EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union
Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας – Λεκτικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης CIPRIANI – Μη ύπαρξη κακής πίστεως – Άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 – Δεν υφίσταται προσβολή του δικαιώματος στο φημισμένο όνομα προσώπου – Άρθρο 53, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009
ECLI: ECLI:EU:T:2017:458Entscheidung vom: 29.06.2017
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 29ης Ιουνίου 2017 ( *1 )
«Σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης — Διαδικασία για την κήρυξη ακυρότητας — Λεκτικό σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης CIPRIANI — Μη ύπαρξη κακής πίστεως — Άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 — Δεν υφίσταται προσβολή του δικαιώματος στο φημισμένο όνομα προσώπου — Άρθρο 53, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009»
Στην υπόθεση T‑343/14,
Arrigo Cipriani, κάτοικος Βενετίας (Ιταλία), εκπροσωπούμενος από τους A. Vanzetti, G. Sironi και S. Bergia, δικηγόρους,
προσφεύγων,
κατά
Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), εκπροσωπούμενου από τον J. Crespo Carrillo,
καθού,
αντίδικος κατά τη διαδικασία ενώπιον του τμήματος προσφυγών του EUIPO και παρεμβαίνουσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου:
Hotel Cipriani Srl, με έδρα τη Βενετία, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον C. Hoole, solicitor, στη συνέχεια από τους T. Alkin, B. Brandreth, barristers, W. Sander, P. Cantrill, M. Pearce, A. Hall και A. Ward, solicitors, και τέλος από τους Μ. Brandreth, barrister, A. Poulter και P. Brownlow, solicitors
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του τετάρτου τμήματος προσφυγών του EUIPO της 14ης Μαρτίου 2014 (υπόθεση R 224/2012-4), σχετικά με διαδικασία κηρύξεως ακυρότητας σήματος μεταξύ Arrigo Cipriani και Hotel Cipriani,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους G. Berardis, πρόεδρο, Σ. Παπασάββα και O. Spineanu-Matei (εισηγήτρια), δικαστές,
γραμματέας: I. Dragan, διοικητικός υπάλληλος,
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 19 Μαΐου 2014,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως του EUIPO που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 26 Σεπτεμβρίου 2014,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Οκτωβρίου 2014,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα απαντήσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 14 Ιανουαρίου 2015,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα ανταπαντήσεως της παρεμβαίνουσας που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 9 Απριλίου 2015,
έχοντας υπόψη την τροποποίηση της συνθέσεως των τμημάτων του Γενικού Δικαστηρίου,
έχοντας υπόψη την ανάθεση εκ νέου της υποθέσεως στο έκτο τμήμα και σε νέο εισηγητή δικαστή,
έχοντας υπόψη τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας της 16ης Νοεμβρίου 2016,
έχοντας υπόψη τις ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου στον προσφεύγοντα και την απάντησή του στις ερωτήσεις αυτές που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου την 1η Δεκεμβρίου 2016,
κατόπιν της συνεδριάσεως της 23ης Ιανουαρίου 2017,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Το 1956, ο Giuseppe Cipriani, πατέρας του προσφεύγοντος Arrigo Cipriani, και ένας τρίτος σύστησαν την Hotel Cipriani SpA, προκάτοχο της παρεμβαίνουσας Hotel Cipriani Srl. Τον Μάρτιο του 1958, λειτούργησε για πρώτη φορά το ξενοδοχείο με το όνομα Cipriani.
2
Το 1966, τα μερίδια της προκατόχου της παρεμβαίνουσας που κατείχε ο τρίτος, ο οποίος συμμετείχε στη σύστασή της, μεταβιβάστηκαν στη Stondon, Ondale and Patmore Company Ltd.
3
Το 1967, ο Giuseppe Cipriani και η Stondon, Ondale and Patmore Company σύναψαν συμφωνία με την οποία το σύνολο των μεριδίων της προκατόχου της παρεμβαίνουσας τα οποία κατείχε ο πρώτος μεταβιβάστηκαν στη δεύτερη (στο εξής: συμφωνία του 1967). Με την εν λόγω συμφωνία η ως άνω προκάτοχος έλαβε άδεια να χρησιμοποιεί το όνομα Cipriani υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
4
Στις 12 Δεκεμβρίου 1969, η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας ζήτησε την καταχώριση του λεκτικού ιταλικού σήματος CIPRIANI, το οποίο καταχωρίστηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1971 με αριθμό 254410, μεταξύ άλλων, για τις υπηρεσίες που αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «Ξενοδοχεία, εστιατόρια, μπαρ, σνακ μπαρ και καταστήματα εστιάσεως».
5
Την 1η Απριλίου 1996, η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας υπέβαλε αίτημα καταχωρίσεως του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Γραφείο Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO), δυνάμει του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1), όπως έχει τροποποιηθεί [αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 2009, L 78, σ. 1)].
6
Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση είναι το λεκτικό σημείο CIPRIANI.
7
Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτουν στις κλάσεις 16, 35 και 42 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών για την καταχώριση των σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν, για καθεμία από τις κλάσεις αυτές, στην ακόλουθη περιγραφή:
—
κλάση 16: «Έντυπο υλικό, χαρτόνι και προϊόντα και εισιτήρια από χαρτόνι, εφημερίδες, περιοδικά, φυλλάδια, βιβλία και είδη χαρτοπωλείου, υλικά γραφής, βιβλιάρια διευθύνσεων και ατζέντες, προσωπικά προγράμματα, φωτογραφίες και αφίσες, παιγνιόχαρτα, ευχετήριες κάρτες, καρτ ποστάλ, χάρτες και εικόνες»·
—
κλάση 35: «Διαφήμιση, δημόσιες σχέσεις, υπηρεσίες εμπορίας και προώθησης, διοίκηση ξενοδοχείων»·
—
κλάση 42: «Ξενοδοχεία, κρατήσεις ξενοδοχείου, εστιατόρια, κυλικεία, δημόσιοι χώροι φαγητού, μπαρ, εφοδιασμός κατ’ οίκον, παράδοση ποτών για άμεση κατανάλωση».
8
Η αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημοσιεύθηκε στο Δελτίο κοινοτικών σημάτων αριθ. 26/1997, της 3ης Νοεμβρίου 1997. Το σήμα αυτό καταχωρίστηκε στις 9 Ιουλίου 1998, με αριθμό 115824.
9
Το 2006, η παρεμβαίνουσα καταχωρίστηκε στο EUIPO ως δικαιούχος του αμφισβητούμενου σήματος.
10
Στις 31 Ιουλίου 2009, ο προσφεύγων κατέθεσε ενώπιον του EUIPO αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας του αμφισβητούμενου σήματος για το σύνολο των προϊόντων και υπηρεσιών για τα οποία είχε καταχωριστεί. Οι λόγοι ακυρότητας που προέβαλε προς στήριξη της αιτήσεως αυτής ήταν οι διαλαμβανόμενοι, πρώτον, στο άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, καθόσον το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταχωρίσθηκε κακοπίστως, και, δεύτερον, στο άρθρο 53, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του Codice della Proprietà Industriale (ιταλικού Κώδικα Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, στο εξής: ΚΒΙ), καθόσον το εν λόγω σήμα προσέβαλε το δικαίωμα στο φημισμένο όνομα προσώπου, δηλαδή στο όνομα Cipriani, η φήμη του οποίου συνδέεται αυστηρά με το πρόσωπο του προσφεύγοντος, ενός καλλιεργημένου ανθρώπου του οποίου η δραστηριότητα στον τομέα της εστιάσεως είναι φημισμένη παγκοσμίως.
11
Με απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2011, το τμήμα ακυρώσεων απέρριψε την αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας. Πρώτον, έκρινε ότι η αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας ήταν απαράδεκτη, στο μέτρο που στηριζόταν στο άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, με την αιτιολογία ότι εθνικό δικαστήριο αρμόδιο σε θέματα σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχε αποφανθεί τελεσιδίκως για το ίδιο ζήτημα. Δεύτερον, έκρινε ότι, όσον αφορά τις ξενοδοχειακές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες εστιάσεως, καθώς και τις συναφείς υπηρεσίες που περιλαμβάνονται στην κλάση 42, ο προσφεύγων ανέχθηκε εν γνώσει του τη χρήση του αμφισβητούμενου σήματος για διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας κατά την έννοια του άρθρου 28 του ΚΒΙ. Το τμήμα ακυρώσεων κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, όσον αφορά τις εν λόγω υπηρεσίες, η αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας ήταν απαράδεκτη στο μέτρο που στηριζόταν στο άρθρο 53, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του ίδιου κανονισμού. Τρίτον, όσον αφορά τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν, αντιστοίχως, στις κλάσεις 16 και 35, το τμήμα ακυρώσεων απέρριψε την αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας στο μέτρο που στηριζόταν στο άρθρο 53, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού αυτού, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ, με την αιτιολογία ότι δεν υπήρξε προσβολή του δικαιώματος του προσφεύγοντος στο όνομα.
12
Στις 27 Ιανουαρίου 2012, ο προσφεύγων άσκησε προσφυγή ενώπιον του EUIPO, βάσει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, κατά της αποφάσεως του τμήματος ακυρώσεων.
13
Με απόφαση της 14ης Μαρτίου 2014 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), το τέταρτο τμήμα προσφυγών του EUIPO απέρριψε την προσφυγή του προσφεύγοντος.
14
Πρώτον, όσον αφορά την αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας στο μέτρο που στηριζόταν στο άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι δεν υπήρξε κακή πίστη. Συναφώς, το τμήμα προσφυγών παρατήρησε ότι η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας, και στη συνέχεια η ίδια η παρεμβαίνουσα, «διηύθυναν το [Hotel Cipriani]» από τη δεκαετία του 1960 και ότι η παρεμβαίνουσα ήταν δικαιούχος του λεκτικού ιταλικού σήματος CIPRIANI, το οποίο καταχωρίστηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1971 με αριθμό 254410, για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες των κλάσεων 29, 30, 32, 33 και 42 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας. Το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε το σήμα αυτό. Έκρινε, επομένως, ότι η αίτηση καταχωρίσεως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για καθ’ όλα νόμιμες δραστηριότητες που ασκούνται για διάστημα πολλών ετών, ουδόλως συνιστούσε κακόπιστη πράξη. Διευκρίνισε, εξάλλου, ότι η απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 2008 του High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division [ανωτέρου δικαστηρίου (Αγγλία και Ουαλία), Ηνωμένο Βασίλειο), τμήμα εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών] (στο εξής: απόφαση του 2008) στηριζόταν σε εξαντλητική, σαφή και πειστική αιτιολογία και, παρ’ όλο που δεν είχε δεσμευτική ισχύ, το τμήμα προσφυγών παρέπεμπε σε αυτήν.
