EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union
Δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών – Διαδικασία διαγωνισμού – Παροχή εξωτερικών υπηρεσιών πληροφορικής στο Κοινοβούλιο και σε άλλα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης – Κατάταξη υποψηφίου στο πλαίσιο διαδικασίας διαδοχικής αναθέσεως κατά σειρά προτεραιότητας (cascade) – Κριτήρια αναθέσεως – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη
ECLI: ECLI:EU:T:2017:906
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έβδομο τμήμα)
της 14ης Δεκεμβρίου 2017 (*)
«Δημόσιες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών – Διαδικασία διαγωνισμού – Παροχή εξωτερικών υπηρεσιών πληροφορικής στο Κοινοβούλιο και σε άλλα θεσμικά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης – Κατάταξη υποψηφίου στο πλαίσιο διαδικασίας διαδοχικής αναθέσεως κατά σειρά προτεραιότητας (cascade) – Κριτήρια αναθέσεως – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη»
Στην υπόθεση T‑164/15,
European Dynamics Luxembourg SA, με έδρα το Λουξεμβούργο (Λουξεμβούργο),
Ευρωπαϊκή Δυναμική – Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής ΑΕ, με έδρα την Αθήνα (Ελλάδα),
εκπροσωπούμενες αρχικώς μεν από τον Ι. Αμπαζή και τη Μ. Σφυρή, εν συνεχεία δε από τις Μ. Σφυρή, Δ. Παπαδοπούλου και Χ.-Ν. Δέδε, δικηγόρους,
προσφεύγουσες-ενάγουσες,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου αρχικώς μεν από τον B. Simon και τις L. Darie και Ι. Αναγνωστοπούλου, εν συνεχεία δε από τις L. Darie, Z. Nagy και Ι. Αναγνωστοπούλου,
καθού-εναγομένου,
με αντικείμενο, αφενός, αίτημα, βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ, περί ακυρώσεως της αποφάσεως D(2015) 7680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που κοινοποιήθηκε στις προσφεύγουσες-ενάγουσες με έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 2015, περί κατατάξεως της προσφοράς τους στην τρίτη θέση για την ανάθεση της συμβάσεως, κατά το σύστημα «cascade», ως προς το τμήμα 3, «Ανάπτυξη και συντήρηση συστημάτων παραγωγής πληροφοριών», στο πλαίσιο της ανοικτής διαδικασίας διαγωνισμού PE/ITEC/ITS14 «[Π]αροχή [εξωτερικών] υπηρεσιών πληροφορικής», και, αφετέρου, αίτημα, βάσει του άρθρου 268 ΣΛΕΕ, περί αποκαταστάσεως της ζημίας που υποστηρίζουν ότι υπέστησαν οι προσφεύγουσες-ενάγουσες,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα),
συγκείμενο από τους V. Tomljenović, πρόεδρο, E. Bieliūnas και Α. Μαρκουλλή (εισηγήτρια), δικαστές,
γραμματέας: Σ. Σπυροπούλου, διοικητική υπάλληλος,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 4ης Μαΐου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με προκήρυξη της 3ης Απριλίου 2014, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ενεργώντας εξ ιδίου ονόματος και εξ ονόματος άλλων θεσμικών και λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κίνησε διαδικασία διαγωνισμού με στοιχεία αναφοράς PE/ITEC-ITS 14 και με αντικείμενο την «παροχή [εξωτερικών] υπηρεσιών πληροφορικής», αποτελούμενου από οκτώ τμήματα. Το τμήμα 3 είχε ως αντικείμενο υπηρεσίες «αναπτύξεως και συντηρήσεως συστημάτων παραγωγής πληροφοριών».
2 Η συγγραφή υποχρεώσεων προέβλεπε την υπογραφή συμβάσεων‑πλαισίων μέγιστης χρονικής ισχύος πέντε ετών με τους «τρεις πρώτους υποψηφίους που θα κατατάσσονταν κατά φθίνουσα σειρά» κατόπιν της αξιολογήσεως των προσφορών. Οι εν λόγω συμβάσεις‑πλαίσια θα ετίθεντο σε εφαρμογή με ειδικές συμβάσεις που θα συνάπτονταν σύμφωνα με μηχανισμό διαδοχικής αναθέσεως κατά σειρά προτεραιότητας (cascade), βάσει του οποίου η αναθέτουσα αρχή θα απευθυνόταν για τη σύναψη ειδικών συμβάσεων καταρχάς στην «επιχείρηση που είχε καταταγεί στην πρώτη θέση». Εάν αυτή αδυνατούσε να υπογράψει τέτοια σύμβαση, η αναθέτουσα αρχή θα απευθυνόταν στην «επιχείρηση που είχε καταταγεί στη δεύτερη θέση» και, εν συνεχεία, εφόσον παρίστατο ανάγκη, στην «επιχείρηση που είχε καταταγεί στην τρίτη θέση».
3 Κατά το σημείο IV.2.1 της προκηρύξεως του διαγωνισμού, η εκτέλεση των συμβάσεων‑πλαισίων έπρεπε να ανατεθεί στους τρεις υποψηφίους που είχαν υποβάλει τις πλέον συμφέρουσες από οικονομικής απόψεως προσφορές. Οι προσφορές αυτές θα καθορίζονταν κατά ποσοστό 70 % βάσει της τεχνικής αξίας τους και κατά ποσοστό 30 % βάσει της τιμής των παρεχομένων υπηρεσιών.
4 Όσον αφορά την τεχνική αξιολόγηση, οι υποψήφιοι καλούνταν βάσει της συγγραφής υποχρεώσεων να απαντήσουν σε διάφορες ερωτήσεις που αφορούσαν οκτώ κριτήρια, σε καθένα από τα οποία αντιστοιχούσε συγκεκριμένος συντελεστής βαρύτητας.
5 Όσον αφορά την οικονομική αξιολόγηση, οι υποψήφιοι έπρεπε να συμπληρώσουν έναν αρχικό πίνακα με μοναδιαίες τιμές ανά ώρα και αναλόγως των διαφόρων ειδικοτήτων (προφίλ) των στελεχών που θα απασχολούνταν για την εκτέλεση της συμβάσεως, αναλόγως της πείρας που αυτοί διέθεταν και του τόπου στον οποίο θα παρείχαν τις υπηρεσίες τους (στον χώρο του πελάτη, πλησίον του πελάτη αυτού και εκτός του χώρου του πελάτη). Οι υποψήφιοι έπρεπε επίσης να δηλώσουν, σε ένα δεύτερο πίνακα, τους συντελεστές που θα εφάρμοζαν στις τιμές αυτές αναλόγως των χρονικών διαστημάτων απασχολήσεως των στελεχών τους. Το συνολικό ύψος κάθε προσφοράς υπολογιζόταν από το Κοινοβούλιο κατ’ εφαρμογήν του παραμετρικού μαθηματικού τύπου που οριζόταν στο σημείο I.13.3.2 της συγγραφής υποχρεώσεων. Σύμφωνα με τον τύπο αυτόν, οι ωριαίες τιμές που είχε καθορίσει κάθε υποψήφιος πολλαπλασιάζονταν επί συντελεστές οι οποίοι είχαν καθορισθεί με βάση τις εκτιμώμενες ανάγκες των διαφόρων θεσμικών οργάνων για παροχή υπηρεσιών. Κατά τη συγγραφή υποχρεώσεων, όσον αφορά το κριτήριο περί τιμής, η προσφορά με τη χαμηλότερη τιμή θα βαθμολογούνταν με 100, ενώ με μηδέν θα βαθμολογούνταν οι υποψήφιοι των οποίων η προσφορά είχε τιμή ίση ή υψηλότερη του διπλάσιου της προσφοράς με τη χαμηλότερη τιμή, οι δε ενδιάμεσες ως προς την τιμή προσφορές θα βαθμολογούνταν σύμφωνα με την αποκαλούμενη μέθοδο της γραμμικής παρεμβολής. Στη συγγραφή υποχρεώσεων οριζόταν επίσης ότι το Κοινοβούλιο μπορούσε να ζητήσει οποιεσδήποτε διευκρινίσεις επί της συνθέσεως των προσφορών των οποίων η τιμή ήταν χαμηλότερη κατά 50 % του μέσου όρου των λοιπών προσφορών.
6 Στις 22 Μαΐου 2014, οι προσφεύγουσες-ενάγουσες [στο εξής: προσφεύγουσες], European Dynamics Luxembourg SA και Ευρωπαϊκή Δυναμική – Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής ΑΕ, οι οποίες ήταν ανάδοχοι της προηγούμενης συμβάσεως, υπέβαλαν, ως κοινοπραξία, κοινή προσφορά για το τμήμα 3.
7 Με έγγραφο της 18ης Σεπτεμβρίου 2014 το Κοινοβούλιο γνωστοποίησε στις προσφεύγουσες ότι η προσφορά τους είχε απορριφθεί διότι δεν καταλεγόταν μεταξύ των τριών προσφορών οι οποίες ήταν οι πλέον συμφέρουσες από οικονομικής απόψεως. Με έγγραφο της ιδίας ημερομηνίας, η European Dynamics Luxembourg ζήτησε από το Κοινοβούλιο να της διαβιβάσει συμπληρωματικά στοιχεία όσον αφορά τις τρεις προσφορές που είχαν επιλεγεί για το τμήμα 3.
