EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union
REACH – Οφειλόμενο τέλος για την καταχώριση ουσίας – Μείωση του τέλους χορηγούμενη στην περίπτωση πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων – Σφάλμα στη δήλωση σχετικά με το μέγεθος της επιχειρήσεως – Σύσταση 2003/361/ΕΚ – Απόφαση με την οποία επιβάλλεται διοικητική επιβάρυνση – Καθορισμός του μεγέθους της επιχειρήσεως – Εξουσίες του ECHA
ECLI: ECLI:EU:T:2016:480Entscheidung vom: 15.09.2016
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 15ης Σεπτεμβρίου 2016 ( *1 )
«REACH — Οφειλόμενο τέλος για την καταχώριση ουσίας — Μείωση του τέλους χορηγούμενη στην περίπτωση πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων — Σφάλμα στη δήλωση σχετικά με το μέγεθος της επιχειρήσεως — Σύσταση 2003/361/ΕΚ — Απόφαση με την οποία επιβάλλεται διοικητική επιβάρυνση — Καθορισμός του μεγέθους της επιχειρήσεως — Εξουσίες του ECHA»
Στην υπόθεση T‑675/13,
K Chimica Srl, με έδρα το Mirano (Ιταλία), εκπροσωπούμενη από τους R. Buizza και M. Rota, δικηγόρους,
προσφεύγουσα,
κατά
Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (ECHA), εκπροσωπούμενου αρχικώς από τις M. Heikkilä, A. Iber και E. Bigi και τους E. Maurage και J.‑P. Trnka, στη συνέχεια από τις M. Heikkilä και E. Bigi και τους E. Maurage και J.‑P. Trnka, επικουρούμενους από τον C. Garcia Molyneux, δικηγόρο,
καθού,
με αντικείμενο, πρώτον, αίτημα βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ για την ακύρωση της αποφάσεως SME(2013) 3665 του ECHA, της 15ης Οκτωβρίου 2013, με την οποία διαπιστώθηκε ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία ώστε να τύχει της μειώσεως του τέλους που προβλέπεται για τις μικρές επιχειρήσεις και με την οποία της επιβλήθηκε διοικητική επιβάρυνση, δεύτερον, αίτημα για να αναγνωριστεί ότι η προσφεύγουσα είναι μικρή επιχείρηση και ότι πρέπει να ισχύσει ως προς αυτήν το αντίστοιχο τέλος και, τρίτον, αίτημα βάσει του άρθρου 263 ΣΛΕΕ για την ακύρωση των εκδοθέντων από τον ECHA τιμολογίων,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους S. Frimodt Nielsen, πρόεδρο, F. Dehousse (εισηγητή) και A. M. Collins, δικαστές,
γραμματέας: J. Palacio González, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 20ής Ιανουαρίου 2016,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 10 Νοεμβρίου 2011, η προσφεύγουσα, K Chimica Srl, προέβη στην καταχώριση ουσίας βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 1907/2006 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2006, για την καταχώριση, την αξιολόγηση, την αδειοδότηση και τους περιορισμούς των χημικών προϊόντων (REACH) και για την ίδρυση του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων, καθώς και για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/45/ΕΚ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 793/93 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΚ) 1488/94 της Επιτροπής, καθώς και της οδηγίας 76/769/ΕΟΚ του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 91/155/ΕΟΚ, 93/67/ΕΟΚ, 93/105/ΕΚ και 2000/21/ΕΚ (ΕΕ 2006, L 396, σ. 1).
2
Κατά τη διαδικασία καταχωρίσεως, η προσφεύγουσα δήλωσε ότι ήταν «μικρή επιχείρηση» υπό την έννοια της συστάσεως 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων (στο εξής: ΜΜΕ) (EE 2003, L 124, σ. 36). Βάσει της εν λόγω δηλώσεως, έτυχε μειώσεως του οφειλόμενου για κάθε αίτηση καταχωρίσεως τέλους, όπως προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 1907/2006. Κατά το άρθρο 74, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού, το εν λόγω τέλος καθορίστηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 340/2008 της Επιτροπής, της 16ης Απριλίου 2008, σχετικά με τα τέλη και τις επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβάλλονται στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Χημικών Προϊόντων σύμφωνα με τον κανονισμό 1907/2006 (EE 2008, L 107, σ. 6). Το παράρτημα I του κανονισμού 340/2008 περιέχει τα ποσά των τελών που οφείλονται για τις αιτήσεις καταχωρίσεως που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 6 του κανονισμού 1907/2006, καθώς και τις μειώσεις που χορηγούνται στις πολύ μικρές, τις μικρές και τις μεσαίες επιχειρήσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 340/2008, εάν το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι δικαιούται μείωση τέλους ή ατέλεια δεν μπορεί να το αποδείξει, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Χημικών Προϊόντων (ECHA) επιβάλλει το πλήρες ποσό του τέλους ή της επιβαρύνσεως, καθώς και διοικητική επιβάρυνση. Συναφώς, το διοικητικό συμβούλιο του ECHA εξέδωσε, στις 12 Νοεμβρίου 2010, την απόφαση MB/D/29/2010 σχετικά με την κατάταξη των υπηρεσιών για τις οποίες επιβάλλονται επιβαρύνσεις (στο εξής: απόφαση MB/D/29/2010). Στο άρθρο 2 και στον πίνακα 1 που αποτελεί παράρτημα της αποφάσεως αυτής, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση MB/21/2012/D του διοικητικού συμβουλίου του ECHA, της 12ης Φεβρουαρίου 2013, αναφέρεται ότι η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 13, παράγραφος 4, του κανονισμού 340/2008 διοικητική επιβάρυνση ανέρχεται σε 19900 ευρώ για τις μεγάλες επιχειρήσεις, σε 13900 ευρώ για τις μεσαίες επιχειρήσεις και σε 7960 ευρώ για τις μικρές επιχειρήσεις.