15
Δεύτερον, το τμήμα προσφυγών απέρριψε την αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας κατά το μέρος της που στηριζόταν στο άρθρο 53, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ. Πρώτον, έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε ο προσφεύγων συνίσταντο αποκλειστικά σε έγγραφα στα οποία αυτός προσδιοριζόταν με το κύριο όνομα και το επώνυμό του να ακολουθεί, δηλαδή Arrigo Cipriani, και ότι μόνο το επώνυμο Cipriani δεν αρκούσε για να προσδιοριστεί το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονταν τα εν λόγω στοιχεία. Το τμήμα προσφυγών συνήγαγε ότι το αμφισβητούμενο σήμα δεν προσέβαλε το όνομα του προσφεύγοντος, δεδομένου ότι αυτός μπορούσε το πολύ να επικαλεσθεί τη φήμη του ονόματος Arrigo Cipriani. Δεύτερον, έκρινε ότι σκοπός του άρθρου 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ ήταν να αποτρέψει την απατηλή χρήση από τρίτο του παγκοίνως γνωστού ονόματος προσώπου και δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή όταν η καταχώριση του σήματος είχε ζητηθεί από πρόσωπο που έφερε το ίδιο όνομα. Όμως, εν προκειμένω, δεδομένου ότι η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας ήταν αυτή από την οποία είλκε νομίμως τα δικαιώματά του ο Giuseppe Cipriani, πατέρας του προσφεύγοντος, δεν συνέτρεχε η περίπτωση την οποία αφορά το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ. Τρίτον, ο προσφεύγων δεν απέδειξε εάν και με ποιον τρόπο ρυθμιζόταν από το ιταλικό δίκαιο η περίπτωση στην οποία δύο πρόσωπα είχαν το ίδιο επώνυμο και η περίπτωση στην οποία το επίμαχο όνομα είχε αποκτήσει φήμη μετά την έναρξη της χρήσεώς του στο εμπόριο.
16
Τρίτον, το τμήμα προσφυγών έκρινε, ως εκ τούτου, ότι δεν χρειαζόταν να εξεταστεί εάν ο προσφεύγων είχε ανεχθεί τη χρήση του αμφισβητούμενου σήματος από την παρεμβαίνουσα ή εάν η αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας ήταν απαράδεκτη, στον βαθμό που το ζήτημα σχετικά με τη φερόμενη κακή πίστη της παρεμβαίνουσας είχε αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, εφόσον είχε κριθεί με την απόφαση του 2008.
Αιτήματα των διαδίκων
17
Ο προσφεύγων ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
—
να κηρύξει άκυρο το αμφισβητούμενο σήμα για όλα τα προϊόντα και τις υπηρεσίες για τις οποίες καταχωρίστηκε·
—
επικουρικώς, να κηρύξει άκυρο το αμφισβητούμενο σήμα για όλα τα λοιπά προϊόντα και υπηρεσίες εκτός από τις «ξενοδοχειακές» υπηρεσίες και τις υπηρεσίες «κρατήσεων ξενοδοχείου»·
—
έτι επικουρικότερον, να κηρύξει άκυρο το αμφισβητούμενο σήμα για υπηρεσίες όπως αυτές των «εστιατορίων, καφετεριών, δημόσιων χώρων φαγητού, μπαρ, εφοδιασμού κατ’ οίκον, παραδόσεως ποτών για άμεση κατανάλωση»·
—
όλως επικουρικότερον, να αναπέμψει την υπόθεση στο EUIPO για να αποφανθεί αυτό επί της κηρύξεως της ακυρότητας·
—
να διατάξει την καταβολή στον προσφεύγοντα όλων των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της υπό κρίση διαδικασίας.
18
Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα ζητούν από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
19
Προς στήριξη της προσφυγής, ο προσφεύγων προβάλλει δύο λόγους αντλούμενους, ο πρώτος, από παράβαση του άρθρου 53, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ, και, ο δεύτερος, από παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του ίδιου κανονισμού.
20
Το Γενικό Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να εξεταστεί πρώτα ο δεύτερος λόγος.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, αντλούμενου από παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009
21
Ο προσφεύγων θεωρεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη καθόσον το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι δεν υπήρξε κακή πίστη, κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, κατά την κατάθεση της αιτήσεως καταχωρίσεως του αμφισβητούμενου σήματος.
22
Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αντικρούουν τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.
23
Υπενθυμίζεται ότι το καθεστώς του σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης βασίζεται στην αρχή που θεσπίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 207/2009, σύμφωνα με την οποία στον πρώτο καταθέτη απονέμεται αποκλειστικό δικαίωμα. Δυνάμει της αρχής αυτής, ένα σήμα μπορεί να καταχωριστεί ως σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μόνον εφόσον τούτο δεν εμποδίζεται από προγενέστερο σήμα, είτε πρόκειται, ιδίως, για σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε για σήμα καταχωρισθέν εντός κράτους μέλους ή από την Υπηρεσία Πνευματικής Ιδιοκτησίας της Benelux είτε για σήμα που έχει αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς καταχωρίσεως η οποία παράγει αποτελέσματα εντός κράτους μέλους είτε ακόμη για σήμα που έχει αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς καταχωρίσεως η οποία παράγει αποτελέσματα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αντιθέτως, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 207/2009, απλώς και μόνον η εκ μέρους τρίτου χρήση μη καταχωρισθέντος σήματος δεν εμποδίζει την καταχώριση πανομοιότυπου ή παρόμοιου σήματος ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες [βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, SA.PAR. κατά ΓΕΕΑ – Salini Costruttori (GRUPPO SALINI), T‑321/10, EU:T:2013:372, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, Gugler Γαλλία κατά ΓΕΕΑ – Gugler (GUGLER), T‑674/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2016:44, σκέψη 70].
24
Η εφαρμογή της αρχής αυτής σχετικοποιείται, ιδίως, λόγω του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, κατά το οποίο πρέπει να κηρύσσεται η ακυρότητα σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατόπιν αιτήσεως υποβαλλόμενης ενώπιον του EUIPO ή κατόπιν ασκήσεως ανταγωγής στο πλαίσιο αγωγής για παραποίηση/απομίμηση, στην περίπτωση κατά την οποία ο αιτών την καταχώριση σήματος ενήργησε κακόπιστα κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος. Στον αιτούντα την κήρυξη της ακυρότητας ο οποίος προτίθεται να βασιστεί στον συγκεκριμένο λόγο εναπόκειται να αποδείξει τις περιστάσεις που επιτρέπουν να συναχθεί ότι ο δικαιούχος σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενήργησε κακόπιστα κατά την υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του σήματος αυτού [βλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, Pangyrus κατά ΓΕΕΑ – RSVP Design (COLOURBLIND), T‑257/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:115, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
25
Η έννοια της κακής πίστεως κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 δεν ορίζεται, δεν οριοθετείται και ούτε καν περιγράφεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη νομοθεσία της Ένωσης [απόφαση της 1ης Φεβρουαρίου 2012, Carrols κατά ΓΕΕΑ – Gambettola (Pollo Tropical CHICKEN ON THE GRILL), T‑291/09, EU:T:2012:39, σκέψη 44].
26
Παρατηρείται ότι, με την απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, Chocoladefabriken Lindt & Sprüngli (C‑529/07, EU:C:2009:361), το Δικαστήριο προέβη σε σειρά διευκρινίσεων όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνεύεται η έννοια της κακής πίστεως κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009.
27
Κατά το Δικαστήριο, προκειμένου να εκτιμηθεί η ύπαρξη κακής πίστεως του αιτούντος την καταχώριση σήματος, κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη περίπτωση και υφίστανται κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως ενός σημείου ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, ιδίως, πρώτον, το γεγονός ότι ο αιτών την καταχώριση γνωρίζει ή οφείλει να γνωρίζει ότι τρίτος χρησιμοποιεί, εντός τουλάχιστον ενός κράτους μέλους, πανομοιότυπο ή παρόμοιο σημείο για πανομοιότυπο ή παρόμοιο προϊόν ή υπηρεσία που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το σημείο του οποίου ζητείται η καταχώριση, δεύτερον, η πρόθεση του αιτούντος να εμποδίσει τον εν λόγω τρίτο να εξακολουθεί να χρησιμοποιεί το σημείο αυτό, καθώς και, τρίτον, ο βαθμός νομικής προστασίας που παρέχεται στο σημείο του τρίτου και στο σημείο του οποίου ζητείται η καταχώριση (απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, Chocoladefabriken Lindt & Sprüngli, C‑529/07, EU:C:2009:361, σκέψη 53).
28
Πάντως, από τη διατύπωση που επελέγη από το Δικαστήριο στην απόφαση της 11ης Ιουνίου 2009, Chocoladefabriken Lindt & Sprüngli (C‑529/07, EU:C:2009:361, σκέψη 53), προκύπτει ότι οι παράγοντες που απαριθμούνται στην απόφαση αυτή έχουν απλώς ενδεικτικό χαρακτήρα και εντάσσονται σε ένα σύνολο στοιχείων που μπορούν να λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να κριθεί η ενδεχόμενη κακή πίστη του αιτούντος την καταχώριση κατά το χρονικό σημείο υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως (βλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015, COLOURBLIND, T‑257/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:115, σκέψη 67 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
29
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, στο πλαίσιο της σφαιρικής εξετάσεως που διενεργείται δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, μπορούν επίσης να συνεκτιμηθούν η προέλευση του αμφισβητούμενου σημείου και η χρήση του από τον χρόνο της δημιουργίας του, η εμπορική λογική στο πλαίσιο της οποίας εντάσσεται η υποβολή της αιτήσεως καταχωρίσεως του σημείου ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και η χρονολογική ακολουθία των γεγονότων που χαρακτήρισαν την εν λόγω υποβολή (βλ. απόφαση της 26ης Φεβρουαρίου 2015COLOURBLIND, T‑257/11, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:115, σκέψη 68 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, GRUPPO SALINI, T‑321/10, EU:T:2013:372, σκέψη 23).
30
Με γνώμονα ιδίως τις ανωτέρω εκτιμήσεις θα πρέπει να εξεταστεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη, κατά το μέρος που με αυτή το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η προσφεύγουσα ενήργησε κακόπιστα κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του αμφισβητούμενου σήματος.
31
Εισαγωγικά, επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητείται ότι η ύπαρξη της προβαλλόμενης κακής πίστεως πρέπει να αποδειχθεί κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως καταχωρίσεως του αμφισβητούμενου σήματος, δηλαδή την 1η Απριλίου 1996 (στο εξής: κρίσιμη ημερομηνία).
32
Ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως αποτελείται, κατ’ ουσίαν, από δύο σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο αντλείται από τον συνοπτικό χαρακτήρα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως σχετικά με την ανάλυση της αιτήσεως για την κήρυξη ακυρότητας βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009 και, το δεύτερο, από εσφαλμένη εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ως προς την ύπαρξη κακής πίστεως της προκατόχου της παρεμβαίνουσας.