8 Με έγγραφο της 2ας Οκτωβρίου 2014, το Κοινοβούλιο γνωστοποίησε στις προσφεύγουσες την ταυτότητα των τριών υποψηφίων που είχαν επιλεγεί για το τμήμα 3 σύμφωνα με την απόφαση περί αναθέσεως της εκτελέσεως της συμβάσεως της 16ης Σεπτεμβρίου 2014, πίνακα με τους βαθμούς που είχαν λάβει, αντιστοίχως, οι προσφορές των εν λόγω υποψηφίων, καθώς και η προσφορά των προσφευγουσών βάσει της τεχνικής αξιολογήσεως, αποσπάσματα σχολίων εκ της εκθέσεως της επιτροπής αξιολογήσεως σχετικά με την τεχνική ποιότητα των τεσσάρων αυτών προσφορών, πίνακα με τους βαθμούς που είχαν λάβει οι τέσσερις αυτές προσφορές βάσει της οικονομικής αξιολογήσεως, καθώς και πίνακα με τις συνολικές βαθμολογίες των εν λόγω τεσσάρων προσφορών.
9 Με έγγραφο της 14ης Οκτωβρίου 2014, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε όλους τους υποψηφίους ότι ένας εκ των μετεχόντων στον διαγωνισμό είχε εντοπίσει σφάλμα στον οριζόμενο στη συγγραφή υποχρεώσεων παραμετρικό μαθηματικό τύπο υπολογισμού της συνολικής τιμής της προσφοράς των διαγωνιζομένων. Το Κοινοβούλιο διευκρίνισε, πάντως, ότι, κατόπιν επαληθεύσεως, προέκυψε ότι επρόκειτο για αμιγώς γραφικό σφάλμα το οποίο ουδόλως επηρέαζε την κατάταξη των προσφορών.
10 Με έγγραφο της 13ης Νοεμβρίου 2014, οι προσφεύγουσες ενημέρωσαν το Κοινοβούλιο ότι μία εκ των εταιριών μελών της κοινοπραξίας της οποίας η προσφορά είχε καταταγεί στην πρώτη θέση για το τμήμα 3 του διαγωνισμού ήταν επίσης μέλος κοινοπραξίας της οποίας η προσφορά είχε προκριθεί για άλλο τμήμα του διαγωνισμού, μολονότι οι όροι της συγγραφής υποχρεώσεων απαγόρευαν μια τέτοια διττή ιδιότητα. Στο πλαίσιο αυτό, στις 19 Νοεμβρίου 2014, το Κοινοβούλιο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία συνάψεως της συμβάσεως, ιδίως ως προς το τμήμα 3. Επιπλέον, στις 16 Δεκεμβρίου 2014, κατόπιν αιτήσεως της κοινοπραξίας της οποίας η προσφορά είχε καταταγεί στη δεύτερη θέση, διετάχθη από το Γενικό Δικαστήριο η αναστολή της εν λόγω διαδικασίας (διάταξη της 17ης Απριλίου 2015, CGI Luxembourg και Intrasoft International κατά Κοινοβουλίου, T‑769/14 R, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:227).
11 Με έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 2015 το Κοινοβούλιο γνωστοποίησε στις προσφεύγουσες την ανάκληση, από την ίδια ημερομηνία, της από 16 Σεπτεμβρίου 2014 αποφάσεώς του και την κατάταξη της προσφοράς τους στην τρίτη θέση, κατόπιν του αποκλεισμού της κοινοπραξίας της οποίας η προσφορά είχε αρχικώς καταταγεί στην πρώτη θέση για το τμήμα 3.
12 Με έγγραφο της 16ης Φεβρουαρίου 2015 οι προσφεύγουσες κατέστησαν γνωστό στην αναθέτουσα αρχή τον τρόπο κατά τον οποίο ερμήνευαν τη νέα αυτή απόφαση περί αναθέσεως. Με το έγγραφο αυτό διευκρίνιζαν ότι, όπως οι ίδιες αντιλαμβάνονταν, η νέα κατάταξη των προσφορών οφειλόταν αποκλειστικώς στον αποκλεισμό του υποψηφίου του οποίου η προσφορά είχε αρχικώς καταταγεί στην πρώτη θέση για το τμήμα 3 και ότι, επομένως, το στάδιο της αναθέσεως διεξήχθη με βάση την αρχική αξιολόγηση, η δε απονεμηθείσα βαθμολογία και η αιτιολόγησή της εξακολουθούσαν να είναι οι ίδιες με τις διαλαμβανόμενες στο από 2 Οκτωβρίου 2014 έγγραφο του Κοινοβουλίου. Κατά συνέπεια, οι προσφεύγουσες ζήτησαν από το Κοινοβούλιο να τους διαβιβάσει μόνον τα νέα στοιχεία του διαγωνισμού, ήτοι τα σχετικά με τον εν λόγω αποκλεισμό.
13 Με έγγραφο της 5ης Μαρτίου 2015, το Κοινοβούλιο επιβεβαίωσε στις προσφεύγουσες ότι ο αποκλεισμός του υποψηφίου του οποίου η προσφορά είχε αρχικώς καταταγεί στην πρώτη θέση δεν είχε κανέναν αντίκτυπο στην αξιολόγηση των λοιπών προσφορών και ότι, ως εκ τούτου, τα στοιχεία που είχε γνωστοποιήσει σε αυτές, ιδίως με το έγγραφο της 2ας Οκτωβρίου 2014, εξακολουθούσαν να ισχύουν, περιελάμβαναν δε το σύνολο των αναγκαίων πληροφοριών.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
14 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 31 Μαρτίου 2015, οι προσφεύγουσες άσκησαν την υπό κρίση προσφυγή-αγωγή [στο εξής: προσφυγή].
15 Στις 3 Αυγούστου 2015 το Κοινοβούλιο κατέθεσε υπόμνημα αντικρούσεως.
16 Το υπόμνημα απαντήσεως κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 20 Νοεμβρίου 2015. Το υπόμνημα ανταπαντήσεως περιήλθε στη Γραμματεία στις 12 Φεβρουαρίου 2016.
17 Στις 19 Απριλίου 2016, σύμφωνα με το άρθρο 27, παράγραφοι 3 και 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, η υπόθεση ανατέθηκε σε νέο εισηγητή δικαστή, προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
18 Κατόπιν προτάσεως της εισηγήτριας δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έβδομο τμήμα) αποφάσισε να κινήσει την προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 89 του Κανονισμού Διαδικασίας, έθεσε γραπτές ερωτήσεις στο Κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο απάντησε στις ερωτήσεις αυτές εμπροθέσμως.
19 Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 4ης Μαΐου 2017.
20 Οι προσφεύγουσες ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
– να ακυρώσει την κοινοποιηθείσα με έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 2015 απόφαση, με την οποία το Κοινοβούλιο κατέταξε την προσφορά τους στην τρίτη θέση της σειράς διαδοχής ως προς το τμήμα 3·
– να υποχρεώσει το Κοινοβούλιο να τους καταβάλει ποσό ύψους 1 500 000 ευρώ προσαυξημένο με τόκους υπολογιζομένους από της ημερομηνίας εκδόσεως της αποφάσεως ή οποιοδήποτε άλλο ποσό καθορίσει το Γενικό Δικαστήριο, σε αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν λόγω της απώλειας της ευκαιρίας να καταταγεί η προσφορά τους πρώτη ως προς το προμνησθέν τμήμα του διαγωνισμού·
– να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
21 Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
– να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
– να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του ακυρωτικού αιτήματος
22 Προς στήριξη του αιτήματός τους, οι προσφεύγουσες προβάλλουν τρεις λόγους ακυρώσεως.
23 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ανεπαρκής αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, οι προσφεύγουσες προβάλλουν νομικά σφάλματα στα οποία υπέπεσε το Κοινοβούλιο κατά την αξιολόγηση των οικονομικών προσφορών. Ο τρίτος λόγος ακυρώσεως στηρίζεται σε νομικά σφάλματα και σφάλματα εκτιμήσεως που ενέχει, κατά τις προσφεύγουσες, ο εκ μέρους του Κοινοβουλίου έλεγχος του ασυνήθιστα χαμηλού ύψους των προσφορών.
24 Όσον αφορά τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι περιλαμβάνει δύο σκέλη. Αφενός, οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, καθόσον δεν τους παρέχει τη δυνατότητα να κατανοήσουν βάσει ποιων λόγων απονεμήθηκαν οι βαθμοί στις προσφορές που επελέγησαν κατόπιν της τεχνικής αξιολογήσεως. Αφετέρου, υποστηρίζουν ότι η εν λόγω απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, καθόσον δεν περιέχει τα οικονομικά στοιχεία των προσφορών που συγκέντρωσαν την υψηλότερη βαθμολογία.
Εισαγωγικές παρατηρήσεις
25 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, οσάκις, όπως εν προκειμένω, τα θεσμικά όργανα, τα λοιπά όργανα ή οι οργανισμοί της Ένωσης διαθέτουν, ως αναθέτουσες αρχές, ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, η τήρηση των εγγυήσεων που παρέχει η έννομη τάξη της Ένωσης στο πλαίσιο των διοικητικών διαδικασιών έχει κατά μείζονα λόγο θεμελιώδη σημασία. Μεταξύ των εγγυήσεων αυτών καταλέγεται, ιδίως, η υποχρέωση του αρμοδίου θεσμικού οργάνου να αιτιολογεί επαρκώς τις αποφάσεις του. Μόνον κατ’ αυτόν τον τρόπο δύναται το δικαιοδοτικό όργανο της Ένωσης να ελέγξει αν συντρέχουν τα πραγματικά και νομικά στοιχεία από τα οποία εξαρτάται η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως (αποφάσεις της 21ης Νοεμβρίου 1991, Technische Universität München, C‑269/90, EU:C:1991:438, σκέψη 14, και της 20ής Μαΐου 2009, VIP Car Solutions κατά Κοινοβουλίου, T‑89/07, EU:T:2009:163, σκέψη 61).
