έκδοση τέτοιων διαταγών από την Επιτροπή με μοναδική αιτιολογία ότι η ενίσχυση εξακολουθεί να χορηγείται κατά τη διάρκεια της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Τούτο συνεπάγεται, επίσης, ότι η Επιτροπή μπορεί να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως ενός εθνικού μέτρου μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα προσωρινά μέτρα που λαμβάνουν τα εθνικά δικαστήρια δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ αποδεικνύονται ανεπαρκή. 65 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά. 66 Όπως προκύπτει από την παράθεση των διαδικαστικών κανόνων στις σκέψεις 24 έως 29 ανωτέρω, όταν η Επιτροπή αποφασίζει να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 4, του κανονισμού 659/1999 όσον αφορά εθνικό μέτρο το οποίο δεν της έχει κοινοποιηθεί, το κράτος μέλος υποχρεούται να αναστείλει αμέσως την εκτέλεση του μέτρου αυτού. Το γεγονός ότι ο χαρακτηρισμός του επίμαχου εθνικού μέτρου ως παράνομης κρατικής ενισχύσεως είναι προσωρινός ουδόλως επηρεάζει αυτήν την υποχρέωση αναστολής. 67 Αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την Ουγγαρία, η νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο πολύ νωρίς αναγνώρισε το άμεσο αποτέλεσμα της υποχρεώσεως αναστολής της καταβολής των κρατικών ενισχύσεων πριν από την εκ μέρους της Επιτροπής εξέταση της συμβατότητάς τους με την εσωτερική αγορά (αποφάσεις της 15ης Ιουλίου 1964, Costa, 6/64, EU:C:1964:66, σ. 1162, και της 11ης Δεκεμβρίου 1973, Lorenz, 120/73, EU:C:1973:152, σ. 8), δεν αναθέτει μόνο στα εθνικά δικαστήρια το καθήκον της συναγωγής των συνεπειών μιας ενδεχόμενης παραβάσεως της υποχρεώσεως αναστολής που προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. 68 Κατά τη νομολογία, τα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ αναθέτουν στην Επιτροπή τον κεντρικό και αποκλειστικό ρόλο της διαπιστώσεως του τυχόν ασυμβιβάστου μιας ενισχύσεως με την εσωτερική αγορά, ενώ ότι ο ρόλος των εθνικών δικαστηρίων είναι η διασφάλιση των δικαιωμάτων που οι διάδικοι έλκουν από το άμεσο αποτέλεσμα της απαγορεύσεως που διατυπώνεται στην τελευταία περίοδο του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου 1991, Fédération nationale du commerce extérieur des produits alimentaires και Syndicat national des négociants et transformateurs de saumon, C-354/90, EU:C:1991:440, σκέψη 14). Οι αρμοδιότητες που αναγνωρίζονται στα εθνικά δικαστήρια στον τομέα του ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων δεν μπορούν, επομένως, να περιορίσουν τις εξουσίες που διαθέτει στον τομέα αυτόν η Επιτροπή. Τουναντίον, κατά τη νομολογία, οι εξουσίες των εθνικών δικαστηρίων περιορίζονται όταν η Επιτροπή εκδίδει απόφαση με την οποία κινεί την επίσημη διαδικασία έρευνας (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 21ης Νοεμβρίου2013, Deutsche Lufthansa, C-284/12, EU:C:2013:755, σκέψεις 41 και 42). 69 Όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 30 ανωτέρω, για να μπορεί η Επιτροπή να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με τους κανόνες του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, της έχει αναγνωριστεί η εξουσία να υποχρεώνει το οικείο κράτος μέλος σε άμεση αναστολή της καταβολής μιας παράνομης ενισχύσεως, αφού του έχει παράσχει τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. 70 Οι προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιας διαταγής, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, περιορίζονται σε μια ουσιαστική προϋπόθεση, ήτοι στον χαρακτηρισμό από την Επιτροπή, σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, του επίμαχου εθνικού μέτρου ως παράνομης κρατικής ενισχύσεως, και σε μια διαδικαστική προϋπόθεση, ήτοι στην παροχή στο κράτος μέλος της δυνατότητας να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. 71 Δεν απαιτείται η πλήρωση καμίας άλλης προϋποθέσεως προκειμένου η Επιτροπή να μπορεί να εκδώσει διαταγή βάσει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, ενώ επιβάλλεται να υπογραμμιστεί ότι η κατάσταση αυτή είναι το αποτέλεσμα της βουλήσεως και όχι, όπως υποστηρίζει η Ουγγαρία, παραδρομής του νομοθέτη. Πράγματι, το άρθρο αυτό, το οποίο αντικατοπτρίζει την κατάσταση του δικαίου που απορρέει από την παρατεθείσα στη σκέψη 30 ανωτέρω πάγια νομολογία, δεν τροποποιήθηκε με τις αλλαγές που εισήχθησαν στον κανονισμό 659/1999 και παραμένει αμετάβλητο στον νέο κανονισμό 2015/1589. 72 Ειδικότερα, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την Ουγγαρία, η έκδοση διαταγής αναστολής δεν μπορεί να υπόκειται στις προϋποθέσεις που προβλέπονται για την έκδοση διαταγής ανακτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999 ή σε άλλες προϋποθέσεις που εμπνέονται από τη διάταξη αυτή. 73 Συγκεκριμένα, πρώτον, η διαταγή αναστολής αποτελεί εργαλείο για την πρόληψη της εξακολουθήσεως της παραβάσεως της υποχρεώσεως μη εφαρμογής των σχεδίων θεσπίσεως ή τροποποιήσεως ενισχύσεων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. Δεδομένου ότι, στην περίπτωση των μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων, η υποχρέωση αυτή συγκεκριμενοποιείται κατά τον χρόνο της κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας και του προσωρινού χαρακτηρισμού του επίμαχου εθνικού μέτρου ως παράνομης κρατικής ενισχύσεως, η εξάρτηση της εκδόσεως της διαταγής αναστολής από πρόσθετες ουσιαστικές προϋποθέσεις θα αποδυνάμωνε την αποτελεσματικότητα του μηχανισμού αυτού, σκοπός του οποίου είναι η εξασφάλιση της πλήρους συμμορφώσεως προς τη νομική υποχρέωση που επιβάλλει στο κράτος μέλος το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. 74 Δεύτερον, οι προϋποθέσεις για την έκδοση διαταγής ανακτήσεως δικαιολογούνται από τη φύση της εν λόγω διαταγής και από τη θέση την οποία καταλαμβάνει στο σύστημα προηγούμενου ελέγχου των σχεδίων νέων ενισχύσεων που καθιερώνεται με το άρθρο 108 ΣΛΕΕ. 75 Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, μόνον οι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά ενισχύσεις πρέπει να καταργούνται από τα κράτη μέλη, πράγμα που συνεπάγεται την υποχρέωση ανακτήσεως των ασυμβίβαστων ενισχύσεων που έχουν ήδη καταβληθεί. Αντιθέτως, κατά τη νομολογία, το δίκαιο της Ένωσης δεν επιβάλλει υποχρέωση πλήρους ανακτήσεως κάθε παράνομης ενισχύσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και ministre de la Culture et de la Communication, C-199/06, EU:C:2008:79, σκέψεις 46 και 52). 