3
Στις 10 Νοεμβρίου 2011, ο ECHA εξέδωσε το τιμολόγιο αριθ. 10029302 ποσού 9300 ευρώ. Το ποσό αυτό αντιστοιχούσε, κατά το παράρτημα I του κανονισμού 340/2008, ως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, στο τέλος που οφείλει μια μικρή επιχείρηση, στο πλαίσιο της από κοινού υποβολής αιτήσεως καταχωρίσεως, για ουσίες ποσότητας άνω των 1000 τόνων.
4
Στις 15 Ιουλίου 2012, ο ECHA κάλεσε την προσφεύγουσα να προσκομίσει ορισμένα έγγραφα προκειμένου να διακριβωθεί η δήλωση περί του ότι ήταν μικρή επιχείρηση.
5
Στις 14 Ιουνίου 2013, έπειτα από ανταλλαγή εγγράφων και ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ο ECHA εξέδωσε την απόφαση SME(2013) 2249. Με την απόφαση αυτή, ο ECHA έκρινε ότι δεν είχε λάβει τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία προκειμένου να διαπιστώσει ότι η προσφεύγουσα ήταν μικρή επιχείρηση και ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της αποφάσεως MB/D/29/2010, η προσφεύγουσα όφειλε να καταβάλει το τέλος που ισχύει για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο ECHA ενημέρωσε την προσφεύγουσα ότι επρόκειτο να της αποστείλει τιμολόγιο για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του αρχικώς καταβληθέντος τέλους και του τελικώς οφειλομένου τέλους, καθώς και τιμολόγιο ποσού 19900 ευρώ για την καταβολή διοικητικής επιβαρύνσεως.
6
Στις 17 Ιουνίου 2013, η προσφεύγουσα απέστειλε στον ECHA ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο είχε επισυνάψει νέα έγγραφα. Η προσφεύγουσα ζητούσε επίσης διευκρινίσεις από τον ECHA ως προς τον υπολογισμό του μεγέθους της.
7
Στις 2 Ιουλίου 2013, ο ECHA απάντησε στην προσφεύγουσα ότι, κατά την άποψή του, το αίτημά της, στην ουσία, συνιστούσε αίτημα για την επανεξέταση της θέσεώς του. Λαμβανομένων υπόψη, μεταξύ άλλων, των προσπαθειών της προσφεύγουσας να διευκρινίσει την πραγματική της κατάσταση εν προκειμένω, ο ECHA επισήμανε ότι είχε αποφασίσει, κατ’ εξαίρεση, να λάβει υπόψη τα συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία που του είχαν υποβληθεί.
8
Στις 15 Οκτωβρίου 2013, έπειτα από εκ νέου ανταλλαγή εγγράφων και ηλεκτρονικών μηνυμάτων, ο ECHA εξέδωσε την απόφαση SME(2013) 3665 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Στην απόφαση αυτή, ο ECHA έκρινε ότι τα στοιχεία που προσκομίστηκαν μετά την απόφαση SME(2013) 2249 δεν ήταν ικανά να ανατρέψουν τις διαπιστώσεις της εν λόγω αποφάσεως. Ειδικότερα, ο ECHA διευκρίνισε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε προσκομίσει στοιχεία σχετικά με «την εμμέσως συνεργαζόμενη επιχείρηση» Compagnie d’Investissement des Alpes SA. Επ’ αυτής της βάσεως, ο ECHA διαπίστωσε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε προσκομίσει τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι επρόκειτο για μικρή επιχείρηση. Ο ECHA επισήμανε επίσης στην προσφεύγουσα ότι η ημερομηνία εξοφλήσεως των τιμολογίων που εκδόθηκαν μετά την απόφαση SME(2013) 2249 είχε παρέλθει και ότι, κατά συνέπεια, επρόκειτο να της αποστείλει νέα τιμολόγια.
9
Στις 15 Οκτωβρίου 2013, κατ’ εφαρμογήν της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο ECHA εξέδωσε το τιμολόγιο αριθ. 10045647, ποσού 13950 ευρώ, και το τιμολόγιο αριθ. 10045649, ποσού 19900 ευρώ.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
10
Η προσφεύγουσα, με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 16 Δεκεμβρίου 2013, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή. Η προσφυγή αυτή εντάσσεται σε μια σειρά συναφών υποθέσεων.
11
Η πρώτη υπόθεση αυτής της σειράς συναφών υποθέσεων αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως ακυρώσεως της 2ας Οκτωβρίου 2014, Spraylat κατά ECHA (T‑177/12, EU:T:2014:849).
12
Στις 8 Ιανουαρίου 2015, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας κατά το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991, οι διάδικοι κλήθηκαν να υποβάλουν παρατηρήσεις ως προς τη σημασία που έχει ενδεχομένως η απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2014, Spraylat κατά ECHA (T‑177/12, EU:T:2014:849), για την εκδίκαση της υπό κρίση υποθέσεως και να απαντήσουν σε ερώτηση. Οι διάδικοι συμμορφώθηκαν εμπροθέσμως στο αίτημα αυτό.
13
Στις 13 Νοεμβρίου 2015, κατόπιν προτάσεως του εισηγητή δικαστή, το Γενικό Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία και, στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο 89 του Κανονισμού του Διαδικασίας, κάλεσε τους διαδίκους να απαντήσουν γραπτώς σε διάφορες ερωτήσεις και να προσκομίσουν ορισμένα έγγραφα. Οι διάδικοι συμμορφώθηκαν εμπροθέσμως στα αιτήματα αυτά.