Επί του πρώτου σκέλους, που αντλείται από τον συνοπτικό χαρακτήρα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως που αφορά την ανάλυση της αιτήσεως για την κήρυξη ακυρότητας βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009
33
Δεδομένου ότι ο προσφεύγων επικαλείται τον συνοπτικό χαρακτήρα της αιτιολογίας που αφορά την ανάλυση της αιτήσεως για την κήρυξη ακυρότητας βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, πρέπει να τονιστεί ότι, ακόμη και αν γίνει δεκτός ο εν λόγω συνοπτικός χαρακτήρας, αυτό δεν συνεπάγεται ανεπάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
34
Συγκεκριμένα, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 75 του κανονισμού 207/2009, οι αποφάσεις του EUIPO πρέπει να αιτιολογούνται. Η υποχρέωση αυτή αιτιολογήσεως, η οποία απορρέει επίσης από το άρθρο 296 ΣΛΕΕ, έχει αποτελέσει αντικείμενο πάγιας νομολογίας, κατά την οποία από την αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του εκδόντος την πράξη οργάνου, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στους μεν ενδιαφερομένους να μπορούν να ασκήσουν αποτελεσματικώς το δικαίωμά τους σε ένδικη προστασία, στον δε δικαστή της Ένωσης να ασκεί τον έλεγχό του νομιμότητας της αποφάσεως [βλ. απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 2015, Vita Phone κατά ΓΕΕΑ (LIFEDATA), T‑318/13, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2015:96, σκέψη 46 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ. επίσης, υπό την έννοια, απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 2011, Meica κατά ΓΕΕΑ – Bösinger Fleischwaren (Schinken King), T‑61/09, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2011:733, σκέψη 17 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
35
Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, το τμήμα προσφυγών προέβη σε ανάλυση των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως και απάντησε στα επιχειρήματα που προέβαλε ο προσφεύγων.
36
Συγκεκριμένα, δεχόμενο την εμπορική λογική της προκατόχου της παρεμβαίνουσας, η οποία ήταν ήδη δικαιούχος πανομοιότυπου λεκτικού εθνικού σήματος, το τμήμα προσφυγών απέρριψε τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος σύμφωνα με τα οποία η εν λόγω προκάτοχος είχε επιδιώξει να τον βλάψει και να επωφεληθεί από τη φήμη του ονόματος Cipriani.
37
Επιπλέον, το τμήμα προσφυγών, αναφερόμενο ρητώς στην απόφαση του 2008, απέρριψε τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος σχετικά με φερόμενη βούληση της προκατόχου της παρεμβαίνουσας να επωφεληθεί από τη φήμη του, καθώς και τα επιχειρήματα που αφορούσαν διαπραγματεύσεις στις ΗΠΑ, καθόσον είχε απαντήσει σε παρόμοια επιχειρήματα με την ως άνω απόφαση και έκρινε ότι δεν χρειαζόταν να επαναλάβει το αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής.
38
Συναφώς, αντίθετα προς όσα υπονοεί ο προσφεύγων, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εμπεριέχει αντιφάσεις στην αιτιολογία της όσον αφορά τη συνεκτίμηση από το τμήμα προσφυγών της αποφάσεως του 2008. Συγκεκριμένα, ανεξαρτήτως του αν η ύπαρξη της αποφάσεως του 2008 μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα το απαράδεκτο της αιτήσεως για την κήρυξη ακυρότητας στο μέτρο που στηριζόταν στο άρθρο 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, εφόσον με την απόφαση εκείνη είχε κριθεί με ισχύ δεδικασμένου το ζήτημα της φερόμενης κακής πίστεως της προκατόχου της παρεμβαίνουσας, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι, μολονότι το EUIPO δεν δεσμεύεται από τις αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων, οι εν λόγω αποφάσεις, χωρίς να είναι δεσμευτικές ή καθοριστικές, μπορούν, ωστόσο, να λαμβάνονται υπόψη από το EUIPO, ως ενδείξεις, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως [βλ. απόφαση της 18ης Μαρτίου 2016, Karl-May-Verlag κατά ΓΕΕΑ – Constantin Film Produktion (WINNETOU), T‑501/13, EU:T:2016:161, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία]. Επομένως, δεν μπορεί να προσαφθεί στο τμήμα προσφυγών ότι παρέπεμψε με την προσβαλλόμενη απόφαση στην απόφαση του 2008.
39
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, όσον αφορά την ανάλυση της αιτήσεως για την κήρυξη ακυρότητας βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς κατά νόμο αιτιολογημένη. Επομένως, το πρώτο σκέλος του παρόντος λόγου πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δευτέρου σκέλους, αντλούμενου από εσφαλμένη εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ως προς την ύπαρξη κακής πίστεως της προκατόχου της παρεμβαίνουσας
40
Ο προσφεύγων θεωρεί ότι το τμήμα προσφυγών κακώς έκρινε ότι δεν υπήρχε κακή πίστη της προκατόχου της παρεμβαίνουσας κατά την κρίσιμη ημερομηνία.
– Ως προς τη συνεκτίμηση της υπάρξεως του προγενέστερου λεκτικού ιταλικού σήματος CIPRIANI και ως προς τη φερόμενη πρόθεση της προκατόχου της παρεμβαίνουσας να επωφεληθεί από τη φήμη του ονόματος Cipriani, καθώς και από τη φήμη του προσφεύγοντος
41
Το τμήμα προσφυγών, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα της μη υπάρξεως κακής πίστεως κατά την κρίσιμη ημερομηνία, κατά την έννοια του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009, επισήμανε, στη σκέψη 32 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η εν λόγω προκάτοχος, και στη συνέχεια η παρεμβαίνουσα, «διηύθυναν το [Hotel Cipriani]» από τη δεκαετία του 1960 και ότι η παρεμβαίνουσα ήταν δικαιούχος του λεκτικού ιταλικού σήματος CIPRIANI, το οποίο καταχωρίστηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1971«για τις κλάσεις 29, 30, 32, 33 και 42», καθώς και ότι το σήμα αυτό δεν αμφισβητήθηκε. Έκρινε επομένως ότι η αίτηση καταχωρίσεως ενός σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για καθ’ όλα νόμιμες δραστηριότητες που ασκήθηκαν για διάστημα πολλών ετών ουδόλως συνιστούσε κακόπιστη πράξη.
42
Ο προσφεύγων αμφισβητεί την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών, ισχυριζόμενος ότι η ύπαρξη κακής πίστεως πρέπει να αποδεικνύεται αναλόγως των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η κακή πίστη του αιτούντος την καταχώριση σήματος ακόμη και αν η καταχώριση αυτή συνδέεται με δραστηριότητα που ασκείται νομίμως. Εν προκειμένω, η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας είχε την πρόθεση να εμποδίσει τη δραστηριότητα του προσφεύγοντος στον τομέα της ανεξάρτητης εστιάσεως και να επιτύχει καταχώριση την οποία θα μπορούσε να προβάλει, όπως και έγινε στην περίπτωσή της, προκειμένου να κινήσει ένδικες και διοικητικές διαδικασίες κατά του προσφεύγοντος και της οικογένειάς του όσον αφορά τις δραστηριότητές τους στον εν λόγω τομέα. Επιπλέον, είχε την πρόθεση να επωφεληθεί από τη φήμη που είχε το όνομα Cipriani στον τομέα αυτόν κατά την κρίσιμη ημερομηνία.
43
Το επιχείρημα αυτό του προσφεύγοντος δεν μπορεί να γίνει δεκτό.
44
Συγκεκριμένα, πρώτον, διαπιστώνεται ότι, όπως κατ’ ουσίαν επισήμανε το τμήμα προσφυγών στη σκέψη 32 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι, κατά την κρίσιμη ημερομηνία, η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας ήταν ήδη δικαιούχος άλλου σήματος CIPRIANI, δηλαδή του λεκτικού ιταλικού σήματος CIPRIANI, το οποίο κατατέθηκε στις 12 Δεκεμβρίου 1969 και καταχωρίστηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1971 με αριθμό 254410, μεταξύ άλλων, για «ξενοδοχεία», «εστιατόρια», «μπαρ», «καφετέριες», «σνακ μπαρ» και «καταστήματα εστιάσεως» (βλ. σκέψη 4 ανωτέρω). Ο προσφεύγων επιβεβαίωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι δεν αμφισβήτησε ούτε την καταχώριση ούτε τη χρήση του σήματος αυτού.
45
Πρέπει να τονιστεί ότι, κατά τη νομολογία, η επέκταση της προστασίας ενός εθνικού σήματος με την καταχώρισή του ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εμπίπτει στη συνήθη εμπορική στρατηγική μιας επιχειρήσεως [βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 1ης Φεβρουαρίου 2012, Pollo Tropical CHICKEN ON THE GRILL, T‑291/09, EU:T:2012:39, σκέψη 58, και της 14ης Φεβρουαρίου 2012, Peeters Landbouwmachines κατά ΓΕΕΑ – Fors MW (BIGAB), T‑33/11, EU:T:2012:77, σκέψη 23]. Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι η αίτηση καταχωρίσεως του αμφισβητούμενου σήματος εντασσόταν στην εμπορική στρατηγική της προκατόχου της παρεμβαίνουσας.
46
Ο προσφεύγων προβάλλει, βεβαίως, ότι η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας, η οποία δραστηριοποιείται αποκλειστικά στον ξενοδοχειακό τομέα, ενήργησε κακόπιστα στον βαθμό που κατέθεσε το αμφισβητούμενο σήμα χωρίς να προτίθεται να το χρησιμοποιήσει σε άλλες υπηρεσίες εκτός από τις ξενοδοχειακές, ιδίως δε χωρίς να έχει την πρόθεση να το χρησιμοποιήσει για υπηρεσίες ανεξάρτητης εστιάσεως. Ωστόσο, το επιχείρημα αυτό του προσφεύγοντος πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, όπως τόνισε και η παρεμβαίνουσα, δεν αμφισβητείται ότι, κατά την κρίσιμη ημερομηνία, η εν λόγω προκάτοχος παρείχε υπηρεσίες εστιάσεως στους πελάτες της στο ξενοδοχείο, καθώς και σε άλλους πελάτες. Επομένως, από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υποθέσεως δεν προκύπτει ότι, κατά την ίδια αυτή ημερομηνία, η εν λόγω προκάτοχος δεν είχε την πρόθεση να χρησιμοποιήσει το αμφισβητούμενο σήμα για τις υπηρεσίες εστιάσεως για τις οποίες είχε ζητηθεί η καταχώριση. Περαιτέρω, ο προσφεύγων δεν προσκομίζει κανένα στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού του ότι αποκλειστική πρόθεση της εν λόγω προκατόχου ήταν να εμποδίσει τη δραστηριότητά του στον τομέα της ανεξάρτητης εστιάσεως.
47
Τέλος, από το γεγονός ότι η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας ζήτησε την καταχώριση για τις υπηρεσίες της κλάσεως 42, καθώς επίσης και για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στις κλάσεις 16 και 35, αντιστοίχως, δεν μπορεί να συναχθεί ότι είχε την πρόθεση να επιδιώξει άλλο σκοπό εκτός από την αναμενόμενη εμπορικώς εξέλιξη των δραστηριοτήτων της.