76 Κατά τη νομολογία, οι καταβληθείσες από τα κράτη μέλη ενισχύσεις δεν μπορούν να θεωρούνται ασυμβίβαστες για τον λόγο και μόνο ότι τέθηκαν σε εφαρμογή κατά παράβαση των υποχρεώσεων κοινοποιήσεως και αναστολής κατά το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής, C-301/87, EU:C:1990:67, σκέψεις 9 έως 11, 16 και 17). Για τον λόγο αυτό, η κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας όσον αφορά εθνικό μέτρο στην προβλεπόμενη στο άρθρο 13 του κανονισμού 659/1999 περίπτωση υποχρεώνει μεν το οικείο κράτος μέλος σε άμεση αναστολή της καταβολής της ενισχύσεως, πλην όμως δεν του επιβάλλει υποχρέωση ανακτήσεώς της. 77 Τούτο δεν σημαίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης αποκλείει τη δυνατότητα ανακτήσεως των παρανόμως καταβληθεισών ενισχύσεων πριν η Επιτροπή αποφανθεί σχετικά με τη συμβατότητά τους. 78 Αφενός, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πλήρης αποτελεσματικότητα των διατάξεων του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, εναπόκειται στα εθνικά δικαστήρια, σε περίπτωση παραβάσεως της διατάξεως αυτής, να αντλήσουν όλες τις συνέπειες, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, όσον αφορά τόσο το κύρος των πράξεων που συνιστούν εκτέλεση των μέτρων ενισχύσεως, όσο και την ανάκτηση της χρηματοδοτικής ενισχύσεως που χορηγήθηκε κατά παράβαση της διατάξεως αυτής (βλ. απόφαση της 21ης Ιουλίου 2005, Xunta de Galicia, C-71/04, EU:C:2005:493, σκέψη 49 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Ειδικότερα, η διαπίστωση ότι η ενίσχυση χορηγήθηκε κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, τελευταία περίοδος, ΣΛΕΕ μπορεί, ανάλογα με τις περιστάσεις, να συνεπάγεται την επιστροφή της σύμφωνα με τους διαδικαστικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, ακόμη και αν η ενίσχυση αυτή κηρυχθεί μεταγενεστέρως συμβατή με την εσωτερική αγορά (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2008, CELF και ministre de la Culture et de la Communication, C-199/06, EU:C:2008:79, σκέψεις 52 και 53). 79 Αφετέρου, ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε τη δυνατότητα της Επιτροπής να εκδίδει διαταγές για την ανάκτηση των παρανόμως καταβληθεισών ενισχύσεων πριν από το πέρας της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Ωστόσο, λόγω του ότι οι διαταγές αυτές επηρεάζουν την κατάσταση του δικαιούχου, ο νομοθέτης της Ένωσης εξήρτησε την έκδοσή τους από αυστηρές προϋποθέσεις, οι οποίες ορίζονται στο άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999. 80 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, πρώτον, η Επιτροπή δεν είχε υποχρέωση να επικαλεστεί στις επίδικες αποφάσεις πάγια πρακτική ή νομολογία, υπό το πρίσμα των οποίων είναι αναμφισβήτητος ο χαρακτήρας των επίμαχων εθνικών μέτρων ως κρατικής ενισχύσεως. 81 Ωστόσο, από τη δικογραφία προκύπτει ότι, αρκετούς μήνες πριν από την έκδοση των επίδικων αποφάσεων, με την απόφαση C(2015) 1520, της 12ης Μαρτίου 2015, σχετικά με το μέτρο SA.39235 (2015/C) (πρώην 2015/NN) – Ουγγαρία – Φόρος διαφήμισης (ΕΕ 2015, C 136, σ. 7), η Επιτροπή κίνησε επίσημη διαδικασία έρευνας όσον αφορά φόρο τον οποίο θέσπισε η Ουγγαρία στον τομέα της διαφημίσεως, φόρο ο οποίος χαρακτηριζόταν από προοδευτικό φορολογικό συντελεστή εφαρμοζόμενο επί του κύκλου εργασιών από διαφημιστικές υπηρεσίες των επιχειρήσεων μέσων ενημερώσεως και ο οποίος, λόγω του στοιχείου αυτού, ήταν παρόμοιος με την εισφορά υγείας και με το τροποποιημένο τέλος επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας. Πριν και μετά την έκδοση της εν λόγω αποφάσεως υπήρξε αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των ουγγρικών αρχών από την οποία προκύπτει ότι η Ουγγαρία δεν μπορεί βασίμως να ισχυριστεί ότι δεν είχε ενημερωθεί για την πρακτική της Επιτροπής να χαρακτηρίζει τα εθνικά φορολογικά μέτρα που προβλέπουν τέτοιο προοδευτικό συντελεστή ως κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. 82 Εξάλλου, η Ουγγαρία δεν μπορεί να προσάψει στην Επιτροπή ότι δεν προσδιόρισε, στις επίδικες αποφάσεις, την κατηγορία επιχειρήσεων οι οποίες ήταν οι μόνες που ευνοούνταν από τα επίμαχα εθνικά μέτρα. Πράγματι, δεν απαιτείται από την Επιτροπή να προσδιορίζει μια συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρήσεων οι οποίες είναι οι μόνες που ευνοούνται από φορολογικό μέτρο προκειμένου να χαρακτηρίσει το μέτρο αυτό ως κρατική ενίσχυση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 21ης Δεκεμβρίου 2016, Επιτροπή κατά World Duty Free Group SA κ.λπ., C-20/15 P και C-21/15 P, EU:C:2016:981, σκέψη 93). 83 Δεύτερον, η Επιτροπή δεν ήταν επίσης υποχρεωμένη να αποδείξει με τις επίδικες αποφάσεις ότι, ελλείψει των προσβαλλόμενων διαταγών, τα επίμαχα εθνικά μέτρα ενείχαν τον κίνδυνο να επιφέρουν, κατά τρόπο άμεσο, σοβαρή και ανεπανόρθωτη οικονομική ζημία ή ότι οι επιχειρήσεις που πλήττονται από τα μέτρα αυτά ήταν πιθανό να περιέλθουν σε κατάσταση που θα έθετε σε κίνδυνο την οικονομική τους βιωσιμότητα. 84 Συναφώς, όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από την απόφαση (2007) 4313 της Επιτροπής (βλ. σκέψη 63 ανωτέρω), αρκεί η υπόμνηση ότι το κύρος των προσβαλλόμενων διαταγών πρέπει να εξεταστεί με αποκλειστικό γνώμονα το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 και όχι την προηγούμενη πρακτική της Επιτροπής (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Freistaat Sachsen και Land Sachsen-Anhalt κατά Επιτροπής, C-459/10 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2011:515, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 85 Τρίτον, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την Ουγγαρία, το γεγονός ότι οι τρεις προϋποθέσεις τις οποίες επικαλείται στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας της δεν προβλέπονται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 δεν σημαίνει ότι η εξουσία εκτιμήσεως που παρέχεται στην Επιτροπή από τη νομολογία και από τον νομοθέτη της Ένωσης ως προς την έκδοση διαταγών αναστολής είναι απεριόριστη ή ότι δεν υπόκειται σε έλεγχο. 86 Πράγματι, αφενός, τα όρια εντός των οποίων η Επιτροπή μπορεί να εφαρμόσει τις διαταγές αναστολής καθορίζονται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, από το οποίο προκύπτει ότι η Επιτροπή οφείλει να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το υπό εκτέλεση εθνικό μέτρο συνιστά νέα κρατική ενίσχυση και να διαβουλευθεί με το οικείο κράτος μέλος σχετικά με τη σχεδιαζόμενη διαταγή. Η εκ μέρους της Επιτροπής τήρηση αυτών των διαδικαστικών και ουσιαστικών προϋποθέσεων για την έκδοση διαταγής αναστολής μπορεί να υποβληθεί στον έλεγχο του δικαστή της Ένωσης από το οικείο κράτος μέλος. Αφετέρου, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 50 ανωτέρω, ο έλεγχος του δικαστή της Ένωσης δεν περιορίζεται μόνον στις προϋποθέσεις του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 και μπορεί να περιλάβει, μεταξύ άλλων, και τη συμφωνία της διαταγής αναστολής με τη Συνθήκη ΛΕΕ και τις γενικές αρχές του δικαίου (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, E και F, C-550/09, EU:C:2010:382, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 87 Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας τις προσβαλλόμενες διαταγές, δεν παρέβη το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η απόρριψη του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως. – Επί του δευτέρου σκέλους 88 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η Ουγγαρία υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι η προσθήκη επιπλέον προϋποθέσεων πέραν εκείνων που περιλαμβάνονται ήδη στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 είναι αναγκαία από πλευράς της αρχής της αναλογικότητας. 