26 Βάσει της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, κατά το άρθρο 296, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, το όργανο που εκδίδει την πράξη οφείλει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο το σκεπτικό του, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να λάβουν γνώση των λόγων βάσει των οποίων ελήφθη το μέτρο προκειμένου να προβάλουν τα δικαιώματά τους, στο δε δικαιοδοτικό όργανο να ασκήσει τον έλεγχό του. Επιπλέον, η απαίτηση αυτή περί αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, ιδίως δε με το περιεχόμενο της πράξεως, τη φύση των εκτιθέμενων λόγων και το συμφέρον που ενδεχομένως έχουν προς παροχή διευκρινίσεων οι αποδέκτες της πράξεως ή άλλα πρόσωπα τα οποία η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά (βλ. απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 2013, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑9/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:88, σκέψεις 25 και 26 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Εξάλλου, η υποχρέωση αιτιολογήσεως συνιστά ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το ζήτημα του βασίμου της αιτιολογίας, δεδομένου ότι το δεύτερο αφορά την ουσιαστική νομιμότητα της επίμαχης πράξεως (βλ. απόφαση της 22ας Μαΐου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑17/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:243, σκέψη 40 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
27 Όσον αφορά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, με τις διατάξεις του άρθρου 113, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 966/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1605/2002 του Συμβουλίου (ΕΕ 2012, L 298, σ. 1, στο εξής: δημοσιονομικός κανονισμός), και του άρθρου 161, παράγραφος 3, του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 1268/2012 της Επιτροπής, της 29ης Οκτωβρίου 2012, σχετικά με τους κανόνες εφαρμογής του δημοσιονομικού κανονισμού (ΕΕ 2012, L 362, σ. 1, στο εξής: κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός), καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες η αναθέτουσα αρχή τηρεί την υποχρέωσή της αιτιολογήσεως έναντι των υποψηφίων των οποίων απορρίφθηκαν οι προσφορές. Οι διατάξεις αυτές, όπως ίσχυαν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, προβλέπουν, κατ’ ουσίαν, ότι η αναθέτουσα αρχή υποχρεούται, καταρχάς, να γνωστοποιήσει σε κάθε απορριφθέντα υποψήφιο ή υποβαλόντα προσφορά τους λόγους για τους οποίους απορρίφθηκε η υποψηφιότητα ή η προσφορά του, καθώς και τη διάρκεια του χρονικού διαστήματος κατά την εκπνοή του οποίου θα συναφθεί η σύμβαση και, εν συνεχεία, να γνωστοποιήσει σε κάθε υποψήφιο ως προς τον οποίο δεν συντρέχουν λόγοι αποκλεισμού και ο οποίος πληροί τα κριτήρια επιλογής και υποβάλλει εγγράφως αίτηση προς τούτο τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα σχετικά πλεονεκτήματα της επιλεγείσας προσφοράς και το όνομα του αναδόχου. Πρέπει να διευκρινισθεί, συναφώς, ότι το περιεχόμενο της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως δεν πρέπει να εκτιμάται κατά διαφορετικό τρόπο σε περίπτωση στην οποία η προσφορά υποψηφίου, χωρίς να έχει απορριφθεί, δεν έχει καταταγεί στην πρώτη θέση στη σειρά διαδοχής (βλ. απόφαση της 25ης Μαρτίου 2015, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά EASA, T‑297/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:184, σκέψη 77).
28 Αντιθέτως, δεν μπορεί να απαιτείται από την αναθέτουσα αρχή να διαβιβάσει σε υποψήφιο του οποίου η προσφορά δεν επελέγη, αφενός, πέραν των λόγων απορρίψεως της προσφοράς αυτής, επισταμένη συνοπτική έκθεση του τρόπου κατά τον οποίο κάθε επιμέρους στοιχείο της προσφοράς του συνεκτιμήθηκε κατά την αξιολόγησή της και, αφετέρου, στο πλαίσιο της γνωστοποιήσεως των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων και των σχετικών πλεονεκτημάτων της επιλεγείσας προσφοράς, εμπεριστατωμένη συγκριτική εξέταση της επιλεγείσας προσφοράς και της προσφοράς του μη επιλεγέντος υποψηφίου. Ομοίως, η αναθέτουσα αρχή δεν υποχρεούται να παράσχει στον υποψήφιο του οποίου η προσφορά δεν επελέγη, κατόπιν γραπτού αιτήματός του, πλήρες αντίγραφο της εκθέσεως αξιολογήσεως (βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, C‑629/11 P, μη δημοσιευθείσα, EU:C:2012:617, σκέψεις 21 έως 23 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
Επί της υπάρξεως αιτήματος των προσφευγουσών για την παροχή συμπληρωματικών στοιχείων όσον αφορά την ανάθεση της εκτελέσεως της συμβάσεως
29 Το Κοινοβούλιο διατείνεται ότι, κατόπιν της ανακλήσεως της αποφάσεώς του της 16ης Σεπτεμβρίου 2014 και της εκδόσεως, στις 13 Φεβρουαρίου 2015, νέας αποφάσεως περί αναθέσεως όσον αφορά το τμήμα 3, οι προσφεύγουσες δεν ζήτησαν ρητώς τη γνωστοποίηση των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων και των πλεονεκτημάτων των προσφορών που τελικώς επελέγησαν. Κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 113, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού, η απουσία τέτοιου αιτήματος στερεί από τις προσφεύγουσες, όπως υποστηρίζει το Κοινοβούλιο, το δικαίωμα να λάβουν τα στοιχεία αυτά. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει συναφώς ότι, με το από 16 Φεβρουαρίου 2015 έγγραφό τους, οι προσφεύγουσες ζήτησαν απλώς να πληροφορηθούν αν η νέα απόφαση περί αναθέσεως, της 13ης Φεβρουαρίου 2015, στηριζόταν στην ίδια αξιολόγηση προσφορών με εκείνη κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 16ης Σεπτεμβρίου 2014.
30 Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι η European Dynamics Luxembourg, πληροφορηθείσα τη μη επιλογή της προσφοράς τους κατόπιν της από 16 Σεπτεμβρίου 2014 αποφάσεως της Κοινοβουλίου, ζήτησε συμπληρωματικά στοιχεία για τις τρεις προσφορές που είχαν αρχικώς επιλεγεί στο πλαίσιο της διαδικασίας διαδοχικής αναθέσεως κατά σειρά προτεραιότητας. Ανταποκρινόμενο στο αίτημα αυτό, το Κοινοβούλιο διαβίβασε στοιχεία στην εν λόγω εταιρία με έγγραφο της 2ας Οκτωβρίου 2014.
31 Κατόπιν της ανακλήσεως της αποφάσεως του Κοινοβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2014 και της εκδόσεως της νέας αποφάσεως περί αναθέσεως της 13ης Φεβρουαρίου 2015, οι προσφεύγουσες γνωστοποίησαν στην αναθέτουσα αρχή, με έγγραφο της 16ης Φεβρουαρίου 2015, την άποψή τους επί της νέας αυτής αποφάσεως. Διευκρίνιζαν ότι, κατά την αντίληψή τους, η απόφαση αυτή συνδεόταν αποκλειστικώς με τον αποκλεισμό του υποψηφίου του οποίου η προσφορά είχε αρχικώς καταταγεί στην πρώτη θέση και ότι, ως εκ τούτου, το στάδιο της αναθέσεως είχε διεξαχθεί βάσει της αρχικής αξιολογήσεως, δεδομένου ότι η απονεμηθείσα βαθμολογία και η αιτιολόγησή της εξακολουθούσαν να είναι οι ίδιες με τις διαλαμβανόμενες στο από 2 Οκτωβρίου 2014 έγγραφο του Κοινοβουλίου. Οι προσφεύγουσες καλούσαν, κατά συνέπεια, το Κοινοβούλιο να τους διαβιβάσει μόνον τα νέα στοιχεία τα οποία αφορούσαν την έκβαση του διαγωνισμού, δηλαδή τα σχετικά με τον εν λόγω αποκλεισμό.
32 Με έγγραφο της 5ης Μαρτίου 2015, το Κοινοβούλιο επιβεβαίωσε την ερμηνεία των προσφευγουσών, επισημαίνοντας ότι, καθόσον η απόφαση περί αναθέσεως της 13ης Φεβρουαρίου 2015 δεν εκδόθηκε κατόπιν νέας αξιολογήσεως των προσφορών των υποψηφίων, το από 2 Οκτωβρίου 2014 έγγραφό της και η συνακόλουθη αλληλογραφία περιείχαν το σύνολο των αναγκαίων πληροφοριών.
33 Ως εκ τούτου, κατόπιν της εκ μέρους του Κοινοβουλίου γνωστοποιήσεως της νέας αποφάσεως περί αναθέσεως, της 13ης Φεβρουαρίου 2015, με την οποία τροποποιήθηκε η κατάταξη των προσφορών, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν αίτηση παροχής συμπληρωματικών στοιχείων. Συναφώς, το Κοινοβούλιο δεν δύναται να τους προσάψει ότι δεν υπέβαλαν αίτηση γνωστοποιήσεως των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων και των σχετικών πλεονεκτημάτων των προσφορών που επελέγησαν με τη νέα αυτή απόφαση. Πράγματι, μια τέτοια αίτηση θα στερούνταν σημασίας, δεδομένου ότι, όπως επισήμανε το Κοινοβούλιο στο από 5 Μαρτίου 2015 έγγραφό του, οι προσφεύγουσες διέθεταν ήδη, κατ’ αυτό, το σύνολο των απαραίτητων στοιχείων.
34 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Κοινοβούλιο δεν δύναται να προβάλει στο πλαίσιο της δίκης ότι η τροποποίηση της κατατάξεως των προσφορών των υποψηφίων με την απόφαση περί αναθέσεως της 13ης Φεβρουαρίου 2014 απαιτούσε την εκ μέρους των προσφευγουσών υποβολή νέας αιτήσεως σχετικά με τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα σχετικά πλεονεκτήματα των προσφορών που επελέγησαν. Ως εκ τούτου, το επιχείρημα με το οποίο προβάλλεται έλλειψη αιτήματος των προσφευγουσών, κατά την έννοια του άρθρου 113, παράγραφος 2, του δημοσιονομικού κανονισμού, πρέπει να απορριφθεί.