48
Δεύτερον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας είχε την πρόθεση να καπηλευθεί τη φήμη του, μιμούμενη τις πρωτοβουλίες του και επωφελούμενη από τη φήμη που είχε το όνομα Cipriani στον τομέα των υπηρεσιών εστιάσεως κατά την κρίσιμη ημερομηνία. Τούτο επιβεβαιώνεται, μεταξύ άλλων, από το γεγονός ότι, από το 1979, η εν λόγω προκάτοχος λειτουργούσε μπαρ στο Λονδίνο (Ηνωμένο Βασίλειο), με την ονομασία «Harry’s Bar», το οποίο ήταν αντίγραφο, όχι μόνο ως προς το όνομα αλλά και ως προς το στιλ, του «Harry’s Bar» της Βενετίας (Ιταλία), ιδιοκτησίας του προσφεύγοντος. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, ακόμη και αν θεωρηθεί αποδεδειγμένη, η εν λόγω λειτουργία του μπαρ, από το 1979 κατά τον προσφεύγοντα, είναι πολύ προγενέστερη της κρίσιμης ημερομηνίας. Ο προσφεύγων δεν εκθέτει τον λόγο για τον οποίο από τη φερόμενη ύπαρξη του μπαρ αυτού στο Λονδίνο θα μπορούσε να συναχθεί η κακή πίστη της προκατόχου κατά την εν λόγω ημερομηνία, δηλαδή δεκαέξι χρόνια αργότερα. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι ο προσφεύγων θέλει να υποστηρίξει ότι η ίδια προκάτοχος είχε κατ’ επανάληψη επιχειρήσει να επωφεληθεί από τη φήμη του και από τη φήμη του ονόματος Cipriani δημιουργώντας σύγχυση μεταξύ τους και ότι η αίτηση καταχωρίσεως του αμφισβητούμενου σήματος συνιστά, μετά τη δημιουργία του φερόμενου μπαρ στο Λονδίνο, ένα νέο παράδειγμα της βούλησης της εν λόγω προκατόχου να επωφεληθεί από τη φήμη του, και επομένως πρόκειται για κακόπιστη πράξη, το επιχείρημα αυτό δεν ασκεί καμία επιρροή στην ανάλυση της κακής πίστεως της εν λόγω προκατόχου κατά την κατάθεση της αιτήσεως καταχωρίσεως του αμφισβητούμενου σήματος, το οποίο είναι το λεκτικό σήμα CIPRIANI. Συγκεκριμένα, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 44 ανωτέρω, δεν αμφισβητείται ότι η καταχώριση του σήματος αυτού ζητήθηκε ενόσω η προκάτοχος ήταν δικαιούχος ενός πανομοιότυπου εθνικού σήματος, καταχωρισμένου, μεταξύ άλλων, για μπαρ, και ότι ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε ποτέ το σήμα αυτό.
49
Εάν ο προσφεύγων είχε αντιταχθεί στην καταχώριση ή στη χρήση του εθνικού σήματος CIPRIANI και, παρά την εναντίωσή του αυτή, η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας αποφάσιζε να ζητήσει την καταχώριση ενός πανομοιότυπου σημείου ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα γεγονότα αυτά θα μπορούσαν ενδεχομένως να δημιουργήσουν ερωτήματα ως προς την κακή πίστη της εν λόγω προκατόχου κατά την κρίσιμη ημερομηνία. Αντιθέτως, ελλείψει αμφισβητήσεως του προγενέστερου ιταλικού σήματος CIPRIANI και εφόσον το αμφισβητούμενο σήμα αποτελείται από το ίδιο λεκτικό στοιχείο, το οποίο, επιπλέον, υπήρχε στην επωνυμία της εν λόγω προκατόχου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι από τη λειτουργία του φερόμενου μπαρ στο Λονδίνο, με την ονομασία «Harry’s Bar», μπορεί να συναχθεί ότι, με την κατάθεση της αιτήσεως καταχωρίσεως του αμφισβητούμενου σήματος, η εν λόγω προκάτοχος επέδειξε συμπεριφορά που αποσκοπούσε στο να επωφεληθεί από την προβαλλόμενη φήμη του ονόματος Cipriani και από την προβαλλόμενη φήμη του ονόματος του προσφεύγοντος.
50
Επομένως, η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος δεν κλονίζει την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών κατά την οποία, κατ’ ουσίαν, η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας θέλησε να επεκτείνει την προστασία του εθνικού σήματός της στην Ένωση, πράγμα που δεν μπορεί να εξομοιωθεί με κακόπιστη πράξη κατά την κρίσιμη ημερομηνία.
– Ως προς την παραπομπή στην απόφαση του 2008
51
Προκειμένου να κρίνει ότι δεν υπήρξε κακή πίστη της προκατόχου της παρεμβαίνουσας κατά την κρίσιμη ημερομηνία, το τμήμα προσφυγών διευκρίνισε, στη σκέψη 33 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι η απόφαση του 2008 στηριζόταν σε εξαντλητική, σαφή και πειστική αιτιολογία και ότι, παρ’ όλο που δεν είχε δεσμευτική ισχύ, το τμήμα προσφυγών παρέπεμπε σε αυτήν.
52
Ο προσφεύγων αμφισβητεί την ερμηνεία από το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών], με την απόφαση του 2008, της ρήτρας 3.1 της συμφωνίας του 1967, σχετικά με τη χρήση του ονόματος Cipriani από την προκάτοχο της παρεμβαίνουσας μετά τη μεταβίβαση των μεριδίων (βλ. σκέψη 3 ανωτέρω). Ισχυρίζεται, συναφώς, ότι κάθε ερμηνεία της εν λόγω ρήτρας από την οποία συνάγεται, μόνο από τον όρο «αποκλειστικός» που διαλαμβάνεται σε αυτή, συνεχής μεταβίβαση δικαιωμάτων στο όνομα Cipriani για όλους τους τομείς προϊόντων και υπηρεσιών είναι προδήλως αντίθετη με την ειδική και ρητή ρήτρα που απονέμει στην εν λόγω προκάτοχο αποκλειστικό δικαίωμα στο όνομα αυτό αυστηρά περιορισμένο σε χρονικό διάστημα πέντε ετών και μόνο για τον ξενοδοχειακό τομέα. Ο προσφεύγων εκτιμά ότι η δική του ερμηνεία της εν λόγω ρήτρας επιβεβαιώνεται από τη συμπεριφορά των διαδίκων κατά τα επόμενα έτη μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας. Κατ’ αυτόν, επομένως, η εν λόγω προκάτοχος ενήργησε κακόπιστα ζητώντας την καταχώριση του αμφισβητούμενου σήματος, ενώ ήταν πλήρως ενημερωμένη για τα ακριβή όρια που ίσχυαν, δυνάμει της συμφωνίας αυτής, ως προς το δικαίωμά της να χρησιμοποιεί το όνομα Cipriani.
53
Εισαγωγικά, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την παρατιθέμενη στη σκέψη 38 ανωτέρω νομολογία, η απόφαση του 2008 μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως ένδειξη, στο πλαίσιο της εκτιμήσεως των επίμαχων πραγματικών περιστατικών.
54
Πρώτον, μολονότι το τμήμα προσφυγών δεν μερίμνησε να παραπέμψει σε συγκεκριμένα μέρη της αιτιολογίας της αποφάσεως του 2008, πρέπει να τονιστεί ότι το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών] έκρινε με την απόφαση αυτή, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της παρεμβαίνουσας, ότι η συμφωνία του 1967 ήταν κρίσιμος παράγοντας που έπρεπε να ληφθεί υπόψη κατά την εξέταση του αν η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας είχε ενεργήσει κακόπιστα ζητώντας την καταχώριση του αμφισβητούμενου σήματος.
55
Δεύτερον, πρέπει να διευκρινιστεί ότι το γράμμα της ρήτρας 3 της συμφωνίας του 1967, με τίτλο «Λοιπές διατάξεις», είχε ως εξής:
3.1 –
«Ο [Giuseppe Cipriani] δέχεται ότι [η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας] και […] το ξενοδοχείο Villa Cipriani στο Asolo [Ιταλία] μπορ[ούν] να διατηρήσουν το υπάρχον όνομά [τους] και ότι, γενικώς, διαθέτουν αποκλειστικό δικαίωμα χρήσεως του ονόματος Cipriani, ακόμη και όταν ο ίδιος και η οικογένειά του δεν θα έχουν πλέον οικονομικό συμφέρον στην [εν λόγω προκάτοχο] και ακόμη και εάν ο ίδιος […] ή ο γιος του παύσουν να μετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο [της προκατόχου]. Ο [Giuseppe Cipriani] αναλαμβάνει επίσης την υποχρέωση να μη συστήσει, και να μεριμνήσει ώστε και κανένα μέλος της οικογένειάς του να μη συστήσει, για χρονικό διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία της παρούσας συμφωνίας, νέες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν το όνομα Cipriani ή ενδέχεται να αποσπάσουν με οποιοδήποτε τρόπο την πελατεία [της ίδιας προκατόχου] ή του ξενοδοχείου Villa Cipriani, εκτός αν η [Stondon, Ondale and Patmore Company] συναινεί. Περαιτέρω, συμφωνείται ότι ο [Giuseppe Cipriani] και οι έλκοντες δικαιώματα από αυτόν, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο που έχει βάσιμους λόγους προς τούτο, μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν το όνομα Cipriani για τη Locanda Cipriani, στο Torcello [Ιταλία].
3.2 –
Η [Stondon, Ondale and Patmore Company] αναλαμβάνει την υποχρέωση, για χρονικό διάστημα πέντε ετών από την ημερομηνία [της παρούσας συμφωνίας], να μη συστήσει νέες επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας το όνομα Cipriani, εκτός αν η [προκάτοχος της παρεμβαίνουσας] συναινεί.
3.3 –
Η [Stondon, Ondale and Patmore Company] υπόσχεται ότι θα καταβάλει κάθε προσπάθεια για να εξασφαλίσει στο μέλλον άριστη και υψηλή ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχει η [εν λόγω προκάτοχος] και το ξενοδοχείο Villa Cipriani στους πελάτες τους.»
56
Διαπιστώνεται ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, από κανένα στοιχείο δεν συνάγεται ότι η ερμηνεία της ρήτρας 3.1 της συμφωνίας του 1967 από το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών], δεν τηρεί τους γενικώς αναγνωρισμένους κανόνες για την ερμηνεία των συμβάσεων, ειδικότερα τη συνεκτίμηση της προθέσεως των συμβαλλομένων μερών [άρθρο 1362 του Codice civile (ιταλικού αστικού κώδικα)], τη συνολική ερμηνεία των ρητρών (άρθρο 1363 του ιταλικού αστικού κώδικα) και τη διατήρηση των συμπεφωνημένων (άρθρο 1367 του ιταλικού αστικού κώδικα).
57
Εφόσον το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών], έκρινε, κατ’ ουσίαν, με την απόφαση του 2008, ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι το μέρος της ρήτρας 3.1 της συμφωνίας του 1967 κατά το οποίο, «γενικώς, [η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας] και το ξενοδοχείο Villa Cipriani μπορού[σα]ν να διαθέτουν αποκλειστικό δικαίωμα χρήσεως του ονόματος Cipriani» σήμαινε, σε συνδυασμό με τη ρήτρα 3.2 της εν λόγω συμφωνίας, ότι οι δύο αυτές οντότητες είχαν, δυνάμει της συμφωνίας αυτής, το αποκλειστικό δικαίωμα, σε σχέση με τους τρίτους, να χρησιμοποιούν το εν λόγω όνομα, ως μέρος επωνυμιών, για κάθε ξενοδοχειακή δραστηριότητα, καθώς και, μετά το χρονικό διάστημα των πέντε ετών που άρχισε να τρέχει από τη σύναψη της ίδιας συμφωνίας (στο εξής: διάστημα των πέντε ετών), για άλλες δραστηριότητες, μεταξύ άλλων για τη δραστηριότητα της εστιάσεως.