89 Κατά την Ουγγαρία, η κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 διαταγή αναστολής δεν είναι το μοναδικό μέσο για την διόρθωση των συνεπειών ενός εθνικού φορολογικού μέτρου το οποίο δύναται να χαρακτηριστεί ως κρατική ενίσχυση κατά το πέρας της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Επιπλέον, μια τέτοια διαταγή συνιστά τέτοιας κλίμακας επέμβαση στην εσωτερική έννομη τάξη που θα πρέπει να χρησιμοποιείται μόνον ελλείψει άλλων, λιγότερο δραστικών, μέτρων. 90 Εν προκειμένω, καταρχάς, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας διότι, στις επίδικες αποφάσεις, η Επιτροπή φαίνεται να δέχεται ότι τα μόνα κριτήρια για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγών είναι η ύπαρξη στρεβλώσεως του ανταγωνισμού λόγω των επίμαχων εθνικών μέτρων καθώς και η συνεχιζόμενη εφαρμογή των μέτρων κατά τον χρόνο εκδόσεως των προσβαλλόμενων διαταγών. Ωστόσο, η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει και το ζήτημα εάν η στρέβλωση του ανταγωνισμού λόγω των επίμαχων εθνικών μέτρων είχε μόνιμο και μη αναστρέψιμο χαρακτήρα. Η Ουγγαρία επισημαίνει συναφώς ότι, σε πολλές αποφάσεις ληφθείσες κατά τα τελευταία έτη, η Επιτροπή δεν εξέδωσε διαταγές αναστολής, παρότι, ήδη από την έναρξη της διαδικασίας, ήταν πρόδηλο ότι το επίμαχο εθνικό μέτρο ομοίαζε με κρατική ενίσχυση ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά. 91 Ακολούθως, στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας διότι, με τις ενημερωτικές επιστολές της 17ης Μαρτίου και της 13ης Απριλίου 2015 προς τις ουγγρικές αρχές πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγών (βλ. σκέψη 5 ανωτέρω), η Επιτροπή απλώς τις ενημέρωσε κατά τρόπο όλως αόριστο και συνοπτικό σχετικά με την πρόθεσή της να εκδώσει διαταγή στην περίπτωση που οι εκ μέρους των αρχών αυτών πληροφορίες στο πλαίσιο της διαδικασίας επίσημης έρευνας αποδεικνύονταν ανεπαρκείς για την άρση των αμφιβολιών της ως προς τη συμβατότητα των επίμαχων εθνικών μέτρων με την εσωτερική αγορά. Από τη διατύπωση αυτή προέκυπτε ότι και μόνον αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς τη συμβατότητα ενός μέτρου μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για την έκδοση διαταγής αναστολής. 92 Τέλος, στοιχειοθετείται παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας διότι η Επιτροπή ανέφερε, στις επίδικες αποφάσεις, ότι ο αισθητά προοδευτικός χαρακτήρας των επίμαχων εθνικών μέτρων θα αρκούσε από μόνος του για να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα επί του ανταγωνισμού. Ωστόσο, οι προσβαλλόμενες διαταγές δεν αφορούσαν μόνο τον αισθητά προοδευτικό χαρακτήρα του συντελεστή, αλλά το «προοδευτικό σύστημα» στο σύνολό του, πράγμα το οποίο προδήλως αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας. 93 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά. 94 Η αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί τμήμα των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης, απαιτεί οι πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να μην υπερβαίνουν τα όρια του ενδεδειγμένου και αναγκαίου μέτρου για την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκει νομίμως η οικεία ρύθμιση, εξυπακουομένου ότι, οσάκις υφίσταται δυνατότητα επιλογής μεταξύ πλειόνων ενδεδειγμένων μέτρων, πρέπει να επιλέγεται το λιγότερο καταναγκαστικό, ενώ τα προξενούμενα μειονεκτήματα δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα προς τους επιδιωκόμενους σκοπούς (απόφαση της 24ης Μαΐου 2007, Maatschap Schonewille-Prins, C-45/05, EU:C:2007:296, σκέψη 45). 95 Συναφώς, πρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία την οποία προβάλλει η Ουγγαρία στο πλαίσιο του υπό κρίση σκέλους στηρίζεται στην ίδια θέση με την υποστηριζόμενη στο πρώτο σκέλος, κατά την οποία, προκειμένου να εκδώσει διαταγή αναστολής, η Επιτροπή πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη προϋποθέσεων οι οποίες δεν προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999. Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή για τους λόγους που εκτίθενται στις σκέψεις 70 έως 86 ανωτέρω. 96 Δεύτερον, καίτοι η επιχειρηματολογία την οποία προέβαλε με τα υπομνήματά της είναι ασαφής ως προς το σημείο αυτό, η Ουγγαρία φαίνεται να υποστηρίζει ότι, παρά την κίνηση των επίσημων διαδικασιών έρευνας όσον αφορά τα επίμαχα εθνικά μέτρα, οι ουγγρικές αρχές εξακολουθούσαν να δικαιούνται να τα εφαρμόζουν και ότι μόνο οι προσβαλλόμενες διαταγές θα μπορούσαν να εμποδίσουν την εφαρμογή τους. Επομένως, από τα υπομνήματα της Ουγγαρίας προκύπτει ότι το ανασταλτικό αποτέλεσμα των επίμαχων εθνικών μέτρων ερείδεται μόνον στις προσβαλλόμενες διαταγές, και όχι στην κίνηση των επίσημων διαδικασιών έρευνας. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία αυτή, η οποία στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των αποτελεσμάτων της αποφάσεως για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας και, κυρίως, των υποχρεώσεων που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, είναι απορριπτέα. 97 Πάντως, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η Ουγγαρία ανέφερε, απαντώντας σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, ότι η κίνηση των επισήμων διαδικασιών έρευνας εν προκειμένω συνεπαγόταν υποχρέωση αναστολής της εκτελέσεως των επίμαχων εθνικών μέτρων, την οποία όφειλε να σεβασθεί. Η Ουγγαρία υποστήριξε, ωστόσο, ότι το στοιχείο αυτό δεν ήταν κρίσιμο για την εκτίμηση του βασίμου του υπό κρίση σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως. 98 Από τις επίδικες αποφάσεις (αιτιολογική σκέψη 45 της αποφάσεως για την εισφορά υγείας και αιτιολογική σκέψη 54 της αποφάσεως για την τροποποίηση του τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας), οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν ως προς το σημείο αυτό από την Ουγγαρία, προκύπτει ότι, απαντώντας στις ενημερωτικές επιστολές της 17ης Μαρτίου και της 13ης Απριλίου 2015, στις οποίες η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα των επίμαχων εθνικών μέτρων με την εσωτερική αγορά και ανέφερε το ενδεχόμενο εκδόσεως των διαταγών αναστολής, οι ουγγρικές αρχές δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις ως προς το ζήτημα των διαταγών. Επιπλέον, από την απόφαση για την τροποποίηση του τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας (αιτιολογική σκέψη 54) προκύπτει ότι οι ουγγρικές αρχές περιορίστηκαν στη δήλωση ότι, κατά την άποψή τους, ο προοδευτικός φορολογικός συντελεστής του τροποποιημένου τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση. Βάσει των στοιχείων αυτών, τα οποία η Επιτροπή ερμήνευσε ορθώς ως άρνηση συμμορφώσεως προς την υποχρέωση αναστολής, η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγών πρέπει να θεωρηθεί πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη των θεμιτών σκοπών που επιδιώκεται με την επίμαχη ρύθμιση, δηλαδή, εν προκειμένω, τα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ. 