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ανεπαρκής αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά τη βαθμολόγηση των προσφορών που επελέγησαν βάσει της τεχνικής αξιολογήσεως
35 Πρώτον, οι προσφεύγουσες επισημαίνουν ότι το Κοινοβούλιο ουδόλως αιτιολόγησε τη βαθμολογία της προσφοράς τους βάσει της τεχνικής αξιολογήσεως ως προς το κριτήριο αναθέσεως 8.2, το οποίο αφορά την ποιότητα της προσφοράς ως προς την παραγγελία υπηρεσιών, και ως προς το κριτήριο αναθέσεως 8.7, το οποίο αφορά την υπόθεση εργασίας, τη βαθμολογία της προσφοράς που τελικώς κατετάγη στην πρώτη θέση, ως προς το κριτήριο 8.2, το κριτήριο 8.4, το οποίο αφορά την ποιότητα της προσφοράς παροχής υπηρεσίας από τεχνολογικής και μεθοδολογικής απόψεως, και το κριτήριο 8.5, το οποίο αφορά την ποιότητα της προσφοράς ως προς την οργάνωση της υποδομής του έργου, καθώς και τη βαθμολογία της προσφοράς που κατετάγη τελικώς στη δεύτερη θέση, ως προς το κριτήριο 8.6, το οποίο αφορά την ποιότητα της προσφοράς ως προς τη διαχείριση έργων και υπηρεσιών πλησίον του πελάτη και εκτός του χώρου του πελάτη, και το κριτήριο 8.7. Δεύτερον, υποστηρίζουν ότι τα αποσπάσματα σχολίων εκ της εκθέσεως αξιολογήσεως σχετικά με τη βαθμολόγηση της προσφοράς τους και εκείνης που τελικώς κατετάγη στη δεύτερη θέση σχετικά με το κριτήριο 8.1, το οποίο αφορά την ποιότητα της προσφοράς ως προς τη συνολική διαχείριση της παροχής υπηρεσιών, δεν τους παρείχαν τη δυνατότητα να κατανοήσουν τους λόγους για τους οποίους η προσφορά τους βαθμολογήθηκε με χαμηλότερο βαθμό από ό,τι εκείνη που τελικώς κατετάγη στη δεύτερη θέση.
36 Προς αντίκρουση των ανωτέρω, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι με τους εκτεθέντες λόγους επισημαίνονταν τα αδύνατα και τα ισχυρά σημεία των προσφορών που επελέγησαν και παρέχονταν διευκρινίσεις ως προς τους βαθμούς που δόθηκαν. Ειδικότερα, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως δεν συνεπάγεται την εκ μέρους της αναθέτουσας αρχής εμπεριστατωμένη συγκριτική ανάλυση των προσφορών των διαγωνιζομένων ούτε ότι η αρχή αυτή οφείλει να διαβιβάσει την έκθεση της επιτροπής αξιολογήσεως. Υποστηρίζει, επίσης, ότι ορθώς αιτιολόγησε συνολικώς τη βαθμολογία της προσφοράς που τελικώς κατετάγη στη δεύτερη θέση, δεδομένου ότι δεν είχε την υποχρέωση να αιτιολογήσει εξαντλητικώς τη βαθμολογία αυτή. Τέλος, διατείνεται ότι ακόμη και αν υποτεθεί, εν πάση περιπτώσει, ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν ανεπαρκής, τούτο δεν θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση της αποφάσεως αυτής, λαμβανομένων υπόψη των λοιπών στοιχείων της αιτιολογίας της.
37 Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι η τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των στοιχείων που διαθέτει ο προσφεύγων κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής (βλ., σχετικώς, απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 2008, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑406/06, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2008:484, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
38 Εν προκειμένω, πρέπει να εξετασθούν τα πληροφοριακά στοιχεία τα οποία γνωστοποιήθηκαν στις προσφεύγουσες όσον αφορά τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και τα πλεονεκτήματα των προσφορών που επελέγησαν, δηλαδή τα στοιχεία τα οποία περιέχονται στο από 2 Οκτωβρίου 2014 έγγραφο του Κοινοβουλίου, που, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 33 ανωτέρω, εξακολουθεί να είναι καθόλα σημαντικό και στο πλαίσιο της αποφάσεως περί αναθέσεως της 13ης Φεβρουαρίου 2015. Πράγματι, τα έγγραφα που απέστειλε μεταγενέστερα το Κοινοβούλιο στις προσφεύγουσες δεν περιέχουν συναφώς ουσιώδη πληροφοριακά στοιχεία.
39 Όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 8 ανωτέρω, στο από 2 Οκτωβρίου 2014 έγγραφο του Κοινοβουλίου κατονομάζονται οι τρεις υποψήφιοι που είχαν αρχικώς επιλεγεί. Το έγγραφο αυτό περιλαμβάνει επίσης πίνακα με τους βαθμούς που έλαβαν οι εν λόγω υποψήφιοι βάσει της τεχνικής αξιολογήσεως, αποσπάσματα σχολίων της επιτροπής αξιολογήσεως ως προς τα ισχυρά και αδύνατα σημεία που επισημάνθηκαν στο πλαίσιο της τεχνικής αξιολογήσεως των τεσσάρων αυτών προσφορών, πίνακα με τους βαθμούς που έλαβαν οι εν λόγω τέσσερις προσφορές βάσει της οικονομικής αξιολογήσεως και πίνακα με τη συνολική βαθμολογία των ιδίων τεσσάρων προσφορών.
40 Εν συνεχεία, διαπιστώνεται ότι, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, οι ρητές εκτιμήσεις επί της προσφοράς τους στο πλαίσιο της τεχνικής αξιολογήσεως αφορούν μόνον το κριτήριο 8.1, το κριτήριο 8.3, σχετικά με την ποιότητα της προσφοράς ως προς την παροχή υπηρεσιών, και τα κριτήρια 8.4 έως 8.6. Οι βαθμοί τους οποίους έλαβε η προσφορά τους όσον αφορά τα κριτήρια 8.2 και 8.7 δεν συνοδεύονται από κανένα σχόλιο με το οποίο θα εξηγούνταν οι λόγοι για τους οποίους το Κοινοβούλιο απένειμε τους συγκεκριμένους βαθμούς.
41 Ομοίως, από κανένα σχόλιο δεν διευκρινίζονται οι λόγοι, έστω και γενικού χαρακτήρα, για τη βαθμολογία που απονεμήθηκε στην προσφορά η οποία τελικώς κατετάγη στην πρώτη θέση, όσον αφορά τα κριτήρια 8.2, 8.4 και 8.5. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση της βαθμολογίας που έλαβε η προσφορά που τελικώς κατετάγη στη δεύτερη θέση, όσον αφορά το κριτήριο 8.6. Εντούτοις, αντιθέτως προς ό,τι διατείνονται οι προσφεύγουσες, η βαθμολογία της τελευταίας αυτής προσφοράς τεκμηριώνεται με σχόλιο το οποίο εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η προσφορά αυτή κρίθηκε λιγότερο ικανοποιητική από ό,τι οι λοιπές προσφορές. Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των αδύνατων σημείων της επίμαχης προσφοράς, επισημαίνονται τα εξής: «Η ποιότητα των απαντήσεων στις υποθέσεις εργασίας κρίνεται μέτρια, ιδίως επειδή η πρώτη υπόθεση ουδόλως εξετάζεται από λειτουργικής απόψεως και επειδή δεν λαμβάνεται υπόψη ο αντίκτυπος της προτάσεως στις υπηρεσίες κατά τη διάρκεια των συνόδων της ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου».
42 Επιπλέον, οι προσφεύγουσες προσάπτουν στο Κοινοβούλιο την έλλειψη σαφήνειας και ουσιώδους χαρακτήρα των σχολίων βάσει των οποίων τεκμηριώνεται η βαθμολογία της προσφοράς τους και της προσφοράς που τελικώς κατετάγη στη δεύτερη θέση όσον αφορά το κριτήριο 8.1.
43 Όσον αφορά το κριτήριο 8.1, η προσφορά που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες έλαβε βαθμό 6,6 στα 10, συνοδευόμενο από ένα μόνο σχόλιο κατά το οποίο «η γενική διαχείριση της υπηρεσίας είναι μέτρια, ιδίως όσον αφορά τη διαχείριση των κινδύνων και των αποκλίσεων». Ως προς το ίδιο κριτήριο, η προσφορά που τελικώς κατετάγη στη δεύτερη θέση έλαβε βαθμό 8,9 στα 10, συνοδευόμενο από ένα μόνο σχόλιο κατά το οποίο «η προσφορά είναι μέτρια», το οποίο επεξηγεί και τη βαθμολογία της τελευταίας αυτής προσφοράς όσον αφορά τα κριτήρια 8.3 και 8.4. Οι εκτιμήσεις επί των δύο αυτών προσφορών είναι, κατά τα φαινόμενα, όμοιες ή, τουλάχιστον, εξαιρετικά παρεμφερείς κατ’ ουσίαν, μολονότι οι βαθμοί που δόθηκαν διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους. Όπως επισημαίνουν οι προσφεύγουσες, η συνολική διαχείριση της υπηρεσίας κρίθηκε από την επιτροπή αξιολογήσεως ως ένα αδύνατο σημείο της προσφοράς τους, ενώ χαρακτηρίσθηκε από την εν λόγω επιτροπή ως ισχυρό σημείο της προσφοράς που κατετάγη τελικώς στη δεύτερη θέση. Το γεγονός ότι η λεκτική αξιολόγηση της τελευταίας αυτής προσφοράς αφορά τρία κριτήρια στερείται, εν προκειμένω, σημασίας.