58
Συγκεκριμένα, πρέπει να τονιστεί ότι δύο παρόμοιοι όροι, όσον αφορά τους περιορισμούς στις δραστηριότητες των δύο συμβαλλομένων στη συμφωνία του 1967 και στη χρήση του ονόματος Cipriani κατά το διάστημα των πέντε ετών, προστέθηκαν στις ρήτρες 3.1 και 3.2 της εν λόγω συμφωνίας. Βάσει του πρώτου όρου, στη ρήτρα 3.1 της συμφωνίας αυτής, επιβλήθηκε η υποχρέωση, για το εν λόγω διάστημα των πέντε ετών, στον Giuseppe Cipriani και στην οικογένειά του, να μη συστήσουν νέες επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας το όνομα Cipriani ή νέες επιχειρήσεις οι οποίες θα μπορούσαν να αποσπάσουν, με οποιοδήποτε τρόπο, πελάτες από την προκάτοχο της παρεμβαίνουσας ή από το ξενοδοχείο Villa Cipriani. Η απαγόρευση αυτή δεν περιορίστηκε επομένως στη δημιουργία νέων ξενοδοχείων, αλλά αφορούσε επίσης εστιατόρια, δεδομένου ότι τα εστιατόρια αυτά θα μπορούσαν να βρεθούν σε σχέση ανταγωνισμού με εστιατόριο σε ξενοδοχείο του αγοραστή των μεριδίων της εν λόγω προκατόχου τα οποία κατείχε ο Giuseppe Cipriani. Δυνάμει του δεύτερου όρου, στη ρήτρα 3.2 της επίμαχης συμφωνίας, επιβλήθηκε η υποχρέωση στον εν λόγω αγοραστή, για διάστημα των πέντε ετών, να μη συστήσει νέες επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας το όνομα Cipriani, π.χ., ξενοδοχεία ή εστιατόρια.
59
Αντιθέτως, μετά την παρέλευση του διαστήματος των πέντε ετών, από τις ρήτρες 3.1 και 3.2 της συμφωνίας του 1967 προκύπτει ότι τόσο ο αγοραστής των μεριδίων της προκατόχου της παρεμβαίνουσας τα οποία κατείχε ο Giuseppe Cipriani όσο και ο Giuseppe Cipriani και η οικογένειά τους μπορούσαν, σύμφωνα με τους ισχύοντες στον τομέα αυτό κανόνες δικαίου, να δημιουργήσουν νέες επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας το όνομα Cipriani. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας των συμβάσεων που υπενθυμίζονται στη σκέψη 56 ανωτέρω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ερμηνευθεί η ρήτρα 3.1 της εν λόγω συμφωνίας, όσον αφορά τον Giuseppe Cipriani και την οικογένειά του, ως παρέχουσα σε αυτούς τη δυνατότητα, μετά το διάστημα των πέντε ετών, να ανοίξουν οποιαδήποτε επιχείρηση χρησιμοποιώντας το όνομα Cipriani, ενώ ο προαναφερθείς αγοραστής και η εν λόγω προκάτοχος είχαν δικαίωμα να ανοίξουν, χρησιμοποιώντας το όνομα Cipriani, μόνο ξενοδοχεία ή εστιατόρια εντός ξενοδοχείων, και όχι π.χ. μπαρ ή εστιατόρια εκτός ξενοδοχείων.
60
Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό του προσφεύγοντος κατά τον οποίο μοναδικός σκοπός και αποτέλεσμα της ρήτρας 3.1 της συμφωνίας του 1967 σχετικά με τη χρήση επωνυμιών που περιέχουν το όνομα Cipriani ήταν να παράσχει τη δυνατότητα στην προκάτοχο της παρεμβαίνουσας να χρησιμοποιήσει τις επωνυμίες Hotel Cipriani και Hotel Villa Cipriani στην ξενοδοχειακή της δραστηριότητα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως έκρινε το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών] με την απόφαση του 2008, η ερμηνεία αυτή θα ήταν ασυνεπής, λαμβανομένου υπόψη ότι η εν λόγω προκάτοχος και το ξενοδοχείο Villa Cipriani μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν κατ’ αποκλειστικότητα μόνο το όνομα Cipriani και όχι το πλήρες ονοματεπώνυμό τους. Επιπλέον, αν γινόταν δεκτή η ερμηνεία της εν λόγω ρήτρας που προτείνει ο προσφεύγων, το τρίτο μέρος της ρήτρας αυτής, κατά την οποία «ο [Giuseppe Cipriani] αναλαμβάνει επίσης την υποχρέωση να μη συστήσει και να μεριμνήσει ώστε και κανένα μέλος της οικογένειάς του να μη συστήσει, για χρονικό διάστημα πέντε ετών […], νέες επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν το όνομα Cipriani ή ενδέχεται να αποσπάσουν με οποιοδήποτε τρόπο την πελατεία [της εν λόγω προκατόχου] ή του ξενοδοχείου Villa Cipriani […], εκτός αν ο [αγοραστής των μεριδίων του Giuseppe Cipriani] συναινέσει προς τούτο», θα ήταν περιττό.
61
Επιπλέον, ως προς το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι η ερμηνεία του επιβεβαιώνεται από τη συμπεριφορά των διαδίκων κατά το διάστημα μετά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας, δεδομένου ότι η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας δεν άνοιξε εστιατόριο με το όνομα Cipriani για περισσότερα από 30 έτη μετά την υπογραφή της συμφωνίας, παρατηρείται ότι το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών] υπογράμμισε ότι, για περισσότερα από 30 έτη, ο Giuseppe Cipriani και ο προσφεύγων ενήργησαν κατά τρόπο συνεπή με την ερμηνεία που έδωσε το ως άνω δικαστήριο στη ρήτρα 3.1 της συμφωνίας του 1967, εφόσον δεν είχαν ανοίξει στην Ιταλία ή αλλού στην Ευρώπη, μέχρι το 2000 που άνοιξε το εστιατόριο Cipriani στο Porto Cervo (Ιταλία), ξενοδοχεία ή εστιατόρια με την ονομασία Cipriani ή με ονομασία που να περιλαμβάνει το όνομα Cipriani, πράγμα που ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί. Επομένως, υπό τις συνθήκες αυτές, από τη συμπεριφορά των διαδίκων μετά τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας δεν μπορεί να συναχθεί κανένα καθοριστικό στοιχείο για την ερμηνεία της ρήτρας 3 της συμφωνίας αυτής.
62
Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι η απόφαση του 2008 επικυρώθηκε από το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) [(εφετείο) (Αγγλία και Ουαλία) (πολιτικό τμήμα), Ηνωμένο Βασίλειο], με την απόφασή του της 24ης Φεβρουαρίου 2010.
63
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος σχετικά με την παραπομπή στην απόφαση του 2008 πρέπει να απορριφθεί.
– Ως προς το ότι δεν ελήφθη υπόψη απόφαση του Tribunale civile di Venezia (πολιτικού δικαστηρίου της Βενετίας, Ιταλία)
64
Ο προσφεύγων προσάπτει στο τμήμα προσφυγών ότι δεν έλαβε υπόψη απόφαση του Tribunale civile di Venezia (πολιτικό δικαστήριο της Βενετίας, Ιταλία), με την οποία το ως άνω δικαστήριο κατέληξε σε συμπεράσματα αντίθετα με εκείνα της αποφάσεως του 2008, διαπιστώνοντας ότι, «βάσει της συμφωνίας του 1967 […], δεν υπ[ήρχε] καμία απαγόρευση από την ημερομηνία λήξεως της προθεσμίας των [πέντε] ετών που προβλέπεται [στη ρήτρα] 3.1 [της εν λόγω συμφωνίας] όσον αφορά τη χρήση του ονόματος Cipriani από [αυτόν] και από [την προκάτοχο της παρεμβαίνουσας]». Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι τα συμπεράσματα αυτά έρχονται ρητώς σε αντίθεση με το επιχείρημα που προέβαλε η παρεμβαίνουσα και δέχθηκε το High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών], κατά το οποίο το δικαίωμα χρήσεως του ονόματος Cipriani είχε μεταβιβαστεί ισοβίως στην εν λόγω προκάτοχο για όλες τις κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών, οπότε ήταν νόμιμη η καταχώριση από αυτήν του ονόματος Cipriani ως σήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
65
Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, αν και ο προσφεύγων παραπέμπει σε αριθμό στοιχείου που δεν αντιστοιχεί σε κανένα παράρτημα των δικογράφων του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η απόφαση του Tribunale civile di Venezia (πολιτικό δικαστήριο της Βενετίας), της 15ης Ιουλίου 2011, (στο εξής: απόφαση του δικαστηρίου της Βενετίας), περιλαμβάνεται στον διοικητικό φάκελο της διαδικασίας ενώπιον του EUIPO.
66
Όσον αφορά το απόσπασμα της αποφάσεως του Tribunale civile di Venezia (πολιτικό δικαστήριο της Βενετίας), της 15ης Ιουλίου 2011, το οποίο επικαλείται ο προσφεύγων, ουδόλως προκύπτει από αυτό η ύπαρξη αντιφάσεως με την ερμηνεία της συμφωνίας του 1967 από την απόφαση του 2008. Συγκεκριμένα, το Tribunale civile di Venezia (πολιτικό δικαστήριο της Βενετίας) έκρινε απλώς ότι ο περιορισμός ως προς τη χρήση του ονόματος Cipriani, μεταξύ άλλων, από τον προσφεύγοντα είχε αρθεί μετά την παρέλευση του διαστήματος των πέντε ετών. Στην απόφαση του 2008, δεν γίνεται μνεία ότι ο περιορισμός αυτός εξακολουθούσε να υφίσταται μετά το εν λόγω διάστημα των πέντε ετών και από τη συλλογιστική του High Court of Justice (England & Wales), Chancery Division [ανώτερο δικαστήριο (Αγγλία και Ουαλία), τμήμα εμπορικών και λοιπών ιδιωτικών διαφορών] προκύπτει ότι, μετά την παρέλευση του εν λόγω διαστήματος των πέντε ετών, τόσο η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας, στη συνέχεια η ίδια, όσο και ο Giuseppe Cipriani και η οικογένειά του, και επομένως και ο προσφεύγων, διέθεταν το δικαίωμα χρήσεως του ονόματος Cipriani, σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου που ίσχυαν στον τομέα αυτό (βλ. σκέψεις 57 έως 60 ανωτέρω). Επομένως, το επιχείρημα του προσφεύγοντος πρέπει να απορριφθεί.
– Ως προς την ύπαρξη διαπραγματεύσεων στις ΗΠΑ το 1996
67
Ο προσφεύγων προβάλλει την ύπαρξη διαπραγματεύσεων στις ΗΠΑ μεταξύ της προκατόχου της παρεμβαίνουσας και του ίδιου, οι οποίες βρίσκονταν σε εξέλιξη κατά την κρίσιμη ημερομηνία και κατέληξαν, μερικούς μήνες αργότερα, το 1997, στην υπογραφή μιας πράξεως. Συναφώς, από την επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος δεν προκύπτει, ωστόσο, κατά πόσον οι διαπραγματεύσεις αυτές στις ΗΠΑ μπορούσαν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά της εν λόγω προκατόχου και κατά πόσο συμβάλλουν στην απόδειξη της κακής πίστεώς της κατά την κρίσιμη ημερομηνία.