99 Επιπλέον, καίτοι είναι αληθές ότι η διαταγή αναστολής αποτελεί μέτρο δεσμευτικότερο από την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας (βλ. σκέψη 32 ανωτέρω), οι δύο αυτές πράξεις παράγουν ουσιαστικά το ίδιο έννομο αποτέλεσμα, δηλαδή την υποχρέωση άμεσης αναστολής της καταβολής της επίμαχης κρατικής ενισχύσεως. Επομένως, τα μειονεκτήματα που προκαλούνται στο κράτος μέλος με τη διαταγή αναστολής δεν είναι υπέρμετρα σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από τα άρθρα 107 και 108 ΣΛΕΕ σκοπούς. 100 Τρίτον, το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι η Επιτροπή τη διέταξε να αναστείλει το «προοδευτικό σύστημα» στο σύνολό του δεν ερείδεται επί των πραγματικών περιστατικών. Όντως, στην αιτιολογική σκέψη 53 της αποφάσεως για την εισφορά υγείας και στην αιτιολογική σκέψη 62 της αποφάσεως για την τροποποίηση του τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας, η Επιτροπή δεν διέταξε την αναστολή άλλων μέτρων πέραν εκείνων τα οποία θεώρησε προσωρινώς ότι συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, στις ενότητες 4.1 των εν λόγω αποφάσεων, όπως επιβεβαιώνεται σαφώς από τις αιτιολογικές σκέψεις 46 και 48 της πρώτης και τις αιτιολογικές σκέψεις 55 και 57 της δεύτερης αποφάσεως, που περιλαμβάνονται στις ενότητες όπου εκτίθεται η αιτιολογία των προσβαλλόμενων διαταγών. 101 Τέλος, το επιχείρημα το οποίο αντλείται από την προγενέστερη πρακτική της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτό για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν στη σκέψη 84 ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σε κάθε μία από τις υποθέσεις που παρατέθηκαν από την Ουγγαρία, τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη όφειλαν να αναστείλουν την εκτέλεση των σχετικών φορολογικών μέτρων ήδη από τον χρόνο κινήσεως από την Επιτροπή των επίσημων διαδικασιών έρευνας όσον αφορά τα μέτρα αυτά. 102 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, εκδίδοντας τις προσβαλλόμενες διαταγές, η Επιτροπή δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας. Κατά συνέπεια, επιβάλλεται η απόρριψη του δεύτερου σκέλους του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως. 103 Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί. Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως 104 Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται παραβίαση των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ίσης μεταχειρίσεως. 105 Αφενός, η παραβίαση των αρχών αυτών απορρέει από το γεγονός ότι η Επιτροπή αποφάσισε να εκδώσει τις διαταγές αναστολής έναντι της Ουγγαρίας ενώ δεν έχει χρησιμοποιήσει το μέτρο αυτό έναντι άλλων κρατών μελών, ακόμη και σε αποφάσεις σχετικά με φορολογικά μέτρα, όπως τα τέλη αεροδρομίου ή τα μέτρα τα οποία είναι γνωστά με την ονομασία γένους tax rulings. Επιπλέον, ενώ, κατά το παρελθόν, η Επιτροπή έχει εκδώσει μέτρα αναστολής μόνον σποραδικά, εξέδωσε τρεις διαταγές έναντι της Ουγγαρίας, εκ των οποίων οι δύο προσβαλλόμενες διαταγές, μόνον κατά τη διάρκεια του έτους 2015. 106 Η Ουγγαρία επισημαίνει, συναφώς, ότι η Επιτροπή έχει ήδη εξετάσει φορολογικά μέτρα της Ουγγαρίας που είχαν ως βάση το ίδιο σύστημα προοδευτικού φόρου επί του κύκλου εργασιών, στο πλαίσιο διαδικασιών που κινήθηκαν δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Υποστηρίζει ότι οι έναντί της εκδοθείσες διαταγές αναστολής εκφράζουν την πρόθεση της Επιτροπής να παρακάμψει τις εν λόγω διαδικασίες και να προκαλέσει άμεσο αποτέλεσμα στην εθνική έννομη τάξη. 107 Αφετέρου, η παραβίαση των προαναφερθεισών αρχών, καθώς και η παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, απορρέουν από το γεγονός ότι, στις σπάνιες περιπτώσεις κατά τις οποίες η Επιτροπή εξέδωσε διαταγές αναστολής, το έπραξε στηριζόμενη σε διαφορετικά νομικά κριτήρια από αυτά που εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση. Ειδικότερα, σε προηγούμενες αποφάσεις, εξέτασε το ανεπανόρθωτο της ζημίας που θα μπορούσε να προκληθεί από το επίμαχο εθνικό μέτρο αν δεν εκδιδόταν διαταγή αναστολής. 108 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά. 109 Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων ή της ίσης μεταχειρίσεως επιτάσσει, κατά πάγια νομολογία, να μην αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο όμοιες καταστάσεις ούτε καθ’ όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός αν μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς (βλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2013, IBV & Cie, C-195/12, EU:C:2013:598, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 110 Εν προκειμένω, η Ουγγαρία επικαλείται την πρώτη πτυχή αυτής της αρχής, σύμφωνα με την οποία οι όμοιες καταστάσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται κατά διαφορετικό τρόπο. Ως εκ τούτου, προκειμένου να διαπιστωθεί ενδεχόμενη δυσμενής διάκριση, πρέπει, προηγουμένως, να εξετασθεί το κατά πόσον οι καταστάσεις τις οποίες επικαλείται η Ουγγαρία είναι πράγματι όμοιες. 111 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με τα υπομνήματά της, η Ουγγαρία περιορίζεται στην παραπομπή σε ορισμένες αποφάσεις ληφθείσες από την Επιτροπή κατά τα τελευταία έτη, οι οποίες προσδιορίζονται μόνο από τον τίτλο τους. Για ορισμένες από αυτές τις αποφάσεις, δεν είναι καν σαφές αν πρόκειται για αποφάσεις περί κινήσεως επίσημων διαδικασιών έρευνας ή για τελικές αποφάσεις με τις οποίες περατώνονται οι διαδικασίες αυτές. Το μόνο κριτήριο βάσει του οποίου θα μπορούσαν να θεωρηθούν συγκρίσιμες οι αποφάσεις αυτές, πέραν του ότι όλες αφορούν κρατικές ενισχύσεις, είναι το γεγονός ότι αφορούν όλες φορολογικά μέτρα. Η Ουγγαρία δεν διευκρινίζει, αντιθέτως, αν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, πως τα φορολογικά αυτά μέτρα ομοιάζουν με τα επίμαχα εν προκειμένω εθνικά μέτρα. Περαιτέρω, δεν διευκρινίζει αν οι αποφάσεις τις οποίες επικαλείται αφορούν μέτρα κοινοποιηθέντα στην Επιτροπή και αν τα κράτη μέλη στα οποία απευθύνονται αυτές οι αποφάσεις τήρησαν την υποχρέωση αναστολής. Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ουγγαρία δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι οι καταστάσεις τις οποίες επικαλείται είναι πράγματι όμοιες με τη δική της. 112 Εξάλλου, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η εξουσία εκδόσεως διαταγών αναστολής την οποία έχει η Επιτροπή δεν συνεπάγεται ότι η Επιτροπή υποχρεούται να διατάξει άνευ ετέρου το οικείο κράτος μέλος να αναστείλει τη χορήγηση ενισχύσεως η οποία δεν κοινοποιήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ (βλ. απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, Βέλγιο κατά Επιτροπής, C-75/97, EU:C:1999:311, σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την Ουγγαρία, ορθώς η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα, βάσει της νομολογίας αυτής, ότι δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει την επιλογή της να μην εκδώσει διαταγή αναστολής σε δεδομένη περίπτωση. 