44 Στο πλαίσιο αυτό, πρώτον, επισημαίνεται ότι, μολονότι οι βαθμοί που απένειμε κατ’ αυτόν τον τρόπο το Κοινοβούλιο παρείχαν στις προσφεύγουσες τη δυνατότητα να συγκρίνουν, ως προς κάθε τεχνικό κριτήριο αξιολογήσεως, τις βαθμολογίες της προσφοράς τους και των προσφορών που κατετάγησαν στην πρώτη και τη δεύτερη θέση στη σειρά διαδοχής, δεν τους κατέστησαν, ωστόσο, δυνατό να λάβουν γνώση των λόγων για τους οποίους οι εν λόγω προσφορές έλαβαν τις συγκεκριμένες βαθμολογίες.
45 Συναφώς, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται το Κοινοβούλιο, η συγκριτική εξέταση των σχολίων σχετικά με τις τρεις προσφορές που επελέγησαν στο πλαίσιο της διαδικασίας διαδοχικής αναθέσεως κατά σειρά προτεραιότητας, σε συνδυασμό με τους βαθμούς που δόθηκαν, δεν δύναται να αναπληρώσει την έλλειψη κάθε στοιχείου σχετικού με τους λόγους απονομής ορισμένων βαθμών. Πράγματι, πέραν της γενικής εκτιμήσεως περί της καλής, πολύ καλής ή ικανοποιητικής ποιότητας των προσφορών, κάθε σχόλιο παρέπεμπε σε κάποιο τεχνικό κριτήριο αναθέσεως. Επιπλέον, ορισμένα από τα σχόλια αυτά ήταν εξαιρετικά γενικού χαρακτήρα.
46 Ούτε τα κριτήρια αναθέσεως, όπως ορίζονταν στη συγγραφή υποχρεώσεων, καθιστούσαν δυνατό στις προσφεύγουσες να κατανοήσουν τους λόγους για τους οποίους δόθηκαν οι ανωτέρω βαθμοί. Βεβαίως, η απαίτηση περί αιτιολογήσεως πρέπει να εκτιμάται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως και, επομένως, πρέπει να εξετασθεί αν οι προσφεύγουσες μπορούσαν να κατανοήσουν την αιτιολόγηση των βαθμολογιών αυτών λαμβάνοντας υπόψη τις επισημάνσεις που περιέχονταν στη συγγραφή υποχρεώσεων. Ωστόσο, τα κριτήρια που προβλέπονται στο σημείο III.8 της συγγραφής υποχρεώσεως κατέλειπαν όχι αμελητέο περιθώριο εκτιμήσεως στο Κοινοβούλιο.
47 Δεύτερον, μπορεί να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τα επίμαχα τεχνικά κριτήρια, η βαθμολογία που έλαβε η προσφορά των προσφευγουσών ήταν υψηλότερη ή χαμηλότερη εκείνης που έλαβαν οι λοιπές επιλεγείσες προσφορές. Συναφώς, μολονότι, όπως επισημαίνει το Κοινοβούλιο, η προσφορά που κατετάγη τελικώς στην πρώτη θέση βαθμολογήθηκε, βάσει της τεχνικής αξιολογήσεως, με 54,39 βαθμούς στους 70, δηλαδή βαθμολογία υψηλότερη σχεδόν κατά τέσσερις μονάδες από εκείνη της προσφοράς των προσφευγουσών, μπορεί να επισημανθεί, εκ παραλλήλου, ότι, βάσει της εν λόγω αξιολογήσεως, η τελευταία αυτή προσφορά έλαβε βαθμό μεγαλύτερο σχεδόν κατά τρεις μονάδες από ό,τι εκείνη που κατετάγη τελικώς στη δεύτερη θέση.
48 Επιπλέον, υπενθυμίζεται ότι η απόφαση περί κατατάξεως της προσφοράς που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες στην τρίτη θέση ελήφθη κατόπιν της τελικής αξιολογήσεως, δηλαδή κατόπιν της εκτιμήσεως της σχέσεως μεταξύ ποιότητας και τιμής των προσφορών. Η διαφορά, όμως, μεταξύ των συνολικών βαθμολογιών των προσφορών που επελέγησαν ήταν μικρή, έως και εξαιρετικά μικρή.
49 Επισημαίνεται συναφώς ότι ο αποκλεισμός του υποψηφίου του οποίου η προσφορά είχε αρχικώς καταταγεί στην πρώτη θέση είχε ελάσσονος σημασίας επιρροή στη βαθμολογία των προσφορών βάσει της οικονομικής αξιολογήσεως, που είχε αντίκτυπο στη συνολική βαθμολογία των προσφορών. Πράγματι, λαμβανομένων υπόψη των διορθωμένων συνολικών βαθμολογιών που δόθηκαν στις τρεις προσφορές οι οποίες επελέγησαν τελικώς βάσει της εν λόγω αξιολογήσεως, όπως επισημαίνει το Κοινοβούλιο στο σημείο 49 του υπομνήματός του αντικρούσεως, διαπιστώνεται ότι η προσφορά που κατετάγη τελικώς στην πρώτη θέση βαθμολογήθηκε συνολικά με 79,11 μονάδες, η προσφορά που κατετάγη τελικώς στη δεύτερη θέση βαθμολογήθηκε με 77,67 μονάδες και η προσφορά που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες βαθμολογήθηκε με 77,64 μονάδες. Από τις συνολικές αυτές βαθμολογίες, τις οποίες επιβεβαίωσε το Κοινοβούλιο κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η διαφορά μεταξύ της προσφοράς που κατετάγη τελικώς στη δεύτερη θέση και της προσφοράς που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες είναι μόλις 0,03 της μονάδας.
50 Λαμβανομένης υπόψη της μικρής, έως και εξαιρετικά μικρής, διαφοράς βαθμολογίας μεταξύ των προσφορών των τριών επιλεγέντων υποψηφίων, το συμφέρον των προσφευγουσών να λάβουν σαφή και κατανοητή εξήγηση για την τεχνική αξιολόγηση της προσφοράς τους προκειμένου να διακριβώσουν ότι δεν υπήρξε σφάλμα κατά τη βαθμολόγηση ήταν ιδιαιτέρως αυξημένο (βλ., σχετικώς, απόφαση της 17ης Σεπτεμβρίου 2015, Ricoh Belgium κατά Συμβουλίου, T‑691/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:641, σκέψη 63). Το συμφέρον αυτό είναι κατά μείζονα λόγο σημαντικό καθόσον, μολονότι η τιμή της προσφοράς που κατετάγη τελικώς στην πρώτη θέση ήταν υψηλότερη της τιμής της προσφοράς που υπέβαλαν οι προσφεύγουσες, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι η πρώτη προσφορά είχε καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής και ότι, επομένως, ήταν η πλέον συμφέρουσα από οικονομικής απόψεως. Ως εκ τούτου, η εκτίμηση περί της ποιότητας της προσφοράς βάσει των ποιοτικών κριτηρίων αξιολογήσεως είχε καθοριστική σημασία (βλ., σχετικώς, απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2010, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑300/07, EU:T:2010:372, σκέψη 72).
51 Τρίτον, λογική συνέπεια του περιθωρίου εκτιμήσεως που διαθέτει το Κοινοβούλιο στον τομέα των δημόσιων διαγωνισμών είναι ότι η αιτιολογία πρέπει να παραθέτει τα πραγματικά και νομικά στοιχεία στα οποία το θεσμικό όργανο αυτό στήριξε την εκ μέρους του εκτίμηση. Ο προσφεύγων δύναται πράγματι να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους δόθηκε η συγκεκριμένη βαθμολογία μόνο με γνώμονα τα στοιχεία αυτά (βλ., κατ’ αναλογία, απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Δικαστηρίου, T‑447/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:553, σκέψη 92). Συναφώς, το στοιχείο το οποίο προβάλλει το Κοινοβούλιο, ότι δηλαδή δεν μπορεί να απαιτείται από την αναθέτουσα αρχή να προβαίνει σε εμπεριστατωμένη συγκριτική εξέταση των προσφορών που επιλέγει, διότι τούτο θα της επέβαλλε υποχρέωση διαβιβάσεως της εκθέσεως αξιολογήσεως, την οποία δεν υπέχει, δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να μην προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο, από τις παρατηρήσεις που έχει διαβιβάσει στις προσφεύγουσες, το σκεπτικό του θεσμικού οργάνου, έτσι ώστε να τους παρέχεται η δυνατότητα να λάβουν γνώση των λόγων για τους οποίους η προσφορά τους κατετάγη στην τρίτη θέση (βλ., σχετικώς, απόφαση της 15ης Οκτωβρίου 2013, European Dynamics Belgium κ.λπ. κατά EMA, T‑638/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:530, σκέψη 30). Πράγματι, μόνο μια τέτοια αιτιολογία παρέχει τη δυνατότητα στις μεν προσφεύγουσες να ασκήσουν τα δικαιώματά τους, στο δε Γενικό Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχό του.