68
Ο προσφεύγων προβάλλει βεβαίως, κατ’ ουσίαν, ότι, κατά το πέρας των επίμαχων διαπραγματεύσεων, επιβεβαιώθηκε ο περιορισμός στον ξενοδοχειακό τομέα του δικαιώματος της προκατόχου της παρεμβαίνουσας να χρησιμοποιεί το όνομα Cipriani στις ΗΠΑ, πράγμα που αποτέλεσε κίνητρο γι’ αυτήν να επιθυμεί να καταθέσει, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την αίτηση καταχωρίσεως του αμφισβητούμενου σήματος για άλλες υπηρεσίες εκτός των ξενοδοχειακών. Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος είναι αντιφατική συναφώς, εφόσον ισχυρίζεται ότι ο περιορισμός αυτός υπήρχε ήδη για τις δραστηριότητες της εν λόγω προκατόχου στην Ευρωπαϊκή Ένωση (βλ. σκέψη 52 ανωτέρω). Επομένως, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίστατο ενδεχομένως ένας τέτοιος περιορισμός στις ΗΠΑ, τον οποίο γνώριζε η προκάτοχος κατά την κρίσιμη ημερομηνία, εφόσον οι διαπραγματεύσεις αυτές περατώθηκαν στις 4 Απριλίου 1997, δηλαδή ένα χρόνο περίπου μετά την εν λόγω ημερομηνία, ο περιορισμός αυτός δεν μπορούσε να επηρεάσει την απόφασή της να καταχωρίσει το αμφισβητούμενο σήμα στην Ένωση. Εάν, αντιθέτως, ο περιορισμός αυτός δεν υπήρχε για τις δραστηριότητες της ίδιας προκατόχου στην Ένωση, διότι δεν είχε επιβληθεί με τη συμφωνία του 1967, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, τότε οι διαπραγματεύσεις αυτές στις ΗΠΑ δεν μπορούσαν επίσης να επηρεάσουν την απόφαση της προκατόχου να καταχωρίσει το αμφισβητούμενο σήμα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα αυτό του προσφεύγοντος.
– Συμπέρασμα
69
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι το τμήμα προσφυγών δεν έσφαλε κρίνοντας κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 32 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δεν υπήρχε κακή πίστη της προκατόχου της παρεμβαίνουσας κατά την κρίσιμη ημερομηνία. Επομένως, το δεύτερο σκέλος του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
70
Ως εκ τούτου, ο παρών λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, αντλούμενου από παράβαση του άρθρου 53, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ
71
Ο προσφεύγων εκτιμά, κατ’ ουσίαν, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη κατά το μέρος της που το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι δεν μπορούσε να απαγορευθεί στην παρεμβαίνουσα η χρήση του ονόματος Cipriani, δυνάμει του άρθρου 53, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ.
72
Το EUIPO και η παρεμβαίνουσα αντικρούουν τα επιχειρήματα του προσφεύγοντος.
73
Κατά το άρθρο 53, παράγραφος 2, στοιχείο α’, του κανονισμού 207/2009, το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης κηρύσσεται άκυρο μετά από αίτηση που υποβάλλεται στο EUIPO όταν η χρήση του μπορεί να απαγορευθεί δυνάμει δικαιώματος σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο που διέπει την προστασία του.
74
Το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ ορίζει ότι:
«Εφόσον διαθέτουν φήμη, μπορούν να καταχωριστούν ως σήματα μόνον από τον δικαιούχο ή με τη συναίνεσή αυτού […]: τα ονόματα προσώπων, τα σημεία που χρησιμοποιούνται στις τέχνες, στη λογοτεχνία, στις επιστήμες, στην πολιτική ή στον αθλητισμό, οι ονομασίες και τα χαρακτηριστικά σημεία εκδηλώσεων και οργανισμών και ενώσεων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, καθώς και τα χαρακτηριστικά εμβλήματά τους.»
75
Εν προκειμένω, στη σκέψη 24 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών απέρριψε την εφαρμογή του άρθρου 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ, για τον λόγο ότι, κατ’ ουσίαν, το πρόσωπο του προσφεύγοντος δεν προσδιοριζόταν επαρκώς και ότι, ως εκ τούτου, το αμφισβητούμενο σήμα δεν προσέβαλε το όνομά του. Συναφώς, στη σκέψη 26 της εν λόγω αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών παρατήρησε ότι ο προσφεύγων δεν επικαλέσθηκε το ονοματεπώνυμο Arrigo Cipriani, αλλά μόνο το επώνυμο Cipriani, ενώ το αμφισβητούμενο σήμα αποτελούνταν από το εν λόγω επώνυμο και δεν περιελάμβανε κανένα άλλο στοιχείο από το οποίο θα μπορούσε να συναχθεί ότι προσδιόριζε το πρόσωπο του προσφεύγοντος. Κατά το τμήμα προσφυγών, ο προσφεύγων θα μπορούσε, το πολύ, να επικαλεσθεί τη φήμη του ονόματός του, αποτελούμενου από το κύριο όνομα και το επώνυμό του, δηλαδή το ονοματεπώνυμο Arrigo Cipriani, την καταχώριση του οποίου είχε προφανώς το δικαίωμα να απαγορεύσει.
76
Περαιτέρω, στη σκέψη 28 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ έπρεπε κατ’ ανάγκη να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αντιτίθεται σε οποιαδήποτε χρήση του ονόματος άλλου προσώπου χωρίς άδεια, εφόσον εξαρτούσε ρητώς την καταχώριση ιταλικού σήματος από συναίνεση. Κατά το τμήμα προσφυγών, σκοπός της διατάξεως αυτής ήταν να αποτρέψει την απατηλή χρήση από τρίτο ενός παγκοίνως γνωστού ονόματος προσώπου και δεν μπορούσε να έχει εφαρμογή όταν η καταχώριση του σήματος ζητήθηκε από το πρόσωπο που έφερε το επίμαχο όνομα. Δεδομένου ότι η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας ήταν η έλκουσα δικαιώματα από τον Giuseppe Cipriani, πατέρα του προσφεύγοντος, το τμήμα προσφυγών συνήγαγε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνέτρεχε η περίπτωση που προέβλεπε το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ.
77
Τέλος, στη σκέψη 29 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών υπογράμμισε ότι ο προσφεύγων δεν είχε αποδείξει εάν και με ποιον τρόπο ρύθμιζε το ιταλικό δίκαιο την περίπτωση στην οποία δύο πρόσωπα είχαν το ίδιο επώνυμο, καθόσον και τα δύο αυτά πρόσωπα μπορούσαν να έχουν καταστεί παγκοίνως γνωστά στους ίδιους ή σε διαφορετικούς οικονομικούς ή κοινωνικούς τομείς δραστηριοτήτων. Κατά τη νομολογία, στον αιτούντα την κήρυξη της ακυρότητας εναπόκειται να παρουσιάσει τις εθνικές διατάξεις ή τα στοιχεία της νομικής θεωρίας που έχουν εφαρμογή στον τομέα αυτό. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί το σημείο Cipriani ως σήμα που προσδιόριζε ξενοδοχείο πριν από την ημερομηνία από την οποία μπορούσε να ισχυρισθεί ο προσφεύγων ότι απέκτησε φήμη λόγω των δικών του δραστηριοτήτων. Επομένως, ο προσφεύγων έπρεπε επίσης να αποδείξει με ποιον τρόπο το ιταλικό δίκαιο ρύθμιζε την περίπτωση στην οποία το όνομα απέκτησε φήμη μετά την έναρξη χρήσεως του αμφισβητούμενου σημείου στο εμπόριο. Το τμήμα προσφυγών διευκρίνισε, συναφώς, στη σκέψη 30 της εν λόγω αποφάσεως, ότι η παρεμβαίνουσα χρησιμοποιούσε και μπορούσε να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το σήμα αυτό δυνάμει της συμφωνίας του 1967, στην οποία είχαν αναφερθεί εκτενώς οι συμβαλλόμενοι και η οποία της επέτρεπε να χρησιμοποιεί τη «λέξη “cipriani”» για να προσδιορίζει τις υπηρεσίες της.
78
Εισαγωγικά, όπως διευκρίνισε και το τμήμα προσφυγών στη σκέψη 22 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δεν αμφισβητείται ότι, εν προκειμένω, δυνάμει του άρθρου 53, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, το αμφισβητούμενο σήμα μπορεί να κηρυχθεί άκυρο όταν η χρήση του μπορεί να απαγορευθεί δυνάμει ιταλικού δικαιώματος στο όνομα προστατευόμενου από το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ. Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι η ύπαρξη του εν λόγω δικαιώματος στο όνομα πρέπει να εξετάζεται κατά την κρίσιμη ημερομηνία.
79
Πρώτον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, αντίθετα προς την εκτίμηση του τμήματος προσφυγών (σκέψεις 23 έως 27 της προσβαλλόμενης αποφάσεως), η υπόθεση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ προστατεύει ένα όνομα μόνο στη λειτουργία του με την οποία προσδιορίζει ένα πρόσωπο είναι εσφαλμένη και αντίθετη με το ιταλικό δίκαιο, εφόσον τούτο θα σήμαινε ότι συντρέχει παράβαση της εν λόγω διατάξεως μόνον όταν η πράξη τρίτου είναι «ικανή να δημιουργήσει σύγχυση ως προς την ταυτότητα» ενός προσώπου. Κατ’ αυτόν, σκοπός της διατάξεως αυτής είναι αποκλειστικά η προστασία της εμπορικής αξίας του ονόματος και η εξασφάλιση της εκμεταλλεύσεώς του από τον δικαιούχο του ονόματος.
80
Ο ισχυρισμός αυτός του προσφεύγοντος πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
81
Συγκεκριμένα, η διαπίστωση του τμήματος προσφυγών, στη σκέψη 27 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, κατά την οποία «δεδομένου ότι το δικαίωμα στο όνομα έχει ως αποκλειστικό σκοπό την ταυτοποίηση του προσώπου που προσδιορίζεται από το επίμαχο όνομα, το δικαίωμα αυτό μπορεί να προσβληθεί μόνον εάν η προβαλλόμενη προσβολή είναι ικανή να δημιουργήσει σύγχυση ως προς την ταυτότητα ενός προσώπου (φυσικού ή νομικού)», αν και ατυχώς διατυπωμένη, πρέπει να ερμηνευθεί εντός του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται.
82
Κατ’ αρχάς, στη σκέψη 23 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών παρατήρησε ότι, δεδομένου ότι η αίτηση για την κήρυξη ακυρότητας στηρίχθηκε αποκλειστικά σε όνομα προσώπου, ο προσφεύγων έπρεπε να περιοριστεί στη διεκδίκηση της προστασίας από κάθε προσβολή του ονόματος Cipriani ως ονόματος προσώπου, πράγμα που ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί. Στη σκέψη 24 της εν λόγω αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών έκρινε ότι η καταχώριση του αμφισβητούμενου σήματος δεν συνιστούσε προσβολή του ονόματος του προσφεύγοντος.