14
Στις 8 Ιανουαρίου 2016, σε συνέχεια των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας της 13ης Νοεμβρίου 2015, ο ECHA προσκόμισε νέα αποδεικτικά στοιχεία. Τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία προστέθηκαν στη δικογραφία.
15
Οι διάδικοι αγόρευσαν και απάντησαν στις προφορικές ερωτήσεις του Γενικού Δικαστηρίου κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση της 20ής Ιανουαρίου 2016.
16
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
—
να αναγνωρίσει ότι είναι ΜΜΕ έχοντας υπόψη τα έγγραφα που υπέβαλε στον ECHA και να διατάξει τον περιορισμό της έρευνας σε τέσσερις εταιρίες·
—
να εφαρμόσει τη μείωση των τελών που ισχύει για τις ΜΜΕ·
—
να ακυρώσει το τιμολόγιο αριθ. 10029302 ποσού 9300 ευρώ για την κάλυψη της οφειλόμενης διαφοράς για το πλήρες τέλος που εφαρμόστηκε ως προς αυτήν·
—
να ακυρώσει το τιμολόγιο αριθ. 10043954 το οποίο εξέδωσε ο ECHA για την καταβολή της διοικητικής επιβαρύνσεως.
17
Με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα ζητεί επίσης από το Γενικό Δικαστήριο, πέραν των πρώτων αιτημάτων που εκτέθηκαν ανωτέρω:
—
να ακυρώσει το τιμολόγιο αριθ. 10045647, της 15ης Οκτωβρίου 2013, ποσού 13950 ευρώ, για τη διαφορά με το πλήρες τέλος που της εφαρμόστηκε και να υποχρεώσει τον ECHA να της επιστρέψει το ποσό το οποίο κατέβαλε στις 24 Ιανουαρίου 2014·
—
να ακυρώσει το τιμολόγιο αριθ. 10045649, της 15ης Οκτωβρίου 2013, το οποίο εξέδωσε ο ECHA για την καταβολή της διοικητικής επιβαρύνσεως·
—
να καταδικάσει τον καθού στα δικαστικά έξοδα.
18
Με την απάντησή της στα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας της 13ης Νοεμβρίου 2015 (σκέψη 13 ανωτέρω), η προσφεύγουσα διευκρίνισε ότι παραιτείται από τα αιτήματα για την ακύρωση των τιμολογίων αριθ. 10029302 και αριθ. 10043954.
19
Ο ECHA ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
Επί του παραδεκτού ορισμένων αιτημάτων
20
Πρώτον, όσον αφορά το δεύτερο και το τρίτο αίτημα της προσφυγής, με τα οποία ζητείται, αφενός, να αναγνωριστεί ότι η προσφεύγουσα είναι ΜΜΕ βάσει των εγγράφων που προσκόμισε στον ECHA και να διαταχθεί ο περιορισμός της έρευνας σε τέσσερις εταιρίες, και, αφετέρου, να εφαρμοστούν τα μειωμένα τέλη που προβλέπονται για τις ΜΜΕ, υπενθυμίζεται ότι δεν εναπόκειται στον δικαστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο πλαίσιο του ελέγχου της νομιμότητας τον οποίο ασκεί, να απευθύνει διαταγές στα θεσμικά όργανα ή να τα υποκαθιστά, αλλά εναπόκειται στην οικεία διοικητική αρχή να λάβει τα μέτρα που συνεπάγεται η εκτέλεση αποφάσεως εκδοθείσας στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως (βλ. απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, European Night Services κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑374/94, T‑375/94, T‑384/94 και T‑388/94, EU:T:1998:198, σκέψη 53 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επομένως, το δεύτερο και το τρίτο αίτημα της προσφυγής επιβάλλεται να απορριφθούν ως απαράδεκτα.
21
Δεύτερον, όσον αφορά τα αιτήματα που προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά το στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως με τα οποία ζητείται η ακύρωση του τιμολογίου αριθ. 10045647, καθώς και η επιστροφή του καταβληθέντος στις 24 Ιανουαρίου 2014 ποσού και η ακύρωση του τιμολογίου αριθ. 10045649, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο δʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991, ο προσφεύγων οφείλει να αναφέρει στο δικόγραφο της προσφυγής του τα αιτήματά του. Εξάλλου, από τη νομολογία προκύπτει ότι η κατά το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας της 2ας Μαΐου 1991 πρόβλεψη περί μη προβολής νέων ισχυρισμών εκτός αν στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία ισχύει a fortiori για κάθε τροποποίηση των αιτημάτων. Επομένως, καθόσον δεν ανέκυψαν κατά την έγγραφη διαδικασία νομικά και πραγματικά στοιχεία, μόνον τα αιτήματα που εκτέθηκαν στο δικόγραφο της προσφυγής μπορούν να ληφθούν υπόψη, το δε βάσιμο της προσφυγής πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα των αιτημάτων που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2013, Berliner Institut für Vergleichende Sozialforschung κατά Επιτροπής, T‑73/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2013:433, σκέψεις 42 και 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
22
Διαπιστώνεται εν προκειμένω ότι, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε η προσφεύγουσα και όπως προκύπτει από τα παραρτήματα του υπομνήματος απαντήσεως, τα τιμολόγια αριθ. 10045647 και αριθ. 10045649 φέρουν ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 2013, ήτοι ημερομηνία ίδια με εκείνη της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η προσφεύγουσα δεν προέβαλε στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τα εν λόγω τιμολόγια παρελήφθησαν μετά την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής. Ως εκ τούτου, δεν ανέκυψε κανένα νομικό ή πραγματικό στοιχείο κατά την έγγραφη διαδικασία που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη προβολή αιτημάτων σχετικών με τα εν λόγω τιμολόγια.