52 Κατά συνέπεια, υπό τις συνθήκες της προκειμένης περιπτώσεως, λαμβανομένων υπόψη του όχι αμελητέου περιθωρίου εκτιμήσεως που παρείχαν στο Κοινοβούλιο τα κριτήρια αναθέσεως και του ιδιαίτερου συμφέροντος των προσφευγουσών να λάβουν σαφή εξήγηση για τη βαθμολόγηση των προσφορών που επελέγησαν τελικώς όσον αφορά το τμήμα 3, οι βαθμοί που έλαβε η προσφορά των προσφευγουσών όσον αφορά τα κριτήρια 8.2 και 8.7, οι βαθμοί που έλαβε η προσφορά η οποία κατετάγη τελικώς στην πρώτη θέση όσον αφορά τα κριτήρια 8.2, 8.4 και 8.5, καθώς και οι βαθμοί που έλαβε η προσφορά η οποία κατετάγη τελικώς στη δεύτερη θέση όσον αφορά το κριτήριο 8.6 δεν μπορούσαν να συνιστούν αφεαυτών επαρκή αιτιολογία. Επιπλέον, η παρατήρηση διά της οποίας τεκμηριώνεται η βαθμολογία της προσφοράς των προσφευγουσών όσον αφορά το κριτήριο 8.1 δεν μπορούσε να τους παράσχει τη δυνατότητα να προσδιορίσουν τους λόγους για τους οποίους το Κοινοβούλιο έδωσε στην προσφορά που κατετάγη τελικώς στη δεύτερη θέση βαθμό σημαντικά υψηλότερο του δικού τους όσον αφορά το εν λόγω κριτήριο (βλ., σχετικώς, αποφάσεις της 17ης Οκτωβρίου 2012, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Δικαστηρίου, T‑447/10, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2012:553, σκέψη 98, και της 15ης Οκτωβρίου 2013, European Dynamics Belgium κ.λπ. κατά EMA, T‑638/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:530, σκέψη 38). Ως εκ τούτου, βασίμως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες ότι, όσον αφορά την τεχνική αξιολόγηση των προσφορών που επελέγησαν για το τμήμα 3, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως ήταν ανεπαρκής.
53 Συναφώς, μολονότι το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ανεπαρκής όσον αφορά ορισμένα τεχνικά κριτήρια αναθέσεως, τούτο δεν θα δικαιολογούσε την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον δεν θα ασκούσε καμία επιρροή για το διατακτικό της αποφάσεως αυτής, διαπιστώνεται ότι, λαμβανομένης υπόψη της μικρής, έως και εξαιρετικά μικρής, διαφοράς μεταξύ της βαθμολογίας των τριών προσφορών που επελέγησαν, η επαρκής αιτιολόγηση των βαθμών που δόθηκαν όσον αφορά τα λοιπά κριτήρια δεν θα αρκούσε για να δικαιολογήσει την προσβαλλόμενη απόφαση.
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου ακυρώσεως, με το οποίο προβάλλεται ανεπαρκής αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον δεν περιλαμβάνει τα οικονομικά στοιχεία των προσφορών που κατετάγησαν στις πρώτες θέσεις
54 Οι προσφεύγουσες προσάπτουν στο Κοινοβούλιο ότι απλώς τους κοινοποίησε τις βαθμολογίες που έλαβαν οι προσφορές οι οποίες επελέγησαν κατόπιν της οικονομικής αξιολογήσεως, χωρίς να τους διαβιβάσει τα οικονομικά στοιχεία των προσφορών αυτών, μολονότι είχε, κατά τις προσφεύγουσες, υποχρέωση προς τούτο βάσει της νομολογίας. Οι προσφεύγουσες διατείνονται ότι, καθόσον η αξιολόγηση βασίσθηκε σε μαθηματικό τύπο διαφορετικό εκείνου της συγγραφής υποχρεώσεων, η κοινοποίηση ενός εκάστου εκ των στοιχείων αυτών συνιστούσε το μόνο μέσο που θα τους παρείχε τη δυνατότητα να ελέγξουν την εκ μέρους του Κοινοβουλίου αξιολόγηση. Υπενθυμίζουν ότι και η κοινοπραξία της οποίας η προσφορά είχε αρχικώς καταταγεί στη δεύτερη θέση στη σειρά διαδοχής είχε προσβάλει την απόφαση του Κοινοβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2014, προβάλλοντας παραμόρφωση της μεθόδου αξιολογήσεως των οικονομικών προσφορών.
55 Το Κοινοβούλιο αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά. Διευκρινίζει ότι οι προσφεύγουσες είχαν στη διάθεσή τους όλα τα στοιχεία που τους παρείχαν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση της συνολικής τιμής των προσφορών που επελέγησαν τελικώς στην πρώτη και τη δεύτερη θέση στη σειρά διαδοχής. Κατά το θεσμικό αυτό όργανο, οι προσφεύγουσες είχαν τη δυνατότητα να καθορίσουν τη συνολική τιμή της προσφοράς τους μέσω των τιμών μονάδας που είχαν προτείνει και με το εργαλείο πληροφορικής Excel το οποίο τους είχε διαβιβασθεί, καθώς και τη συνολική τιμή των προσφορών των ανταγωνιστών τους βάσει της σχετικής εκατοστιαίας αποκλίσεως μεταξύ των προσφορών αυτών που συναγόταν από τους βαθμούς, με άριστα το 100, τους οποίους είχαν λάβει οι προσφορές αυτές βάσει του κριτηρίου περί τιμής. Το Κοινοβούλιο επισήμανε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι οι προσφεύγουσες γνώριζαν, άλλωστε, τη συνολική τιμή της προσφοράς που κατετάγη τελικώς στην πρώτη θέση στη σειρά διαδοχής, η οποία μνημονεύεται ρητώς στο σημείο 90 του δικογράφου της προσφυγής.
56 Υπενθυμίζεται, καταρχάς, ότι από το άρθρο 113, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, προκύπτει ότι η γνωστοποίηση ορισμένων στοιχείων στους υποψηφίους των οποίων η προσφορά δεν επελέγη ή, όπως εν προκειμένω, στους υποψηφίους των οποίων η προσφορά δεν κατετάγη στην πρώτη θέση στη σειρά διαδοχής μπορεί να παραλειφθεί στις περιπτώσεις κατά τις οποίες παρακωλύει την εφαρμογή των νόμων, είναι αντίθετη προς το δημόσιο συμφέρον, ζημιώνει θεμιτά εμπορικά συμφέροντα δημοσίων ή ιδιωτικών επιχειρήσεων ή μπορεί να βλάψει τον θεμιτό ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών. Πράγματι, κατά τη νομολογία, είναι σημαντικό οι αναθέτουσες αρχές να μη δημοσιοποιούν στοιχεία που αφορούν διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων, το περιεχόμενο των οποίων θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη νόθευση του ανταγωνισμού στο πλαίσιο είτε τρέχουσας διαδικασίας για τη σύναψη δημόσιας συμβάσεως είτε μεταγενέστερων τέτοιων διαδικασιών. Επιπλέον, τόσο ως εκ της φύσεώς τους όσο και σύμφωνα με το σύστημα της νομοθεσίας της Ένωσης στον εν λόγω τομέα, οι διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων βασίζονται σε σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των αναθετουσών αρχών και των επιχειρήσεων που μετέχουν σε αυτές. Οι επιχειρήσεις αυτές πρέπει να μπορούν να κοινοποιούν στις εν λόγω αναθέτουσες αρχές κάθε χρήσιμο στο πλαίσιο της διαδικασίας συνάψεως της συμβάσεως στοιχείο, χωρίς να ανησυχούν για το ενδεχόμενο οι ως άνω αρχές να κοινοποιήσουν σε τρίτους πληροφοριακά στοιχεία των οποίων η δημοσιοποίηση θα ήταν επιζήμια για τις εν λόγω επιχειρήσεις (βλ., σχετικώς, απόφαση της 9ης Απριλίου 2014, CITEB και Belgo-Metal κατά Κοινοβουλίου, T‑488/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:195, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Σε αυτό το πλαίσιο έχει κρίνει το Γενικό Δικαστήριο ότι υφίσταται γενικό τεκμήριο περί του ότι η πρόσβαση στις προσφορές υποψηφίων εκ μέρους των λοιπών διαγωνιζομένων θίγει καταρχήν το προστατευόμενο συμφέρον (βλ., σχετικώς, απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2013, Cosepuri κατά EFSA, T‑339/10 και T‑532/10, EU:T:2013:38, σκέψη 101).
57 Εν προκειμένω, καθόσον αναφέρονται στα οικονομικά στοιχεία των προσφορών που κατετάγησαν τελικώς στην πρώτη και στη δεύτερη θέση στη σειρά διαδοχής, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι προσφεύγουσες βάλλουν κατά της εκ μέρους του Κοινοβουλίου παραλείψεως κοινοποιήσεως των λεπτομερών στοιχείων της τιμής των προσφορών αυτών, όπως είναι επί παραδείγματι οι τιμές μονάδας. Οι προσφεύγουσες, όμως, δεν προβάλλουν κανένα στοιχείο ικανό να ανατρέψει το γενικό τεκμήριο που μνημονεύθηκε στη σκέψη 56 ανωτέρω. Συναφώς, δεν μπορούν να υποστηρίζουν βασίμως ότι το Κοινοβούλιο όφειλε να τους γνωστοποιήσει τα οικονομικά στοιχεία των προσφορών που κατετάγησαν σε υψηλότερες θέσεις από τη δική τους, προκειμένου να τους παράσχει τη δυνατότητα να ελέγξουν τα αποτελέσματα της εφαρμογής του παραμετρικού μαθηματικού τύπου της γραμμικής παρεμβολής για την οικονομική αξιολόγηση των προσφορών και να εξακριβώσουν ποιος ήταν ο τύπος που πράγματι χρησιμοποιήθηκε. Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, πρέπει να επισημανθεί ότι, εν πάση περιπτώσει, οι προσφεύγουσες είχαν στη διάθεσή τους το εργαλείο πληροφορικής Excel το οποίο χρησιμοποίησε προς τούτο το Κοινοβούλιο. Ως εκ τούτου, οι προσφεύγουσες δεν αποδεικνύουν ότι το Κοινοβούλιο, μη γνωστοποιώντας τους τα οικονομικά στοιχεία των προσφορών που κατετάγησαν τελικώς στην πρώτη και τη δεύτερη θέση στη σειρά διαδοχής, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει.