113 Ως εκ τούτου, το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή κίνησε επίσημες διαδικασίες έρευνας όσον αφορά τα φορολογικά μέτρα που υφίστανται σε ορισμένα κράτη μέλη χωρίς να εκδώσει διαταγή αναστολής, ενώ, κατά την κίνηση επίσημων διαδικασιών έρευνας σχετικά με φορολογικά μέτρα που υφίστανται σε άλλα κράτη μέλη, η Επιτροπή εξέδωσε τέτοιες διαταγές, δεν αρκεί προς απόδειξη παραβιάσεως των αρχών της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ίσης μεταχειρίσεως. 114 Δεύτερον, όσον αφορά τις διαδικασίες λόγω παραβάσεως που κινήθηκαν από την Επιτροπή έναντι της Ουγγαρίας όσον αφορά τις δημόσιες επιβαρύνσεις βάσει συστήματος προοδευτικού φόρου επί του κύκλου εργασιών, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο έχει ήδη επιληφθεί καταστάσεων στις οποίες τα μέτρα τα οποία έλαβε κράτος μέλος ενέπιπταν ταυτοχρόνως στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων και των διατάξεων της Συνθήκης ΛΕΕ σχετικά με άλλες πτυχές της λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. 115 Το Δικαστήριο έκρινε τότε ότι, αφενός, οι διαφορές μεταξύ των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, αφετέρου, η έκταση των εξουσιών που έχει η Επιτροπή κατά την εφαρμογή τους δεν αποκλείουν να υπόκειται ένα εθνικό μέτρο σωρευτικώς στις διατάξεις του άρθρου 110, πρώτο εδάφιο, ΣΛΕΕ και στις διατάξεις σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις και να αποτελεί συναφώς το αντικείμενο δύο διακριτών διαδικασιών, μίας δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ και άλλης δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 21ης Μαΐου 1980, Επιτροπή κατά Ιταλίας, 73/79, EU:C:1980:129, σκέψεις 6 έως 10). 116 Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι κίνησε την επίσημη διαδικασία έρευνας, δυνάμει του άρθρου 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, όσον αφορά εθνικό μέτρο το οποίο εξετάζει συγχρόνως και στο πλαίσιο διαδικασίας προβλεπόμενης στο άρθρο 258 ΣΛΕΕ. 117 Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα που αντλεί η Ουγγαρία από τη σύγκριση των προσβαλλόμενων διαταγών με προηγούμενη απόφαση στο πλαίσιο της οποίας η Επιτροπή εξέτασε το ανεπανόρθωτο της ζημίας που θα μπορούσε να προκληθεί από το επίμαχο εθνικό μέτρο προτού εκδώσει τη διαταγή αναστολής, αρκεί να υπομνησθεί, όπως στη σκέψη 84 ανωτέρω, ότι το κύρος των προσβαλλόμενων διαταγών πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα μόνον του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 και όχι της προγενέστερης πρακτικής της Επιτροπής. 118 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, εκδίδοντας τις προσβαλλόμενες διαταγές, η Επιτροπή δεν παραβίασε τις αρχές της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ίσης μεταχειρίσεως. 119 Επομένως, ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί. Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως 120 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται από παράβαση του άρθρου 296, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ, του άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο γʹ, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας. 121 Κατά την Ουγγαρία, καταρχάς, οι επίδικες αποφάσεις πάσχουν από έλλειψη αιτιολογίας καθόσον η Επιτροπή δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγών ήταν εν προκειμένω αναγκαία. Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι το επίπεδο της αιτιολογίας που απαιτείται στην περίπτωση της εκδόσεως διαταγής αναστολής θα έπρεπε να είναι υψηλότερο από ό,τι στην περίπτωση της κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Ωστόσο, στις επίδικες αποφάσεις, η Επιτροπή αρκέστηκε στην επισήμανση ότι τα επίμαχα εθνικά μέτρα συνιστούσαν κρατική ενίσχυση, ότι ήταν στο στάδιο εκτελέσεως και ότι ο αισθητά προοδευτικός χαρακτήρας των συντελεστών της εισφοράς υγείας και του τροποποιημένου τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας μπορούσαν να έχουν αρνητικές συνέπειες στον ανταγωνισμό. 122 Περαιτέρω, οι επίδικες αποφάσεις πάσχουν από έλλειψη αιτιολογίας καθόσον η Επιτροπή δεν εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους, στην προκειμένη περίπτωση, θεμελίωσε τις διαταγές αναστολής σε κριτήρια διαφορετικά από εκείνα τα οποία εφάρμοσε σε άλλες υποθέσεις στο πλαίσιο των οποίων εξέδωσε τέτοιες διαταγές. Επιπλέον, αντίθετα προς την προγενέστερη πρακτική της και τη στάση που τήρησε σε άλλες υποθέσεις, στην προκειμένη περίπτωση, η Επιτροπή δεν παρέσχε τη δυνατότητα στις ουγγρικές αρχές να εκθέσουν την άποψή τους σχετικά με τις προσβαλλόμενες διαταγές. 123 Επιπλέον, η Επιτροπή περιορίστηκε να καθορίσει τις κατηγορίες επιχειρήσεων με κύκλο εργασιών περισσότερο ή λιγότερο σημαντικό και, μη λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις της νομολογίας, δεν προσδιόρισε τον κύκλο των αποκλειστικών δικαιούχων των επίμαχων εθνικών μέτρων. 124 Τέλος, η Επιτροπή αρκέστηκε να δηλώσει ότι τα επίμαχα εθνικά μέτρα μπορούσαν να επηρεάσουν σε μεγάλο βαθμό τον ανταγωνισμό εντός της αγοράς, χωρίς να προσδιορίσει την αγορά για την οποία επρόκειτο, τις δραστηριοποιούμενες στην αγορά αυτή επιχειρήσεις και τον τρόπο με τον οποίο τα επίμαχα εθνικά μέτρα μπορούσαν να την επηρεάσουν. 125 Εξάλλου, στο πλαίσιο της προσφυγής στην υπόθεση T-554/15, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως, καθόσον η αιτιολογία της αποφάσεως για την εισφορά υγείας, ιδίως στις αιτιολογικές σκέψεις 48 και 53, είναι αντιφατική και μη αρκούντως ακριβής. Κατά την άποψή της, δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί, με βάση την εν λόγω απόφαση, ποιες διατάξεις του νόμου που εισάγει την εισφορά υγείας έπρεπε να ανασταλούν. 126 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά. 127 Ευθύς εξαρχής και χωρίς να χρειάζεται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο σχετικά με το ζήτημα που έθεσε η Επιτροπή, αν μπορούν να εφαρμοστούν έναντι κράτους μέλους οι διατάξεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, πρέπει να υπομνησθεί, αφενός, ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως των νομικών πράξεων των θεσμικών οργάνων προβλέπεται από τη Συνθήκη ΛΕΕ και, αφετέρου, ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, στο πλαίσιο οποιασδήποτε διαδικασίας που κινείται κατά προσώπου και είναι ικανή να καταλήξει σε βλαπτική γι’ αυτό πράξη, συνιστά θεμελιώδη αρχή του δικαίου της Ένωσης και πρέπει να διασφαλίζεται ακόμη και όταν δεν υφίσταται ειδική ρύθμιση. Ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας των κρατών μελών πρέπει να διασφαλίζεται και στο πλαίσιο των διαδικασιών σχετικά με τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1987, Γαλλία κατά Επιτροπής, 259/85, EU:C:1987:478, σκέψη 12, και της 14ης Φεβρουαρίου 1990, Γαλλία κατά Επιτροπής, C-301/87, EU:C:1990:67, σκέψεις 29 έως 31). 128 Κατά πάγια νομολογία, μολονότι από την επιβαλλόμενη από το άρθρο 296 παράγραφος 2, ΣΛΕΕ αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την επίμαχη πράξη, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο και το Γενικό Δικαστήριο να μπορεί να ασκήσει τον έλεγχό του, εντούτοις δεν απαιτείται να διευκρινίζει όλα τα ουσιώδη νομικά και πραγματικά στοιχεία. Η τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει, εξάλλου, να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το γράμμα της πράξεως, αλλά και με το πλαίσιό της, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα. Ειδικότερα, μια πράξη είναι επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον εκδόθηκε εντός πλαισίου που είναι γνωστό στο οικείο κράτος μέλος και το οποίο του παρέχει τη δυνατότητα να αντιληφθεί το περιεχόμενο του ληφθέντος μέτρου (βλ., υπό την ένοια αυτή, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 2013, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, C-63/12, EU:C:2013:752, σκέψεις 98 και 99 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 129 Όσον αφορά το επίπεδο της αιτιολογίας της διαταγής αναστολής, πρέπει να τονιστεί ότι μια τέτοια διαταγή εκδίδεται πριν η Επιτροπή αποφανθεί κατά τρόπο οριστικό ως προς τη συμβατότητα του οικείου μέτρου με την εσωτερική αγορά, και τούτο ανεξαρτήτως του αν η διαταγή αυτή εκδίδεται συγχρόνως με την απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας ή μετά από αυτήν. Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένου υπόψη του σκοπού των διαταγών αναστολής (βλ. σκέψεις 30 και 69 ανωτέρω), πρέπει να θεωρηθεί ότι, όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του επίμαχου μέτρου ως παράνομης κρατικής ενισχύσεως, το επίπεδο της αιτιολογίας της διαταγής αναστολής πρέπει να ανταποκρίνεται στην αιτιολογία την οποία επιτάσσει η νομολογία για τις αποφάσεις κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας. Όμως, σε αποφάσεις αυτού του είδους, η Επιτροπή μπορεί να περιορισθεί στη συνοπτική επανάληψη των κρίσιμων πραγματικών και νομικών στοιχείων, στην παράθεση προσωρινής εκτιμήσεως του μέτρου με σκοπό να προσδιοριστεί εάν έχει χαρακτήρα ενισχύσεως, και στην παράθεση των λόγων που γεννούν αμφιβολίες ως προς τη συμβατότητα του μέτρου με την εσωτερική αγορά (απόφαση της 21ης Ιουλίου 2011, Alcoa Trasformazioni κατά Επιτροπής, C-194/09 P, EU:C:2011:497, σκέψεις 102 και 103). 130 Τέλος, υπενθυμίζεται ότι, όταν εκδίδει διαταγή αναστολής, η Επιτροπή πρέπει να αποδεικνύει την πλήρωση μόνον των προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 (βλ. σκέψεις 71 και 80 έως 84 ανωτέρω) και δεν υποχρεούται να αιτιολογεί την επιλογή της να μην εκδώσει διαταγή αναστολής σε μια συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. σκέψη 112 ανωτέρω). 131 Εν προκειμένω, πρώτον, όσον αφορά την αιτιολογία σχετικά με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στις αιτιολογικές σκέψεις 10 έως 37 της αποφάσεως για την εισφορά υγείας και στις αιτιολογικές σκέψεις 20 έως 42 της αποφάσεως για την τροποποίηση του τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας, η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους που δικαιολογούσαν την προσωρινή της διαπίστωση ότι τα επίμαχα εθνικά μέτρα αποτελούσαν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 107, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Στις αιτιολογικές σκέψεις, αντιστοίχως, 42 και 51 των εν λόγω αποφάσεων, έκρινε ότι τα μέτρα αυτά αποτελούσαν νέες ενισχύσεις οι οποίες δεν της είχαν κοινοποιηθεί, κατά παράβαση του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, και ότι, επομένως, έπρεπε να θεωρηθούν παράνομες ενισχύσεις. Αυτά τα στοιχεία της αιτιολογίας περιλαμβάνονται συνοπτικά, αντιστοίχως, στις αιτιολογικές σκέψεις 46 και 55 των προμνησθεισών αποφάσεων που περιλαμβάνονται στα τμήματά τους σχετικά με τις προσβαλλόμενες διαταγές. 132 Η αιτιολογία αυτή είναι επαρκής από απόψεως των απαιτήσεων που απορρέουν από την παρατιθέμενη στις σκέψεις 128 και 129 ανωτέρω νομολογία. Συναφώς, αφενός, η αιτίαση της Ουγγαρίας σχετικά με τον καθορισμό της κατηγορίας επιχειρήσεων οι οποίες ήταν οι μόνες επωφελούμενες από τα επίμαχα εθνικά μέτρα δεν μπορεί να γίνει δεκτή για τους λόγους που εκτέθηκαν στη σκέψη 82 ανωτέρω. Αφετέρου, όσον αφορά την ανεπάρκεια της αιτιολογίας των επίδικων αποφάσεων όσον αφορά τον ορισμό της οικείας αγοράς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την Ουγγαρία, η Επιτροπή εξέθεσε επαρκώς, στο πλαίσιο της αποφάσεως για την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, στην αιτιολογική σκέψη 36 της αποφάσεως για την εισφορά υγείας και στην αιτιολογική σκέψη 41 της αποφάσεως για την τροποποίηση του τέλους επιθεωρήσεως της τροφικής αλυσίδας, τις συνέπειες τις οποίες τα επίμαχα εθνικά μέτρα ενδεχομένως να είχαν στην αγορά της παραγωγής και πωλήσεως προϊόντων καπνού και στην αγορά της λιανικής πωλήσεως ειδών ευρείας καταναλώσεως. 133 Δεύτερον, όσον αφορά την αιτιολογία σχετικά με την διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγών, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την Ουγγαρία, η Επιτροπή της παρέσχε τη δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της σχετικά με τις προσβαλλόμενες διαταγές πριν από την έκδοσή τους. Πράγματι, οι ενημερωτικές επιστολές της 17ης Μαρτίου και της 13ης Απριλίου 2015, που επισυνάπτονται από την Ουγγαρία στα δικόγραφα των προσφυγών, περιλαμβάνουν σαφή αναφορά στο γεγονός ότι η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεως των διαταγών που προβλέπονται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 και ότι, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, καλεί την Ουγγαρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας 20 εργάσιμων ημερών. Από τις επίδικες αποφάσεις προκύπτει επίσης, χωρίς αμφισβήτηση εκ μέρους της Ουγγαρίας, ότι οι ουγγρικές αρχές δεν υπέβαλαν εγκαίρως τις παρατηρήσεις τους επί των διαταγών που επρόκειτο να εκδοθούν. 134 Τρίτον, όσον αφορά την αιτιολογία σχετικά με την ανάγκη εκδόσεως των προσβαλλόμενων διαταγών, παρατηρείται ότι, καίτοι απορρέει από το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 ότι η Επιτροπή οφείλει να εκθέσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το υπό εκτέλεση εθνικό μέτρο συνιστά νέα κρατική ενίσχυση, η διάταξη αυτή δεν επιβάλλει εντούτοις στην Επιτροπή την υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς τη σκοπιμότητα της εκδόσεως διαταγής σε δεδομένη περίπτωση. Η σκοπιμότητα εκδόσεως του μέτρου αυτού δικαιολογείται, ειδικότερα, από την ύπαρξη αποδεδειγμένης παραβάσεως, εκ μέρους κράτους μέλους, του άρθρου 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ. 