23
Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, μόνον τα μέτρα που παράγουν δεσμευτικές έννομες συνέπειες ικανές να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας σαφώς τη νομική του κατάσταση, συνιστούν πράξεις δυνάμενες να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 263 ΣΛΕΕ (απόφαση της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 9· διάταξη της 4ης Οκτωβρίου 1991, Bosman κατά Επιτροπής, C‑117/91, EU:C:1991:382, σκέψη 13, και απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2003, Philip Morris International κατά Επιτροπής, T‑377/00, T‑379/00, T‑380/00, T‑260/01 και T‑272/01, EU:T:2003:6, σκέψη 77).
24
Είναι αναγκαία η εξέταση της ουσίας του μέτρου του οποίου ζητείται η ακύρωση προκειμένου να καθοριστεί αν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, η δε μορφή υπό την οποία ελήφθη δεν ασκεί καταρχήν συναφώς επιρροή (αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1981, IBM κατά Επιτροπής, 60/81, EU:C:1981:264, σκέψη 9· της 28ης Νοεμβρίου 1991, Λουξεμβούργο κατά Κοινοβουλίου, C‑213/88 και C‑39/89, EU:C:1991:449, σκέψη 15, και της 24ης Μαρτίου 1994, Air France κατά Επιτροπής, T‑3/93, EU:T:1994:36, σκέψεις 43 και 57).
25
Εξάλλου, απόφαση αμιγώς επιβεβαιωτικού χαρακτήρα προγενέστερης αποφάσεως δεν είναι πράξη δεκτική προσφυγής, οπότε προσφυγή ασκούμενη κατά τέτοιας αποφάσεως είναι απαράδεκτη (αποφάσεις της 25ης Οκτωβρίου 1977, Metro SB-Großmärkte κατά Επιτροπής, 26/76, EU:C:1977:167, σκέψη 4, και της 5ης Μαΐου 1998, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, C‑180/96, EU:C:1998:192, σκέψεις 27 και 28· βλ., επίσης, διάταξη της 10ης Ιουνίου 1998, Cementir κατά Επιτροπής, T‑116/95, EU:T:1998:120, σκέψη 19 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
26
Ως προς την έννοια της επιβεβαιωτικής πράξεως, από τη νομολογία προκύπτει ότι μια πράξη θεωρείται αμιγώς επιβεβαιωτική προγενέστερης αποφάσεως εάν δεν περιέχει κανένα νέο στοιχείο σε σχέση με την προγενέστερη απόφαση και δεν προηγήθηκε της εκδόσεώς της επανεξέταση της καταστάσεως του αποδέκτη της αποφάσεως αυτής (απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2001, Inpesca κατά Επιτροπής, T‑186/98, EU:T:2001:42, σκέψη 44, και διάταξη της 29ης Απριλίου 2004, SGL Carbon κατά Επιτροπής, T‑308/02, EU:T:2004:119, σκέψη 51).
27
Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, αντιθέτως προς ό,τι ίσχυε στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 2ας Οκτωβρίου 2014, Spraylat κατά ECHA (T‑177/12, EU:T:2014:849), η απόφαση SME(2013) 2249, την οποία μνημονεύει η προσβαλλόμενη απόφαση, παραπέμπει ρητώς στην απόφαση MB/D/29/2010, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση MB/21/2012/D, και διευκρινίζει ότι ο «ECHA πρόκειται να εκδώσει […] τιμολόγιο για διοικητική επιβάρυνση ποσού 19900 ευρώ». Η απόφαση SME(2013) 2249 αναφέρει επίσης ότι ο ECHA πρόκειται να εκδώσει ως εκ τούτου πρόσθετο τιμολόγιο για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ του αρχικώς καταβληθέντος τέλους και του τέλους που προβλέπει ο κανονισμός 340/2008 για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Ο ECHA διευκρίνισε εξάλλου, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι επρόκειτο να αποστείλει στην προσφεύγουσα νέα τιμολόγια προς αντικατάσταση των τιμολογίων αριθ. 10043953 και αριθ. 10043954 που εκδόθηκαν μετά την έκδοση της αποφάσεως SME(2013) 2249 και των οποίων η ημερομηνία εξοφλήσεως είχε παρέλθει. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβανομένης υπόψη της αποφάσεως SME(2013) 2249, περιείχε τα κύρια στοιχεία των υποχρεώσεων της προσφεύγουσας έναντι του ECHA. Κατά συνέπεια, τα τιμολόγια αριθ. 10045647 και αριθ. 10045649 έχουν χαρακτήρα πράξεων εκτελεστικών της αποφάσεως αυτής και συνιστούν επιβεβαιωτικές πράξεις κατά την έννοια της προμνησθείσας στη σκέψη 26 νομολογίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, διάταξη της 30ής Ιουνίου 2009, CPEM κατά Επιτροπής, T‑106/08, μη δημοσιευθείσα, EU:T:2009:228, σκέψη 32).
28
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών, επιβάλλεται να απορριφθούν ως απαράδεκτα τα αιτήματα, τα οποία προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά το στάδιο του υπομνήματος απαντήσεως, για την ακύρωση του τιμολογίου αριθ. 10045647, καθώς και για την επιστροφή του ποσού που καταβλήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 2014, και για την ακύρωση του τιμολογίου αριθ. 10045649.