58 Όσον αφορά τη γνωστοποίηση της συνολικής τιμής των προσφορών που κατετάγησαν τελικώς στην πρώτη και τη δεύτερη θέση στη σειρά διαδοχής, πρέπει, πρώτον, να επισημανθεί ότι το Κοινοβούλιο δεν υποστήριξε ότι η δημοσιοποίησή τους θα έθιγε κάποιο από τα συμφέροντα που μνημονεύονται στο άρθρο 113, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού. Κατά τα λοιπά, ανταποκρινόμενο σε αίτημα του Γενικού Δικαστηρίου, το Κοινοβούλιο γνωστοποίησε στο πλαίσιο της δίκης τη συνολική τιμή των δύο αυτών προσφορών.
59 Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, λαμβανομένου υπόψη του αποκλεισμού του υποψηφίου του οποίου η προσφορά είχε αρχικώς καταταγεί στην πρώτη θέση στη σειρά διαδοχής, οι βαθμολογίες που έλαβαν οι προσφορές οι οποίες είχαν αρχικά καταταγεί στη δεύτερη και την τρίτη θέση βάσει του κριτηρίου περί τιμής, όπως γνωστοποιήθηκαν στις προσφεύγουσες, διορθώθηκαν από το Κοινοβούλιο. Συγκεκριμένα, κατ’ εφαρμογήν του συστήματος βαθμολογήσεως που περιγράφεται στη σκέψη 5 ανωτέρω, η προσφορά με τη χαμηλότερη τιμή έπρεπε να βαθμολογηθεί με τον υψηλότερο δυνατό βαθμό και οι βαθμολογίες των λοιπών δύο προσφορών που επελέγησαν έπρεπε να διορθωθούν κατ’ εφαρμογήν της αποκαλούμενης μεθόδου της γραμμικής παρεμβολής.
60 Πλην όμως, το Κοινοβούλιο γνωστοποίησε για πρώτη φορά με το υπόμνημα αντικρούσεως τις βαθμολογίες που είχαν λάβει οι προσφορές που επελέγησαν βάσει του κριτηρίου περί τιμής, για το τμήμα 3 του διαγωνισμού, όπως τροποποιήθηκαν. Κατά την ημερομηνία ασκήσεως της υπό κρίση προσφυγής, οι προσφεύγουσες είχαν στη διάθεσή τους μόνον τις αρχικώς διαβιβασθείσες οικονομικές αξιολογήσεις οι οποίες είχαν απολέσει τη σημασία τους μετά τον αποκλεισμό του υποψηφίου του οποίου η προσφορά είχε αρχικώς καταταγεί στην πρώτη θέση στη σειρά διαδοχής.
61 Τρίτον, από τη νομολογία προκύπτει ότι, απαντώντας στο αίτημα των προσφευγουσών της 18ης Σεπτεμβρίου 2014 περί γνωστοποιήσεως της τιμής των προσφορών που επελέγησαν μετά την έκδοση της αποφάσεώς του της 16ης Σεπτεμβρίου 2014, το Κοινοβούλιο ήταν υποχρεωμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 113, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του δημοσιονομικού κανονισμού, όπως υπομνήσθηκαν στη σκέψη 27 ανωτέρω, να τους γνωστοποιήσει τη συνολική τιμή των προσφορών που είχαν αρχικώς επιλεγεί. Συγκεκριμένα, η τιμή συνιστά ένα από τα χαρακτηριστικά και τα συγκριτικά πλεονεκτήματα των προσφορών, κατά μείζονα λόγο διότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, το κριτήριο αυτό λαμβανόταν υπόψη με συντελεστή 30 % κατά την αξιολόγηση των προσφορών και διότι η προσφορά των προσφευγουσών είχε λάβει τη δεύτερη υψηλότερη βαθμολογία βάσει της τεχνικής αξιολογήσεως των προσφορών (βλ., υπό την έννοια αυτή και κατ’ αναλογία, αποφάσεις της 20ής Μαΐου 2009, VIP Car Solutions κατά Κοινοβουλίου, T‑89/07, EU:T:2009:163, σκέψη 88, και της 14ης Ιανουαρίου 2015, Veloss International και Attimedia κατά Κοινοβουλίου, T‑667/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:5, σκέψη 60).
62 Επομένως, το Κοινοβούλιο, καθόσον δεν γνωστοποίησε στις προσφεύγουσες τη συνολική τιμή των προσφορών που επελέγησαν τελικώς στην πρώτη και τη δεύτερη θέση στη σειρά διαδοχής, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει.
63 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το επιχείρημα που προέβαλε το Κοινοβούλιο ότι οι προσφεύγουσες είχαν στη διάθεσή τους όλα τα στοιχεία που τους επέτρεπαν να υπολογίσουν τις τιμές των προσφορών που επελέγησαν τελικώς στην πρώτη και τη δεύτερη θέση στη σειρά διαδοχής. Συγκεκριμένα, το Κοινοβούλιο διευκρινίζει ότι οι βαθμοί, με άριστα το 100, τους οποίους είχε λάβει, βάσει του κριτηρίου περί τιμής, κάθε προσφορά που είχε επιλεγεί και η προσφορά των προσφευγουσών, όπως περιλαμβάνονταν στο έγγραφο της 2ας Οκτωβρίου 2014, αντικατόπτριζαν τη σχετική εκατοστιαία απόκλιση μεταξύ των προσφορών αυτών. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, αρκούσε οι προσφεύγουσες, πρώτον, να καθορίσουν τη συνολική τιμή της προσφοράς τους διά της εφαρμογής, στις τιμές μονάδας που είχαν προτείνει, του μαθηματικού τύπου που είχε ορισθεί στη συγγραφή υποχρεώσεων και είχε μεταφερθεί στο εργαλείο πληροφορικής Excel το οποίο είχε τεθεί στη διάθεσή τους, δεύτερον, να προσδιορίσουν, βάσει της συνολικής τιμής της προσφοράς τους που καθορίστηκε κατά τα ανωτέρω και βάσει των προαναφερθεισών σχετικών αποκλίσεων, την τιμή της προσφοράς που είχε αρχικώς καταταγεί στην πρώτη θέση και, τρίτον, να προσδιορίσουν, βάσει της συνολικής τιμής της προσφοράς αυτής, μέσω των σχετικών εκατοστιαίων αποκλίσεων, τη συνολική τιμή των προσφορών που κατετάγησαν τελικώς στην πρώτη και τη δεύτερη θέση στη σειρά διαδοχής.
64 Συναφώς, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 26 ανωτέρω, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, για τη συμμόρφωση με την υποχρέωση αιτιολογήσεως την οποία προβλέπει το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και αδιαμφισβήτητο η συλλογιστική του οργάνου που εξέδωσε την πράξη (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1995, Koyo Seiko κατά Συμβουλίου, T‑166/94, EU:T:1995:140, σκέψη 103, και της 19ης Μαρτίου 2010, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑50/05, EU:T:2010:101, σκέψη 134). Ωστόσο, το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι, εφαρμόζοντας τρία στάδια υπολογισμού με βάση βαθμολογίες που είχαν δοθεί στο πλαίσιο της αποφάσεως περί αναθέσεως η οποία τελικώς ανακλήθηκε, οι προσφεύγουσες θα μπορούσαν να προσδιορίσουν τη συνολική τιμή των προσφορών που κατετάγησαν τελικώς στην πρώτη και τη δεύτερη θέση στη σειρά διαδοχής δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, ακόμη και αν οι προσφεύγουσες είχαν προβεί σε τέτοιους υπολογισμούς, ουδεμία βεβαιότητα θα είχαν ως προς την ορθότητά τους και την ακρίβεια των αποτελεσμάτων που προέκυψαν. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η συνολική τιμή της προσφοράς που κατετάγη τελικώς στην πρώτη θέση στη σειρά διαδοχής, η οποία παρατίθεται στο σημείο 90 της προσφυγής, δεν αντιστοιχεί ούτε στο ακριβές ποσό της προσφοράς αυτής, όπως αυτό γνωστοποιήθηκε από το Κοινοβούλιο σε απάντηση των γραπτών ερωτήσεων του Γενικού Δικαστηρίου, ούτε εξάλλου στο ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή των τριών σταδίων υπολογισμού που προτείνει το Κοινοβούλιο.
65 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες ορθώς υποστηρίζουν ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ανεπαρκής, καθόσον δεν τους επιτρέπει να προσδιορίσουν τους συγκεκριμένους λόγους που οδήγησαν την αναθέτουσα αρχή να κρίνει, στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει, ότι οι προσφορές που κατετάγησαν στην πρώτη και τη δεύτερη θέση στη σειρά διαδοχής ήταν καλύτερες, από ποιοτικής απόψεως, από την προσφορά της European Dynamics. Επιπροσθέτως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη και κατά το μέτρο που το Κοινοβούλιο παρέλειψε να γνωστοποιήσει στις προσφεύγουσες τη συνολική τιμή των προσφορών που κατετάγησαν τελικώς στην πρώτη και τη δεύτερη θέση στη σειρά διαδοχής.
66 Κατά συνέπεια, χωρίς να είναι απαραίτητο το Γενικό Δικαστήριο να διατάξει να προσκομισθούν ορισμένα τμήματα της εκθέσεως της επιτροπής αξιολογήσεως, όπως ζητούν οι προσφεύγουσες, ή να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων και ισχυρισμών που προέβαλαν οι προσφεύγουσες, κρίνεται ότι οι προσφεύγουσες βασίμως ζητούν την ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επί του αιτήματος αποζημιώσεως
67 Οι προσφεύγουσες ζητούν να υποχρεωθεί το Κοινοβούλιο να αποκαταστήσει τη ζημία που αυτές υπέστησαν λόγω της απώλειας της ευκαιρίας να καταταγεί η προσφορά τους στην πρώτη θέση στη σειρά διαδοχής. Υποστηρίζουν ότι η ζημία αυτή απορρέει από την κατάφωρη παραβίαση από το Κοινοβούλιο του άρθρου 110, παράγραφος 1, του δημοσιονομικού κανονισμού και της θεμελιώδους αρχής του ανταγωνισμού, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις και η ανωτέρω αρχή απονέμουν δικαιώματα στους ιδιώτες. Οι προσφεύγουσες προσδιορίζουν ex aequo et bono το ύψος της ζημίας τους σε 1 500 000 ευρώ, ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο 10 % περίπου της αξίας της συμβάσεως, δηλώνοντας ότι εν πάση περιπτώσει επαφίενται στη σοφία του Γενικού Δικαστηρίου για τον καθορισμό του ποσού της αποζημιώσεως.