135 Ωστόσο, σε μια κατάσταση όπως αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, στην οποία η διαταγή αναστολής ενσωματώνεται στην απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, λαμβανομένου υπόψη του ευρέος περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, καθώς και του ειδικού εννόμου αποτελέσματος που απορρέει από τη διαταγή αναστολής δυνάμει του άρθρου 12 του κανονισμού αυτού, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απόφαση περί εκδόσεως μιας τέτοιας διαταγής πρέπει να καθιστά αντιληπτούς τους, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, λόγους για τους οποίους το οικείο κράτος μέλος δεν επρόκειτο να τηρήσει την απορρέουσα από το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ υποχρέωση και να αναστείλει την εκτέλεση των μέτρων που εξετάζονται κατόπιν της κινήσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας. 136 Εν προκειμένω, από τις επίδικες αποφάσεις προκύπτει ότι, απαντώντας στις ενημερωτικές επιστολές της 17ης Μαρτίου και της 13ης Απριλίου 2015, οι ουγγρικές αρχές υποστήριξαν ότι τα επίμαχα εθνικά μέτρα δεν συνιστούσαν κρατική ενίσχυση. Επιπλέον, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 133 ανωτέρω, από τις επίδικες αποφάσεις προκύπτει επίσης ότι οι εν λόγω αρχές δεν ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση της Επιτροπής για υποβολή παρατηρήσεων σχετικά με τις διαταγές αναστολής των οποίων σχεδιαζόταν η έκδοση. Όμως, τα στοιχεία αυτά αρκούν για να γίνει αντιληπτό ότι η Επιτροπή θεωρούσε, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, ότι υφίστατο κίνδυνος εκτελέσεως των επίμαχων εθνικών μέτρων παρά την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας. 137 Τέλος, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, αρκετούς μήνες πριν από την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγών, η Επιτροπή είχε κινήσει επίσημη διαδικασία έρευνας όσον αφορά ουγγρικά φορολογικά μέτρα που βασίζονταν στο ίδιο σύστημα με των επίμαχων εθνικών μέτρων (βλ. σκέψη 81 ανωτέρω) και ότι τα μέτρα αυτά δεν ανεστάλησαν παρά την κίνηση της εν λόγω διαδικασίας. Μολονότι το στοιχείο αυτό δεν αναφέρεται στις επίδικες αποφάσεις, αποτελεί μέρος του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγών το οποίο οι ουγγρικές αρχές δεν μπορούσαν να αγνοούν. 138 Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι ουγγρικές αρχές ήταν σε θέση να κατανοήσουν τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή αποφάσισε, με τις επίδικες αποφάσεις, να κάνει όντως χρήση των διαταγών αναστολής, ιδίως καθόσον δεν υπήρξαν συγκεκριμένες παρατηρήσεις εκ μέρους τους ως προς το ενδεχόμενο εκδόσεως των διαταγών αυτών, η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει με τις εν λόγω αποφάσεις σε συγκεκριμένα επιχειρήματα. 139 Τέταρτον, όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλε η Ουγγαρία στο πλαίσιο της προσφυγής στην υπόθεση T-554/15, αρκεί η διαπίστωση ότι η ανάγνωση της αποφάσεως για την εισφορά υγείας δεν αφήνει καμία αμφιβολία ως προς το εύρος της διαταγής αναστολής. Τούτο διευκρινίζεται, συμπερασματικώς, στην αιτιολογική σκέψη 53 της αποφάσεως αυτής, με την οποία η Επιτροπή καλεί την Ουγγαρία να αναστείλει την εφαρμογή των προοδευτικών συντελεστών της εισφοράς υγείας καθώς και τη μείωση του τέλους αυτού η οποία εφαρμόζεται σε περίπτωση επενδύσεων. 140 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, λαμβανομένων υπόψη των επιταγών της νομολογίας όσον αφορά την τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, που υπενθυμίζονται στη σκέψη 128 ανωτέρω, η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς τις επίδικες αποφάσεις. 141 Εξάλλου, η αιτίαση που αντλείται από προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η Ουγγαρία δεν προβάλλει κανένα επιχείρημα προς στήριξή της. Εν πάση περιπτώσει, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 133 ανωτέρω, αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την Ουγγαρία, η Επιτροπή τής παρέσχε την ευκαιρία να υποβάλει παρατηρήσεις σχετικά με τις προσβαλλόμενες διαταγές πριν από την έκδοσή τους. 142 Επομένως, ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί. Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως 143 Με τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως προβάλλονται παράβαση της υποχρεώσεως καλόπιστης συνεργασίας, που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και προσβολή του δικαιώματος σε αποτελεσματική ένδικη προστασία. 144 Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι, στις ενημερωτικές επιστολές της 17ης Μαρτίου και της 13ης Απριλίου 2015, η Επιτροπή απλώς επικαλέστηκε τη δυνατότητα εκδόσεως διαταγής αναστολής, χωρίς να αναφέρει ουσιαστικά τους λόγους που δικαιολογούσαν την ανάγκη εκδόσεως τέτοιας διαταγής. Η τήρηση, όμως, της υποχρεώσεως καλόπιστης συνεργασίας απαιτεί από την Επιτροπή και την Ουγγαρία να αναζητήσουν από κοινού μια λύση ικανή να εξαλείψει τα αντίθετα προς τον ανταγωνισμό αποτελέσματα των επίμαχων εθνικών μέτρων. Η Ουγγαρία προσθέτει συναφώς ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή εξέδωσε τις προσβαλλόμενες διαταγές μετά από εξαιρετικά σύντομη διαδικασία, η οποία αναλώθηκε μόνον στην ανταλλαγή επιστολών. 145 Με βάση τις ανωτέρω περιστάσεις στοιχειοθετείται, επίσης, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, και ειδικότερα του δικαιώματος ακροάσεως, καθώς και παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 41, 47 και 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν γνώρισε στις ουγγρικές αρχές τη θέση της επί της ουσίας όσον αφορά την ανάγκη εκδόσεως διαταγής, οι αρχές αυτές δεν είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν τα επιχειρήματά τους πριν από την έκδοση των επίδικων αποφάσεων. 146 Επιπλέον, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι οι προσβαλλόμενες διαταγές την υποχρέωσαν να τροποποιήσει το ρυθμιστικό της πλαίσιο πριν καν εξεταστεί ο χαρακτηρισμός των επίμαχων εθνικών μέτρων ως παράνομης κρατικής ενισχύσεως. Αν η Ουγγαρία είχε καταργήσει τα μέτρα αυτά προκειμένου να συμμορφωθεί προς τις προσβαλλόμενες διαταγές, η Επιτροπή θα είχε περατώσει την επίσημη διαδικασία έρευνας και θα της είχε στερήσει με τον τρόπο αυτό τη δυνατότητα να αμφισβητήσει τον χαρακτηρισμό των μέτρων αυτών ως παράνομων ενισχύσεων ενώπιον των δικαστηρίων της Ένωσης. 