29
Κατόπιν των ανωτέρω, επιβάλλεται να περιοριστεί η εξέταση της προσφυγής στο αίτημα περί ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επί της ουσίας
30
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει δύο λόγους ακυρώσεως. Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως αφορά κατ’ ουσίαν εσφαλμένη ερμηνεία της συστάσεως 2003/361. Ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως αφορά τον παράνομο χαρακτήρα της μη αναγνωρίσεως στην προσφεύγουσα της ιδιότητας της ΜΜΕ.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά εσφαλμένη ερμηνεία της συστάσεως 2003/361
31
Η προσφεύγουσα, υπενθυμίζοντας τις κρίσιμες διατάξεις της συστάσεως 2003/361, επισημαίνει ότι, για τον υπολογισμό του μεγέθους επιχειρήσεως, πρέπει να προστίθενται στα στοιχεία αυτής τα στοιχεία των τυχόν συνεργαζομένων επιχειρήσεων (όπως και εκείνα των συνδεδεμένων με αυτές επιχειρήσεων) και τα στοιχεία των τυχόν συνδεδεμένων επιχειρήσεων (όπως και εκείνα των συνεργαζόμενων με αυτές επιχειρήσεων, οι οποίες βρίσκονται ακριβώς ανάντη ή κατάντη αυτών). Εν προκειμένω, ο ECHA εσφαλμένως θεώρησε ότι η Medini Ltd και η A.L.O. Immobilien GmbH ήταν επιχειρήσεις «συνεργαζόμενες» με την προσφεύγουσα. Οι επιχειρήσεις αυτές στην πραγματικότητα συνεργάζονταν με την I.C.B. Srl, η δε επιχείρηση αυτή ήταν συνδεδεμένη με την προσφεύγουσα. Εξάλλου, ούτε η Compagnie d’Investissement des Alpes ούτε οι τυχόν συνεργαζόμενες με τη Medini επιχειρήσεις, για τις οποίες ο ECHA ζήτησε πληροφοριακά στοιχεία, συνεργάζονταν με την I.C.B. και δεν βρίσκονταν, a fortiori, ακριβώς ανάντη ή κατάντη της τελευταίας αυτής επιχειρήσεως. Για τον καθορισμό του μεγέθους της προσφεύγουσας, έπρεπε επομένως να ληφθούν υπόψη αποκλειστικώς τα στοιχεία της προσφεύγουσας, εκείνα της I.C.B. (ως συνδεδεμένης επιχειρήσεως) και εκείνα των Medini και A.L.O. Immobilien (ως συνεργαζομένων με την I.C.B. επιχειρήσεων). Η προσφεύγουσα απέστειλε στον ECHA το σύνολο των σχετικών πληροφοριακών στοιχείων για τις εν λόγω επιχειρήσεις. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο ECHA ερμήνευσε στα έγγραφά του το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι ο όρος «αποκλειστικά» δεν περιλαμβάνεται στην απόδοση του εν λόγω άρθρου στην ιταλική γλώσσα. Επιπλέον, η ερμηνεία του ECHA οδηγεί σε συνυπολογισμό των στοιχείων των συνεργαζομένων ή των συνδεδεμένων επιχειρήσεων «επ’ άπειρον». Η ερμηνεία αυτή είναι υπερβολικά ευρεία. Η προσφεύγουσα δεν ανήκει σε όμιλο επιχειρήσεων που περιλαμβάνει την Compagnie d’Investissement des Alpes ή τις τυχόν συνεργαζόμενες με τη Medini επιχειρήσεις. Ο οδηγός για τους χρήστες σχετικά με τον ορισμό των ΜΜΕ, ο οποίος δημοσιεύθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και είναι διαθέσιμος στο διαδίκτυο (στο εξής: οδηγός σχετικά με τον ορισμό των ΜΜΕ) και τον οποίο επικαλείται ο ECHA στα δικόγραφά του, επιβεβαιώνει την ερμηνεία της προσφεύγουσας.
32
Ο ECHA επισημαίνει καταρχάς ότι οι επιχειρήσεις Medini και A.L.O. Immobilien δεν θεωρήθηκαν συνεργαζόμενες με την προσφεύγουσα. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόταν στην Compagnie d’Investissement des Alpes ως επιχείρηση συνεργαζόμενη «εμμέσως» με την προσφεύγουσα. Οι αιτήσεις για την παροχή πληροφοριών σχετικά με την επιχείρηση αυτή καθώς και σχετικά με τις ενδεχομένως συνδεδεμένες με τη Medini στηρίζονταν στο άρθρο 6 του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361. Ειδικότερα, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361, πρόθεση του ECHA ήταν να εκτιμήσει τα στοιχεία των δύο συνεργαζομένων με την I.C.B. επιχειρήσεων (ήτοι των Medini και A.L.O. Immobilien). Προς τον σκοπό αυτό, ο ECHA επισημαίνει ότι εφάρμοσε το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 6, το οποίο παρέχει κατευθύνσεις για τον τρόπο διακριβώσεως των στοιχείων επιχειρήσεως συνεργαζομένης με συνδεδεμένη επιχείρηση. Κατά συνέπεια, ο ECHA ζήτησε από την προσφεύγουσα να του προσκομίσει τα στοιχεία της A.L.O. Immobilien και της Medini καθώς και εκείνα των συνδεδεμένων με αυτές επιχειρήσεων (ήτοι της Compagnie d’Investissement des Alpes). Η αίτηση αυτή ήταν, εξάλλου, σύμφωνη προς το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361, το οποίο δεν προβλέπει, αντιθέτως προς τα προβλεπόμενα για τις ανεξάρτητες επιχειρήσεις, ότι ο καθορισμός των στοιχείων των επιχειρήσεων που συνεργάζονται με συνδεδεμένες με την εξεταζόμενη επιχειρήσεις πρέπει να πραγματοποιείται «αποκλειστικά» βάσει των λογαριασμών των επιχειρήσεων αυτών. Ο ECHA υπογραμμίζει ότι ο όρος «αποκλειστικά» επαναλαμβάνεται σε πλήθος γλωσσικών αποδόσεων της συστάσεως 2003/361. Ο ECHA ερμηνεύει, επομένως, το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361 υπό την έννοια ότι του επιβάλλει να λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία όλων των εταιριών που συνδέονται με τις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις στις οποίες αναφέρεται το εν λόγω άρθρο. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε διαφοροποιήσεις του χαρακτηρισμού μιας επιχειρήσεως ως ΜΜΕ αναλόγως του αν οι συνεργαζόμενες επιχειρήσεις με τις επιχειρήσεις που συνδέονται με την εξεταζόμενη επιχείρηση περιλαμβάνονται ή όχι στους ενοποιημένους ισολογισμούς των επιχειρήσεων με τις οποίες είναι συνδεδεμένες (εν προκειμένω της Compagnie d’Investissement des Alpes). Η ερμηνεία αυτή είναι επίσης σύμφωνη προς το κριτήριο αυστηρής ερμηνείας που πρέπει να εφαρμοστεί όσον αφορά τη σύσταση 2003/361. Συμμορφώνεται επίσης προς τον οδηγό σχετικά με τον ορισμό των ΜΜΕ και, ειδικότερα, προς την επεξηγηματική σημείωση και τα παραρτήματα του εν λόγω οδηγού. Ο ECHA προσθέτει ότι η έννοια του «ομίλου επιχειρήσεων», όπως παρουσιάζεται από την προσφεύγουσα, είναι αντίθετη προς τις διατάξεις της συστάσεως 2003/361. Το αν μια επιχείρηση ανήκει σε όμιλο εξαρτάται από τις σχέσεις που διατηρεί με τις άλλες επιχειρήσεις και όχι από την ύπαρξη εταιρίας συμμετοχών. Ο ECHA υπογραμμίζει ότι, εν προκειμένω, ένας εκ των μετόχων και διαχειριστών της I.C.B. ήταν επίσης ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της προσφεύγουσας και διαχειριστής της A.L.O. Immobilien. Ήταν, επομένως, αναγκαίο να αναλυθούν τα στοιχεία της Compagnie d’Investissement des Alpes προτού κριθεί το ζήτημα του χαρακτηρισμού της προσφεύγουσας ως ΜΜΕ.
33
Προκαταρκτικώς επισημαίνεται ότι τόσο ο κανονισμός 1907/2006, στο άρθρο 3, όσο και ο κανονισμός 340/2008, στην αιτιολογική σκέψη 9 και στο άρθρο 2, παραπέμπουν στη σύσταση 2003/361 για τον ορισμό των ΜΜΕ.
34
Η σύσταση 2003/361 περιλαμβάνει παράρτημα, του οποίου ο τίτλος Ι αφορά τον «[ο]ρισμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων που ενέκρινε η Επιτροπή». Το άρθρο 2 του εν λόγω τίτλου επιγράφεται «Αριθμός απασχολούμενων και οικονομικά όρια προσδιορίζοντα τις κατηγορίες επιχειρήσεων».
35
Στην περίπτωση ανεξάρτητης επιχειρήσεως, ήτοι επιχειρήσεως η οποία δεν χαρακτηρίζεται ως «συνεργαζόμενη επιχείρηση» ή ως «συνδεδεμένη επιχείρηση» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφοι 2 και 3, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361, ο καθορισμός των στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού απασχολουμένων, πραγματοποιείται αποκλειστικά με βάση τους λογαριασμούς της επιχειρήσεως αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω παραρτήματος.
36
Στην περίπτωση επιχειρήσεως συνεργαζομένης ή συνδεομένης με άλλες επιχειρήσεις, ο καθορισμός των στοιχείων, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού απασχολουμένων, γίνεται με βάση τους λογαριασμούς και τα λοιπά στοιχεία της επιχειρήσεως ή, εφόσον υπάρχουν, τους ενοποιημένους λογαριασμούς της επιχειρήσεως ή τους ενοποιημένους λογαριασμούς στους οποίους περιλαμβάνεται η επιχείρηση βάσει ενοποιήσεως, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361. Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 2, δεύτερο και τρίτο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361, στα στοιχεία αυτά προστίθενται, αφενός, τα στοιχεία των επιχειρήσεων που συνεργάζονται με την εξεταζόμενη επιχείρηση (οι οποίες βρίσκονται ακριβώς ανάντη ή κατάντη της εξεταζόμενης επιχειρήσεως) κατ’ αναλογίαν προς το ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο ή στα δικαιώματα ψήφου, λαμβανομένων υπόψη του υψηλότερου από τα δύο αυτά ποσοστά, και, αφετέρου, του 100 % των στοιχείων των επιχειρήσεων που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την εξεταζόμενη επιχείρηση και τα οποία δεν περιλαμβάνονται ήδη στους λογαριασμούς βάσει ενοποιήσεως.
37
Δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361, για την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 2, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361, τα στοιχεία των επιχειρήσεων που συνεργάζονται με την εξεταζόμενη επιχείρηση προκύπτουν από τους λογαριασμούς και τα λοιπά στοιχεία, ενοποιημένα εφόσον υπάρχουν, στα οποία προστίθεται το 100 % των στοιχείων των επιχειρήσεων που συνδέονται με αυτές τις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις, εκτός εάν τα στοιχεία τους περιλαμβάνονται ήδη βάσει ενοποιήσεως. Τα δε στοιχεία των επιχειρήσεων που συνδέονται με την εξεταζόμενη επιχείρηση προκύπτουν από τους λογαριασμούς και τα λοιπά στοιχεία τους, ενοποιημένα εφόσον υπάρχουν. Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361, στα στοιχεία αυτά προστίθενται κατ’ αναλογίαν τα στοιχεία των επιχειρήσεων που ενδεχομένως συνεργάζονται με τις συνδεδεμένες αυτές επιχειρήσεις, οι οποίες βρίσκονται ακριβώς ανάντη ή κατάντη αυτών, εάν δεν περιλαμβάνονται ήδη στους ενοποιημένους λογαριασμούς σε αναλογία τουλάχιστον αντίστοιχη προς το ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο ή στα δικαιώματα ψήφου, λαμβανομένου υπόψη του υψηλότερου από τα δύο αυτά ποσοστά.