83
Στη συνέχεια, εκτός από τις εκτιμήσεις που διαλαμβάνονται στις σκέψεις 26 και 28 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, οι οποίες υπενθυμίζονται αντιστοίχως στις σκέψεις 75 και 76 ανωτέρω, το τμήμα προσφυγών διευκρίνισε, στη σκέψη 29 της εν λόγω αποφάσεως, ότι ο προσφεύγων έπρεπε να αποδείξει τον τρόπο με τον οποίο το ιταλικό δίκαιο ρύθμιζε την περίπτωση στην οποία το όνομα είχε αποκτήσει φήμη μετά την έναρξη της χρήσεώς του αμφισβητούμενου σημείου στο εμπόριο.
84
Τέλος, στη σκέψη 30 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι «σκοπός του άρθρου 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ [ήταν] η προστασία των φημισμένων ονομάτων προσώπων από κάθε αυθαίρετη καταχώριση, στο μέτρο που τα ονόματα αυτά προσδι[όριζαν], χωρίς καμία αμφιβολία, τα επίμαχα πρόσωπα».
85
Από το σύνολο των ανωτέρω εκτιμήσεων του τμήματος προσφυγών προκύπτει ότι αυτό εξέτασε, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ, το ζήτημα της καταχωρίσεως ενός σήματος που μπορούσε να συνιστά προσβολή φημισμένου ονόματος. Επιπλέον, όπως προκύπτει με αρκετή σαφήνεια από τη συλλογιστική του, το τμήμα προσφυγών αναφέρθηκε στην προστασία από την απατηλή χρήση στο εμπόριο του ονόματος προσώπου και όχι στην προστασία από την απατηλή χρήση της ταυτότητας ενός προσώπου.
86
Δεύτερον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι το τμήμα προσφυγών κακώς εκτίμησε, αφενός, ότι βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ δεν μπορούσε να επικαλεσθεί τη φήμη του επωνύμου Cipriani, αλλά μπορούσε μόνο να επικαλεσθεί τη φήμη του κυρίου ονόματος ακολουθούμενου από το επώνυμό του και, αφετέρου, ότι το εν λόγω επώνυμο δεν παρέπεμπε στο πρόσωπό του.
87
Πρώτον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι, λόγω της εσφαλμένης ερμηνείας του άρθρου 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ, το τμήμα προσφυγών συνήγαγε ότι ο προσφεύγων προσδιοριζόταν από τον συνδυασμό ενός κυρίου ονόματος και ενός επωνύμου, δεδομένου ότι χρησιμοποιούσε τον συνδυασμό αυτόν ως ονοματεπώνυμο, ενώ το επώνυμο Cipriani δεν αρκούσε για να τον προσδιορίσει (σκέψεις 24 έως 27 της προσβαλλόμενης αποφάσεως). Κατ’ αυτόν, είναι δικαιολογημένο, και μάλιστα αναγκαίο, να προστατεύεται το εν λόγω επώνυμο, εφόσον η φήμη συνδέεται αρρήκτως με αυτό.
88
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι, κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ, η αίτηση καταχωρίσεως ενός σημείου ως ιταλικού εθνικού σήματος πρέπει να απορρίπτεται εάν το όνομα του οποίου ζητείται η καταχώριση είναι φημισμένο όνομα προσώπου στην Ιταλία και εάν ο δικαιούχος του εν λόγω ονόματος δεν έχει συναινέσει στην καταχώριση του εν λόγω σήματος.
89
Δεν αμφισβητείται επίσης ότι, εν προκειμένω, δεδομένου ότι το αμφισβητούμενο σήμα είναι το λεκτικό σήμα CIPRIANI, είναι δυνατόν να κηρυχθεί άκυρο, δυνάμει των διατάξεων που υπενθυμίζονται στη σκέψη 78 ανωτέρω, εάν προσβάλλει το όνομα Cipriani. Περαιτέρω, δεν αμφισβητείται ότι το εν λόγω όνομα μπορεί να είναι όνομα προσώπου και ότι είναι φημισμένο στην Ιταλία.
90
Επιπλέον, πρέπει να υπομνησθεί ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, το τμήμα προσφυγών δεν ερμήνευσε εσφαλμένα το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ (βλ. σκέψεις 79 έως 85 ανωτέρω).
91
Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι το τμήμα προσφυγών επιδίωξε να διαπιστώσει αν το αμφισβητούμενο σήμα συνίστατο στην καταχώριση φημισμένου ονόματος που μπορούσε να επικαλεσθεί ο προσφεύγων. Το τμήμα προσφυγών συνήγαγε ότι ο προσφεύγων έπρεπε να αποδείξει ότι η φήμη του ονόματος Cipriani, χρησιμοποιούμενου μόνου, λαμβανομένου υπόψη του αμφισβητούμενου σήματος, το οποίο αποτελείται μόνον από το όνομα αυτό, συνδεόταν με το πρόσωπό του. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο προσφεύγων είχε εξάλλου προβάλει, με το υπόμνημα στο οποίο εξέθεσε τους λόγους της αιτήσεως περί κηρύξεως ακυρότητας, ότι η φήμη του εν λόγω ονόματος συνδεόταν στενά με το πρόσωπό του. Υποστήριξε, εξάλλου, με τα δικόγραφά του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και, κατ’ ουσίαν, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ότι «σκοπός του άρθρου 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ ήταν ειδικότερα να “εξασφαλιστεί στον δικαιούχο το αποκλειστικό δικαίωμα να εκμεταλλεύεται εμπορικά τη διασημότητα, και επομένως την ικανότητα ανακλήσεως στη μνήμη ορισμένων ονομάτων, η οποία γίνεται ικανότητα πωλήσεως στην αγορά”». Επομένως, προκειμένου να μπορέσει να επικαλεσθεί την προστασία του δικαιώματος στο όνομα που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ, και να αντιταχθεί στη χρήση της φήμης του εν λόγω ονόματος και της εμπορικής αξίας που συνδέεται με αυτό, όπως ορθώς έκρινε το τμήμα προσφυγών, κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 24, 26 και 31 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο προσφεύγων μπορούσε να επικαλεσθεί τη φήμη του ονόματος αυτού μόνο υπό την προϋπόθεση ότι, χρησιμοποιούμενο μόνο, το ίδιο όνομα ανακαλεί κατ’ ανάγκη στη μνήμη το πρόσωπό του.
92
Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, προς απάντηση σε ερώτηση του Γενικού Δικαστηρίου, ο προσφεύγων υποστήριξε κατ’ αρχάς ότι, δεδομένου ότι το όνομα Cipriani είχε φήμη ως όνομα οικογένειας, το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ έπρεπε να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κάθε μέλος της οικογένειάς του που έφερε το εν λόγω επώνυμο μπορούσε να αντιταχθεί στην καταχώριση και στη χρήση σήματος που περιείχε το όνομα Cipriani, επικαλούμενο τη φήμη του ονόματος Cipriani. Επισήμανε, ωστόσο, στη συνέχεια ότι μόνον ο πατέρας του και ο ίδιος μπορούσαν να ενεργήσουν με τον τρόπο αυτόν επικαλούμενοι τη φήμη του επίμαχου επωνύμου, διότι αυτοί τη δημιούργησαν. Πέραν από το γεγονός ότι η επιχειρηματολογία αυτή δεν είναι σαφής, πρέπει να τονιστεί ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται μια τέτοια ερμηνεία του άρθρου 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ. Επομένως, ελλείψει τέτοιων στοιχείων που να έχουν προσκομισθεί από τον προσφεύγοντα, ενώ αυτός έφερε το βάρος προσκομίσεως στο EUIPO στοιχείων που να αποδεικνύουν το περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας της οποίας ζητήθηκε η εφαρμογή, προκειμένου να μπορέσει να απαγορεύσει τη χρήση του αμφισβητούμενου σήματος (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ, C‑263/09 P, EU:C:2011:452, σκέψη 50), η εν λόγω ερμηνεία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
93
Δεύτερον, ο προσφεύγων εκτιμά ότι προσκόμισε πολλά αποδεικτικά στοιχεία περί του ότι, χρησιμοποιούμενο μόνο του, το επώνυμο Cipriani «συνδέεται καθεαυτό ευρέως» με το πρόσωπό του. Προς στήριξη της επιχειρηματολογίας αυτής, επικαλείται ειδικότερα 60 αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία τον αφορούν και στους τίτλους των οποίων γίνεται μνεία μόνο του επωνύμου Cipriani.
94
Μετά την εξέταση αυτών των 60 αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία αποτελούνται, εκτός από ένα εξ αυτών, από άρθρα εφημερίδων και περιοδικά, διαπιστώνεται βεβαίως ότι το επώνυμο Cipriani εμφανίζεται μόνο του στους τίτλους τους. Εντούτοις, όπως προβάλλουν το EUIPO και η παρεμβαίνουσα, ο προσφεύγων μνημονεύεται στα άρθρα αυτά με το όνομα και το επώνυμό του, στο κυρίως κείμενο του άρθρου, μεταξύ άλλων, στην αρχή του, και επίσης στην υπογραφή του άρθρου, καθώς και, σε 38 από τα στοιχεία αυτά, δίπλα ή κάτω από τη φωτογραφία του προσφεύγοντος.
95
Η μνεία μόνο του επωνύμου Cipriani στον τίτλο ενός άρθρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ένδειξη ότι, χρησιμοποιούμενο μόνο του, το εν λόγω επώνυμο «συνδέεται καθεαυτό ευρέως» με τον προσφεύγοντα, όπως αυτός ισχυρίζεται. Συγκεκριμένα, όπως υποστηρίζει το EUIPO, παρατηρείται ότι η μνεία αυτή οφείλεται σε τρέχουσα πρακτική των μέσων ενημερώσεως η οποία δικαιολογείται ιδίως από τις επιταγές της σελιδοποιήσεως του εν λόγω άρθρου. Επιπλέον, η προσθήκη φωτογραφίας του προσφεύγοντος σε ένα άρθρο ή η παρουσία, στο κυρίως κείμενο αυτού του άρθρου, της μνείας του ονόματος ακολουθούμενου από το επώνυμο του προσφεύγοντος μειώνει τον αντίκτυπο της μνείας μόνον του επωνύμου Cipriani στον τίτλο του ίδιου άρθρου.
96
Περαιτέρω, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, δεδομένου ότι 9 από τα εν λόγω 60 αποδεικτικά στοιχεία αποτελούνταν από άρθρα τα οποία υπέγραφε ο ίδιος ο προσφεύγων, από τα στοιχεία αυτά δεν καθίσταται δυνατό να αποδειχθεί, υπό τις συνθήκες αυτές, από το γεγονός και μόνο ότι γίνεται μνεία αποκλειστικά του επωνύμου Cipriani στους τίτλους τους, ότι, χρησιμοποιούμενο μόνο του, το εν λόγω επώνυμο ανακαλεί κατ’ ανάγκη στη μνήμη τον προσφεύγοντα.
97
Εξάλλου, το μόνο από τα 60 αποδεικτικά στοιχεία, που παραθέτει ειδικότερα ο προσφεύγων, στο οποίο δεν γίνεται μνεία του ονόματός του είναι μια πρόσκληση σε δεξίωση. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποδείχθηκε το γεγονός ότι, στην πρόσκληση αυτή, το επώνυμο Cipriani είναι το επώνυμο του προσφεύγοντος, το έγγραφο αυτό και μόνο, το οποίο δεν φέρει ημερομηνία, δεν καθιστά δυνατό να αποδειχθεί ότι η φήμη του εν λόγω επωνύμου συνδέεται κατ’ ανάγκη με το πρόσωπο του προσφεύγοντος.