147 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά. 148 Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ, η Ένωση και τα κράτη μέλη επιδεικνύουν αμοιβαίο σεβασμό και παρέχουν αμοιβαία συνεργασία για την εκπλήρωση των εκ των Συνθηκών καθηκόντων. Η ίδια αυτή αρχή απαιτεί από τα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται επίσης να διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής της και να απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης. 149 Το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ προβλέπει ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ενημερώνουν την Επιτροπή εγκαίρως, ώστε να δύναται να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, περί των σχεδίων θεσπίσεως ή τροποποιήσεως ενισχύσεων. Τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μην εκτελούν τις κοινοποιηθείσες ενισχύσεις έως ότου η Επιτροπή αποφανθεί επί της συμβατότητας των ενισχύσεων αυτών με την εσωτερική αγορά, ακόμη και κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξετάσεως που προηγείται της τυχόν κινήσεως διαδικασίας προβλεπόμενης στο άρθρο 108, παράγραφος 2, ΣΛΕΕ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1973, Lorenz, 120/73, EU:C:1973:152, σ. 8). 150 Αφενός, πρέπει να υπομνησθεί επίσης ότι, για να μην εμποδίζεται η νομοθετική δράση των κρατών μελών, ο κανονισμός 659/1999 προβλέπει σύντομη προθεσμία δύο μηνών εντός της οποίας η Επιτροπή πρέπει να ολοκληρώνει την προκαταρκτική εξέταση της κοινοποιήσεως. Επιπλέον, το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι, εάν η Επιτροπή δεν έχει λάβει απόφαση για την περάτωση της προκαταρκτικής εξετάσεως εντός προθεσμίας δύο μηνών, η ενίσχυση θεωρείται ότι έχει εγκριθεί και το οικείο κράτος μέλος μπορεί να τη θέσει σε εφαρμογή. Αφετέρου, η Επιτροπή έχει εκδώσει κανονισμούς για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ, που καθορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ορισμένες κατηγορίες ενισχύσεων δεν πρέπει να κοινοποιούνται πλέον, οπότε τα κράτη μέλη καλούνται να αξιολογήσουν την ανάγκη κοινοποιήσεως. Ο κανονισμός ο οποίος εφαρμόζεται εν προκειμένω ratione temporis είναι ο κανονισμός (ΕΕ) 651/2014 της Επιτροπής, της 17ης Ιουνίου 2014, για την κήρυξη ορισμένων κατηγοριών ενισχύσεων ως συμβατών με την εσωτερική αγορά κατ’ εφαρμογή των άρθρων 107 και 108 [ΣΛΕΕ] (ΕΕ 2014, L 187, σ. 1). 151 Τέλος, όπως υπομνήσθηκε στις σκέψεις 25 έως 29 ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 13 του κανονισμού 659/1999, η εξέταση των μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων, κατά παράβαση της υποχρεώσεως που απορρέει από το άρθρο 108, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, μπορεί να καταλήξει σε απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας η οποία υποχρεώνει το κράτος μέλος σε άμεση αναστολή της εφαρμογής της επίμαχης ενισχύσεως. Εάν ένα κράτος μέλος εξακολουθεί να εφαρμόζει μη κοινοποιηθείσα κρατική ενίσχυση, η Επιτροπή δικαιούται να του απευθύνει διαταγή αναστολής σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999. Αυτή η διαταγή μπορεί επίσης να ενσωματωθεί στην απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας, υπό τον όρο ότι το οικείο κράτος μέλος είχε τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του επί του ζητήματος πριν από την έκδοση της αποφάσεως αυτής (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 9ης Οκτωβρίου 2001, Ιταλία κατά Επιτροπής, C-400/99, EU:C:2001:528, σκέψη 47). 152 Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις επίδικες αποφάσεις, οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν ως προς το σημείο αυτό από την Ουγγαρία, απαντώντας στις ενημερωτικές επιστολές της 17ης Μαρτίου και της 13ης Απριλίου 2015, οι ουγγρικές αρχές αρκέστηκαν να δηλώσουν ότι, κατά την άποψή τους, τα επίμαχα εθνικά μέτρα δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις. Δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις σχετικά με τις διαταγές αναστολής την έκδοση των οποίων είχε εξαγγείλει η Επιτροπή με τις επιστολές της. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, βάσει των στοιχείων αυτών, τα οποία μπορούσαν να ερμηνευθούν από την Επιτροπή ως ενέχοντα κίνδυνο αρνήσεως των ουγγρικών αρχών να συνεργαστούν στο πλαίσιο της διαδικασίας που καθιερώνει το άρθρο 108 ΣΛΕΕ, συμμορφούμενες προς την υποχρέωση αναστολής, η Επιτροπή μπορούσε, χωρίς να παραβιάσει την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, να χρησιμοποιήσει τα μέσα που προβλέπει ο νομοθέτης της Ένωσης για να διασφαλίσει την τήρηση των άρθρων 107 και 108 ΣΛΕΕ. 153 Αντιθέτως προς τα υποστηριζόμενα από την Ουγγαρία, η χρησιμοποίηση των μέσων αυτών από την Επιτροπή δεν συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος πραγματικής προσφυγής. Κατά τη νομολογία, τα κράτη μέλη έχουν, πράγματι, δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τόσο κατά των αποφάσεων για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας όσο και κατά των διαταγών αναστολής (βλ. σκέψεις 39 και 50 ανωτέρω). 154 Στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσφυγής, τα κράτη μέλη μπορούν να αμφισβητήσουν τόσο τον χαρακτηρισμό του επίμαχου εθνικού μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως όσο και τον χαρακτηρισμό του ως νέας ενισχύσεως που υπόκειται σε υποχρέωση αναστολής, πράγμα που τους επιτρέπει να αποδείξουν ότι το μέτρο αυτό δεν υπέκειτο ούτε στην υποχρέωση κοινοποιήσεως ούτε στην υποχρέωση αναστολής. 155 Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης, όπως έπραξε η Ουγγαρία εν προκειμένω, να μην επικρίνουν τον χαρακτηρισμό του επίμαχου μέτρου ως παράνομης κρατικής ενισχύσεως και απλώς να προβάλουν τα ελαττώματα της διαταγής αναστολής. Πάντως, σε μια τέτοια περίπτωση, η προσφυγή, ακόμη και αν γίνει δεκτή, δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την εξαφάνιση της υποχρεώσεως αναστολής, δεδομένου ότι η υποχρέωση αυτή συνδέεται και με την απόφαση για την κίνηση της επίσημης διαδικασίας έρευνας. 156 Εξάλλου, όσον αφορά την αιτίαση που αντλείται από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι η Ουγγαρία δεν προβάλλει επιχειρήματα προς στήριξή της. Επομένως, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί. 157 Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των ανωτέρω σκέψεων, πρέπει να απορριφθεί ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, να απορριφθούν οι προσφυγές στο σύνολό τους. Επί των δικαστικών εξόδων 158 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. 159 Εν προκειμένω, εφόσον η Ουγγαρία ηττήθηκε, τόσο στην υπόθεση T-554/15 όσο και στην υπόθεση T-555/15, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα σε αμφότερες τις υποθέσεις, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής. Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ένατο τμήμα) αποφασίζει: 1) Απορρίπτει τις προσφυγές. 2) Καταδικάζει την Ουγγαρία στα δικαστικά έξοδα. Gervasoni Madise Kowalik-Bańczyk Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Απριλίου 2018. (υπογραφές) ( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.

Amtliche Sprachfassungen

Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.

ČeštinaΕλληνικάEnglishEspañolFrançaisItalianoNederlandsPolskiPortuguêsRomână