68 Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι δεν διέπραξε καμία παρανομία, ότι η προβαλλόμενη ζημία δεν είναι ούτε πραγματική ούτε βέβαιη, ότι δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εν λόγω ζημίας και των προβαλλόμενων παραβάσεων και ότι οι προσφεύγουσες δεν μπορούν να επικαλεσθούν λυσιτελώς το βελγικό δίκαιο για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας τους.
69 Κατά το άρθρο 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, «[σ]το πεδίο της εξωσυμβατικής ευθύνης, η Ένωση υποχρεούται, σύμφωνα με τις γενικές αρχές που είναι κοινές στο δίκαιο των κρατών μελών, να αποκαθιστά τη ζημία που προξενούν τα όργανα ή οι υπάλληλοί της κατά την άσκηση των καθηκόντων τους».
70 Κατά πάγια νομολογία, η στοιχειοθέτηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης κατά την έννοια του άρθρου 340, δεύτερο εδάφιο, ΣΛΕΕ, λόγω παράνομης συμπεριφοράς των οργάνων της, εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων, ήτοι του παράνομου χαρακτήρα της προσαπτόμενης στο θεσμικό όργανο συμπεριφοράς, του υποστατού της ζημίας και της υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προβαλλόμενης συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας (αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1997, Oleifici Italiani κατά Επιτροπής, T‑267/94, EU:T:1997:113, σκέψη 20, και της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, MyTravel κατά Επιτροπής, T‑212/03, EU:T:2008:315, σκέψη 35). Η προϋπόθεση της παράνομης συμπεριφοράς που καταλογίζεται σε συγκεκριμένο θεσμικό όργανο της Ένωσης προϋποθέτει την ύπαρξη κατάφωρης παραβίασης κανόνα δικαίου ο οποίος έχει ως αντικείμενο την απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες (απόφαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2008, MyTravel κατά Επιτροπής, T‑212/03, EU:T:2008:315, σκέψη 29).
71 Όσον αφορά ειδικότερα την προϋπόθεση σχετικά με το υποστατό της ζημίας, μπορεί να στοιχειοθετείται ευθύνη της Ένωσης μόνον όταν ο ενάγων έχει όντως υποστεί «πραγματική και βέβαιη» ζημία. Στον ενάγοντα εναπόκειται να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία στον δικαστή της Ένωσης, προκειμένου να αποδείξει το υποστατό και την έκταση της ζημίας αυτής (βλ. απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, Ζαφειρόπουλος κατά Cedefop, T‑537/12, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:36, σκέψη 91 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
72 Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλόμενης ζημίας, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η προβαλλόμενη ζημία πρέπει να απορρέει κατά τρόπο αρκούντως άμεσο από την προσαπτόμενη συμπεριφορά, ώστε αυτή η τελευταία πρέπει να αποτελεί την καθοριστική αιτία της ζημίας. Εναπόκειται στον ασκήσαντα το ένδικο βοήθημα να αποδείξει την ύπαρξη της αιτιώδους αυτής συνάφειας (βλ. απόφαση της 10ης Απριλίου 2014, Ευρωπαϊκή Δυναμική κατά Επιτροπής, T‑340/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2014:208, σκέψη 287 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
73 Κατά πάγια επίσης νομολογία, αν μία από τις τρεις αυτές προϋποθέσεις δεν πληρούται, η αγωγή πρέπει να απορρίπτεται στο σύνολό της, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστούν οι λοιπές προϋποθέσεις της εξωσυμβατικής ευθύνης (αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 1994, ΚΥΔΕΠ κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, C‑146/91, EU:C:1994:329, σκέψη 81, και της 10ης Δεκεμβρίου 2009, Antwerpse Bouwwerken κατά Επιτροπής, T‑195/08, EU:T:2009:491, σκέψη 91).
74 Υπό το πρίσμα αυτών ακριβώς των σκέψεων πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις στοιχειοθετήσεως της εξωσυμβατικής ευθύνης της Ένωσης έναντι των προσφευγουσών.
75 Εν προκειμένω, όπως διευκρίνισαν οι προσφεύγουσες κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το αίτημα αποζημιώσεως πρέπει να θεωρηθεί ότι στηρίζεται στις παρανομίες που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως οι οποίοι αφορούν αντίστοιχα την αξιολόγηση των οικονομικών προσφορών και την εκτίμηση των υπερβολικά χαμηλών προσφορών, το δε αίτημα αυτό πρέπει να εξετασθεί σε συνδυασμό με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ανεπαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον αναδεικνύει τη μικρή διαφορά στη συνολική βαθμολογία μεταξύ των τριών προσφορών που επελέγησαν στο πλαίσιο της διαδικασίας διαδοχικής αναθέσεως κατά σειρά προτεραιότητας.
76 Όσον αφορά τη φερόμενη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το αίτημα αποζημιώσεως στηρίζεται στην απώλεια της ευκαιρίας για τις προσφεύγουσες να καταταγεί η προσφορά τους στην πρώτη θέση στη σειρά διαδοχής. Συναφώς, οι προσφεύγουσες διευκρινίζουν ότι το γεγονός ότι θα συνάψουν τη σύμβαση-πλαίσιο με το Κοινοβούλιο δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι, καθόσον κατετάγησαν στην τρίτη θέση ως προς το τμήμα 3, είναι ελάχιστα πιθανό να αναλάβουν έστω και ένα μικρό μέρος της συμβάσεως-πλαισίου ως προς το τμήμα αυτό. Επισημαίνουν επίσης ότι, ακόμη και σε περίπτωση ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απίθανο να προχωρήσει το Κοινοβούλιο στην προκήρυξη νέου διαγωνισμού. Τέλος, υποστηρίζουν ότι οι παρανομίες που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του δεύτερου και του τρίτου λόγου ακυρώσεως τους στέρησαν τη δυνατότητα να συμμετάσχουν σε μια σύννομη διαγωνιστική διαδικασία και να καταταγούν στην πρώτη θέση. Συναφώς, το Γενικό Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι προσφεύγουσες περιορίζονται στο να προβάλουν τον ανωτέρω ισχυρισμό χωρίς να προσκομίσουν κανένα αποδεικτικό στοιχείο προκειμένου να αποδείξουν με ποιο τρόπο οι εν λόγω παρανομίες, αν υποτεθεί ότι είναι βάσιμες, επηρέασαν την ευκαιρία τους να καταταγεί η προσφορά τους στην πρώτη θέση, ενώ άλλωστε, αφενός, η προσφορά τους είχε καταταγεί στην τρίτη θέση και, αφετέρου, μολονότι οι προβαλλόμενες παρανομίες αφορούν την οικονομική αξιολόγηση των προσφορών, η προσφορά που κατετάγη στην πρώτη θέση ήταν η ακριβότερη και, ως εκ τούτου, εκείνη που έλαβε τη χαμηλότερη βαθμολογία.
77 Υπό τις συνθήκες αυτές, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν, μολονότι έφεραν το σχετικό βάρος αποδείξεως, την ύπαρξη πραγματικής και βεβαίας ζημίας προκύπτουσας κατά τρόπο αρκούντως άμεσο από την προσαπτόμενη στο Κοινοβούλιο συμπεριφορά.
78 Κατά συνέπεια, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 72 ανωτέρω, το αίτημα αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Επί των δικαστικών εξόδων
79 Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του. Πάντως, αν τούτο δικαιολογείται από τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υποθέσεως, το Γενικό Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι ένας διάδικος φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και μέρος των εξόδων του αντιδίκου.
80 Εν προκειμένω, το ακυρωτικό αίτημα των προσφευγουσών έγινε δεκτό, πλην όμως απορρίφθηκε το αποζημιωτικό αίτημά τους. Υπό τις συνθήκες αυτές, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υποθέσεως, κάθε διάδικος πρέπει να φέρει τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έβδομο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την απόφαση D(2015) 7680 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που κοινοποιήθηκε στις προσφεύγουσες-ενάγουσες με έγγραφο της 13ης Φεβρουαρίου 2015, περί κατατάξεως της προσφοράς των European Dynamics Luxembourg SA και Ευρωπαϊκή Δυναμική – Προηγμένα Συστήματα Τηλεπικοινωνιών Πληροφορικής και Τηλεματικής ΑΕ στην τρίτη θέση ως προς το τμήμα 3, «Ανάπτυξη και συντήρηση συστημάτων παραγωγής πληροφοριών» στο πλαίσιο της ανοικτής διαδικασίας διαγωνισμού PE/ITEC/ITS14 «[Π]αροχή [εξωτερικών] υπηρεσιών πληροφορικής».
2) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή-αγωγή.
3) Έκαστος των διαδίκων φέρει τα δικαστικά έξοδά του.
Tomljenović
Bieliūnas
Μαρκουλλή
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Δεκεμβρίου 2017.
Ο Γραμματέας
Η Πρόεδρος
E. Coulon
V. Tomljenović
* Γλώσσα διαδικασίας: η ελληνική.
Amtliche Sprachfassungen
Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.
ΕλληνικάFrançais