98
Επομένως, όπως ορθώς, κατ’ ουσίαν, έκρινε το τμήμα προσφυγών στη σκέψη 24 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα αποδεικτικά στοιχεία που κατά τον προσφεύγοντα αποδεικνύουν ότι, χρησιμοποιούμενο μόνο του, το επώνυμο Cipriani ανακαλεί κατ’ ανάγκη στη μνήμη το πρόσωπό του δεν καθιστούν δυνατό να αποδειχθεί ο σύνδεσμος αυτός. Η διαπίστωση αυτή είναι κατά μείζονα λόγο σημαντική εν προκειμένω, διότι το όνομα Cipriani, ενδεχομένως συνοδευόμενο, μεταξύ άλλων, από ένα κύριο όνομα ή άλλο στοιχείο, θα μπορούσε ίσως να ανακαλεί στη μνήμη άλλα πρόσωπα ή οντότητες εκτός από τον προσφεύγοντα.
99
Συγκεκριμένα, όπως εξάλλου προβάλλει και ο προσφεύγων, το όνομα Cipriani είναι το επώνυμο διαφόρων μελών της οικογένειάς του. Όπως ορθώς επισήμανε το τμήμα προσφυγών, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 26 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το εν λόγω όνομα μπορεί επομένως να προσδιορίζει τον Giuseppe Cipriani, πατέρα του προσφεύγοντος, συνιδρυτή της προκατόχου της παρεμβαίνουσας. Επιπλέον, επισημαίνεται ότι, μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε και παραθέτει ο προσφεύγων, στον τίτλο των οποίων περιλαμβάνεται μόνο το όνομα αυτό στον τίτλο του άρθρου (βλ. σκέψη 93 ανωτέρω), δύο από αυτά αναφέρονται σε διάφορα μέλη της οικογένειας του προσφεύγοντος, ενώ δύο άλλα, στα οποία μνημονεύονται «οι C[ipriani]», παραπέμπουν επίσης σε διαφορετικά μέλη της οικογένειας του προσφεύγοντος. Στα στοιχεία αυτά, παρατίθενται επίσης, στο κυρίως κείμενο του άρθρου, τα ονόματα των συγκεκριμένων προσώπων.
100
Επιπλέον, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων της υποθέσεως που υπενθυμίζονται στις σκέψεις 1, 3 και 4 ανωτέρω, το όνομα Cipriani μπορεί επίσης να ανακαλεί στη μνήμη την προκάτοχο της παρεμβαίνουσας, η οποία κατέθεσε την αίτηση καταχωρίσεως του αμφισβητούμενου σήματος, καθώς και, στο εξής, την παρεμβαίνουσα ή ακόμα και το ιταλικό λεκτικό σήμα CIPRIANI. Ο προσφεύγων γνώριζε από μακρού για τη χρήση του εν λόγω ονόματος από την εν λόγω προκάτοχο και στη συνέχεια από την ίδια την παρεμβαίνουσα, εφόσον η προκάτοχος είχε λάβει άδεια χρήσεως του ονόματος αυτού κατόπιν της συμφωνίας του 1967 που είχε συναφθεί με τον πατέρα του προσφεύγοντος κατά την πώληση των μεριδίων που κατείχε η ίδια προκάτοχος (βλ. σκέψη 3 ανωτέρω), ενώ οι δραστηριότητες που αφορούσε η άδεια αυτή δεν ενδιαφέρουν συναφώς.
101
Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι, κατά την κρίσιμη ημερομηνία, εάν το επώνυμο Cipriani συνοδευόταν από κύριο όνομα, μπορούσε ενδεχομένως να προσδιορίζει, μεταξύ άλλων, τα μέλη μιας οικογένειας στην οποία ανήκει και ο προσφεύγων, όπως μπορούσε επίσης να προσδιορίζει και την προκάτοχο της παρεμβαίνουσας και, στο εξής, την παρεμβαίνουσα, εάν ιδίως συνοδευόταν από τη λέξη «ξενοδοχείο», ή ακόμη το ξενοδοχείο Cipriani. Μπορούσε, εξάλλου, να παραπέμπει στο ιταλικό λεκτικό σήμα CIPRIANI (βλ. σκέψη 4 ανωτέρω).
102
Συναφώς, πρέπει να διευκρινιστεί ότι, στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, το Γενικό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να διαπιστώσει ούτε την ύπαρξη της προβαλλόμενης φήμης των διαδίκων ή των μνημονευόμενων στη σκέψη 101 ανωτέρω οντοτήτων που μπορεί να προσδιορίζονται με το όνομα Cipriani, ούτε, ενδεχομένως, την ημερομηνία κατά την οποία αποκτήθηκε η φήμη αυτή.
103
Υπό τις συνθήκες αυτές, το γεγονός ότι, κατά την κρίσιμη ημερομηνία, ο προσφεύγων δεν μπορούσε, βάσει του άρθρου 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ, να επικαλεσθεί τη φήμη του ονόματος Cipriani χωρίς αυτό να συνοδεύεται από το κύριο όνομά του συνεπάγεται ότι η διάταξη αυτή δεν μπορούσε να προβληθεί για να αμφισβητηθεί το κύρος του αμφισβητούμενου σήματος.
104
Τέλος, παρατηρείται ότι, όπως ορθώς διευκρίνισε το τμήμα προσφυγών στη σκέψη 25 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η υπό κρίση υπόθεση διαφέρει από εκείνη επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 14ης Μαΐου 2009, Fiorucci κατά ΓΕΕΑ – Edwin (ELIO FIORUCCI) (T‑165/06, EU:T:2009:157), επικυρωθείσα κατ’ αναίρεση με την απόφαση της 5ης Ιουλίου 2011, Edwin κατά ΓΕΕΑ (C‑263/09 P, EU:C:2011:452). Στην υπόθεση εκείνη, δεν υπήρχε αμφισβήτηση ως προς το ότι το όνομα Elio Fiorucci ανακαλούσε κατ’ ανάγκη στη μνήμη το πρόσωπο του Ιταλού σχεδιαστή μόδας Elio Fiorucci, το όνομα του οποίου ήταν παγκοίνως γνωστό στην Ιταλία, και το επίδικο σήμα που είχε καταχωριστεί ήταν ακριβώς το σήμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης Elio Fiorucci, το οποίο παρέπεμπε προδήλως στον εν λόγω σχεδιαστή μόδας, προσφεύγοντα στην υπόθεση εκείνη.
105
Τρίτον, πρέπει να απορριφθούν οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος με τους οποίους αμφισβητεί τις εκτιμήσεις του τμήματος προσφυγών στις σκέψεις 28 και 29 της προσβαλλόμενης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, πρώτον, η επιχειρηματολογία του προσφεύγοντος στηρίζεται στη δική του ερμηνεία της συμφωνίας του 1967, η οποία απορρίφθηκε (βλ. σκέψεις 52 έως 62 και 64 έως 66). Στο πλαίσιο αυτό, δεδομένου ότι ο προσφεύγων ισχυρίζεται επίσης, κατ’ ουσίαν, ότι η εν λόγω προκάτοχος της παρεμβαίνουσας και η παρεμβαίνουσα δεν χρησιμοποίησαν ποτέ το όνομα Cipriani για άλλες υπηρεσίες πλην των ξενοδοχειακών, πρέπει να υπομνησθεί ότι η προκάτοχος της παρεμβαίνουσας καταχώρισε το ιταλικό λεκτικό σήμα CIPRIANI, μεταξύ άλλων, και για άλλες υπηρεσίες πλην των ξενοδοχειακών και ο προσφεύγων ουδέποτε αμφισβήτησε την καταχώριση ή τη χρήση τους (βλ. σκέψεις 4 και 44 ανωτέρω). Δεύτερον, ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί ότι δεν προσκόμισε στοιχεία που αποδεικνύουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής του άρθρου 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ στην περίπτωση που ο αιτών την καταχώριση του επίμαχου σήματος και ο διάδικος που επικαλείται την εφαρμογή της διατάξεως αυτής έχουν το ίδιο επώνυμο.
106
Από το σύνολο των ανωτέρω σκέψεων προκύπτει ότι, υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως, όπως έκρινε και το τμήμα προσφυγών, κατ’ ουσίαν, στη σκέψη 24 της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το αμφισβητούμενο σήμα δεν προσβάλλει, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ, το δικαίωμα στο όνομα Cipriani, το οποίο επικαλείται ο προσφεύγων.
107
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως ως αβάσιμος και, συνεπώς, η προσφυγή στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να κριθεί το παραδεκτό του δεύτερου αιτήματος του προσφεύγοντος ούτε οι προκαταρκτικές ενστάσεις που υπέβαλε η παρεμβαίνουσα ως προς το μερικώς απαράδεκτο της αιτήσεως για την κήρυξη ακυρότητας, όπως διαπιστώθηκε από το τμήμα ακυρώσεων.
Επί των δικαστικών εξόδων
108
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του EUIPO και της παρεμβαίνουσας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Ο Arrigo Cipriani φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα έξοδα του Γραφείου Διανοητικής Ιδιοκτησίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUIPO) και της Hotel Cipriani Srl.
Berardis
Παπασάββας
Spineanu-Matei
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 29 Ιουνίου 2017
(υπογραφές)
Περιεχόμενα
Ιστορικό της διαφοράς
Αιτήματα των διαδίκων
Σκεπτικό
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, αντλούμενου από παράβαση του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009
Επί του πρώτου σκέλους, που αντλείται από τον συνοπτικό χαρακτήρα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως που αφορά την ανάλυση της αιτήσεως για την κήρυξη ακυρότητας βάσει του άρθρου 52, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 207/2009
Επί του δευτέρου σκέλους, αντλούμενου από εσφαλμένη εκτίμηση του τμήματος προσφυγών ως προς την ύπαρξη κακής πίστεως της προκατόχου της παρεμβαίνουσας
– Ως προς τη συνεκτίμηση της υπάρξεως του προγενέστερου λεκτικού ιταλικού σήματος CIPRIANI και ως προς τη φερόμενη πρόθεση της προκατόχου της παρεμβαίνουσας να επωφεληθεί από τη φήμη του ονόματος Cipriani, καθώς και από τη φήμη του προσφεύγοντος
– Ως προς την παραπομπή στην απόφαση του 2008
– Ως προς το ότι δεν ελήφθη υπόψη απόφαση του Tribunale civile di Venezia (πολιτικού δικαστηρίου της Βενετίας, Ιταλία)
– Ως προς την ύπαρξη διαπραγματεύσεων στις ΗΠΑ το 1996
– Συμπέρασμα
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, αντλούμενου από παράβαση του άρθρου 53, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του κανονισμού 207/2009, σε συνδυασμό με το άρθρο 8, παράγραφος 3, του ΚΒΙ
Επί των δικαστικών εξόδων
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Amtliche Sprachfassungen
Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.
ČeštinaΕλληνικάEnglishEspañolFrançaisItalianoNederlandsPolskiPortuguêsRomână