38
Εν προκειμένω, ο ECHA, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι η προσφεύγουσα δεν είχε προσκομίσει στοιχεία σχετικά με «την εμμέσως συνεργαζόμενη επιχείρηση» Compagnie d’Investissement des Alpes. Βάσει τούτου, ο ECHA κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η προσφεύγουσα δεν είχε προσκομίσει τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία ώστε να θεωρηθεί μικρή επιχείρηση.
39
Ο ECHA ανέλυσε περαιτέρω την αιτιολογία του, όσον αφορά την αίτηση παροχής πληροφοριών σχετικών με την Compagnie d’Investissement des Alpes, με ηλεκτρονικό μήνυμα της 17ης Ιουλίου 2013 και με έγγραφο της 15ης Οκτωβρίου 2013, με στοιχεία αναφοράς SME(2013) 3666, το οποίο προσαρτήθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση.
40
Με το ηλεκτρονικό μήνυμα της 17ης Ιουλίου 2013, ο ECHA επισήμανε ότι η Compagnie d’Investissement des Alpes έπρεπε να θεωρηθεί συνεργαζόμενη με την προσφεύγουσα επιχείρηση, καθόσον συνδεόταν απευθείας με την A.L.O. Immobilien, η οποία ήταν συνεργαζόμενη με την προσφεύγουσα. Κατά συνέπεια, κατά τον ECHA, τα στοιχεία της Compagnie d’Investissement des Alpes έπρεπε να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του μεγέθους της προσφεύγουσας. Ο ECHA παρέπεμψε συναφώς στα άρθρα 3 και 6 του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361.
41
Με το έγγραφο της 15ης Οκτωβρίου 2013, που προσαρτήθηκε στην προσβαλλόμενη απόφαση, ο ECHA υπενθύμισε τη σημασία του άρθρου 6 του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361, στο σύνολό του, όσον αφορά τα στοιχεία των Medini, A.L.O. Immobilien και Compagnie d’Investissement des Alpes. Καταρχάς, μνημονεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361, ο ECHA έκρινε ότι η χρήση των όρων «ακριβώς ανάντη ή κατάντη» δεν περιόριζε τις σχέσεις με την εξεταζόμενη επιχείρηση. Ακολούθως, ο ECHA επισήμανε, «επιπλέον», ότι τα στοιχεία της Compagnie d’Investissement des Alpes είχαν ζητηθεί βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361, «καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο αυτό, τα στοιχεία των συνεργαζόμενων επιχειρήσεων (ήτοι των Medini και A.L.O. Immobilien) με την εξεταζόμενη επιχείρηση προέκυπταν από λογαριασμούς και λοιπά στοιχεία, ενοποιημένα εφόσον υπήρχαν» και όταν «στα στοιχεία αυτά προστίθετο το 100 % των στοιχείων των συνδεδεμένων επιχειρήσεων (ήτοι της Compagnie d’Investissement des Alpes) με αυτές τις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις (ήτοι την A.L.O. Immobilien), εκτός αν τα στοιχεία τους είχαν ήδη περιληφθεί βάσει ενοποιήσεως». Τέλος, ο ECHA έκρινε ότι, καθόσον η Compagnie d’Investissement des Alpes συνδεόταν με την A.L.O. Immobilien, η οποία συνεργαζόταν με την I.C.B., όντας η δεύτερη αυτή εταιρία συνδεδεμένη με την προσφεύγουσα, τα στοιχεία της «εμμέσως συνεργαζόμενης» επιχειρήσεως Compagnie d’Investissement des Alpes έπρεπε να ληφθούν υπόψη για τη διακρίβωση των συνολικών στοιχείων της προσφεύγουσας. Ο ECHA επισήμανε στην προσφεύγουσα ότι «για τον λόγο αυτό» ήταν αποδέκτρια της προσβαλλομένης αποφάσεως, επιβεβαιώνοντας ότι δεν μπορούσε να τύχει της μειώσεως του τέλους.
42
Από την αιτιολογία την οποία παρέθεσε ο ECHA προκύπτει, αφενός, ότι η νομική βάση που επικαλέσθηκε ο ECHA προκειμένου να ζητήσει από την προσφεύγουσα να του προσκομίσει πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την Compagnie d’Investissement des Alpes ήταν το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361 και, αφετέρου, ότι η μη γνωστοποίηση των εν λόγω πληροφοριακών στοιχείων από την προσφεύγουσα δικαιολόγησε την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως.
43
Πρώτον, επιβάλλεται συναφώς να υπομνησθούν οι δεσμοί που διατηρούσε η προσφεύγουσα κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών με άλλες επιχειρήσεις και οι οποίοι δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους, όπως το επιβεβαίωσαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Καταρχάς, η προσφεύγουσα συνδεόταν με την I.C.B., η οποία είχε το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο της προσφεύγουσας. Περαιτέρω, η I.C.B. συνεργαζόταν με δύο επιχειρήσεις, τις Medini και A.L.O. Immobilien, με ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιό τους άνω του 25 % αλλά όχι υψηλότερο του 50 %. Τέλος, η A.L.O. Immobilien συνδεόταν με την Compagnie d’Investissement des Alpes, καθόσον η δεύτερη επιχείρηση είχε το μεγαλύτερο ποσοστό συμμετοχής στο κεφάλαιο και, ως εκ τούτου, στα δικαιώματα ψήφου των μετόχων της πρώτης.
44
Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, δεδομένης της πραγματικής καταστάσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση, η νομική βάση την οποία επικαλέσθηκε ο ECHA δεν παρείχε τη δυνατότητα να ζητηθούν από την προσφεύγουσα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την Compagnie d’Investissement des Alpes. Συγκεκριμένα, προκύπτει σαφώς από το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361 ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται για την εκτίμηση των στοιχείων των επιχειρήσεων που συνεργάζονται με την «εξεταζόμενη επιχείρηση», ήτοι με την επιχείρηση που αποτελεί αντικείμενο έρευνας στο πλαίσιο της συστάσεως 2003/361 για τον καθορισμό του μεγέθους της. Εν προκειμένω, όμως, και αντιθέτως προς όσα εξέθεσε ο ECHA στο έγγραφο της 15ης Οκτωβρίου 2013, οι Medini και A.L.O. Immobilien δεν είναι συνεργαζόμενες με την προσφεύγουσα επιχειρήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361. Ο ECHA το αναγνώρισε εξάλλου κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία. Ως προς την έννοια της «εμμέσως» συνεργαζόμενης επιχειρήσεως, την οποία επικαλέσθηκε ο ECHA κατά τη διοικητική διαδικασία και ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, η έννοια αυτή δεν προβλέπεται στη σύσταση 2003/361.
45
Τρίτον, επιβάλλεται η απόρριψη της ερμηνείας της προσβαλλομένης αποφάσεως στην οποία προέβη ο ECHA με τα δικόγραφά του και κατά την οποία πρόθεσή του ήταν η εκτίμηση των στοιχείων των δύο συνεργαζόμενων με την I.C.B. επιχειρήσεων, ήτοι των Medini και A.L.O. Immobilien, βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361 και, προς τον σκοπό αυτό, εφάρμοσε το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 6 του εν λόγω παραρτήματος, που παρέχει ενδείξεις ως προς τον τρόπο διαπιστώσεως των στοιχείων επιχειρήσεως συνεργαζομένης με συνδεδεμένη επιχείρηση. Συγκεκριμένα, μια τέτοια ερμηνεία έρχεται σε αντίθεση προς το έγγραφο της 15ης Οκτωβρίου 2013. Το έγγραφο αυτό τονίζει καταρχάς, αφενός, ότι ο ECHA ζήτησε τα στοιχεία της Compagnie d’Investissement des Alpes βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361 και, αφετέρου, ότι ο ECHA εφάρμοσε την εν λόγω διάταξη στη συγκεκριμένη περίπτωση.
46
Τέταρτον, ακόμη και αν, όπως επισημαίνει ο ECHA στα δικόγραφά του, πρόθεσή του ήταν να εφαρμόσει το άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361, και στη συνέχεια, στο πλαίσιο αυτό, να αναφερθεί στο πρώτο εδάφιο της ίδιας αυτής παραγράφου, η συλλογιστική αυτή δεν προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνείας στα έγγραφα που έχουν περιληφθεί στη δικογραφία και σε κάθε περίπτωση δεν ικανοποιεί την υποχρέωση αιτιολογήσεως που υπέχει ο ECHA σύμφωνα με το άρθρο 296 ΣΛΕΕ.
47
Πέμπτον, και ως εκ περισσού, η ερμηνεία του ECHA όσον αφορά τις διατάξεις του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συγκεκριμένα, όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361 αφορά μόνον τα στοιχεία επιχειρήσεων συνεργαζόμενων με «την εξεταζόμενη επιχείρηση». Η διάταξη αυτή δεν αφορά τις επιχειρήσεις που συνεργάζονται με τη επιχείρηση που είναι συνδεδεμένη με την εξεταζόμενη επιχείρηση, στις οποίες αναφέρεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 6, παράγραφος 3, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361 δεν μπορεί, επομένως, να χρησιμοποιηθεί για τη διακρίβωση των στοιχείων των συνεργαζομένων επιχειρήσεων του δευτέρου εδαφίου της ίδιας αυτής παραγράφου. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361 προορίζεται, όπως σαφώς επισημαίνει το εισαγωγικό του μέρος, «[γ]ια την εφαρμογή της παραγράφου 2» του άρθρου 6 του εν λόγω παραρτήματος και όχι για την εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος αυτού. Εξάλλου, επιβάλλεται η απόρριψη του επιχειρήματος που προέβαλε ο ECHA κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και σύμφωνα με το οποίο, κατ’ ουσίαν, οι όροι «εξεταζόμενη επιχείρηση» μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι καλύπτουν όλες τις επιχειρήσεις των οποίων τα στοιχεία πρέπει να συλλέγονται και, ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση, την A.L.O. Immobilien. Πέραν του ότι η ερμηνεία αυτή δεν είναι σύμφωνη με τον σκοπό της συστάσεως 2003/361, που είναι ο καθορισμός του μεγέθους της εξεταζόμενης επιχειρήσεως και όχι των επιχειρήσεων που διατηρούν δεσμούς με αυτήν, μπορεί να οδηγήσει, σε ορισμένες περιπτώσεις, στον απεριόριστο συνυπολογισμό των στοιχείων επιχειρήσεων που βρίσκονται ανάντη ή κατάντη της εξεταζόμενης επιχειρήσεως, όπερ αναγνώρισε ο ECHA κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση. Μια τέτοια ερμηνεία βαίνει προδήλως πέραν του γράμματος της συστάσεως 2003/361, που αποβλέπει στον συνυπολογισμό, υπό συγκεκριμένα όρια ρητώς προβλεπόμενα στην εν λόγω σύσταση, στοιχείων επιχειρήσεων άλλων από εκείνα της υπό εξέταση επιχειρήσεως.
48
Τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλλει ο ECHA δεν μπορούν να κλονίσουν το συμπέρασμα αυτό.
49
Ειδικότερα, όσον αφορά τη χρήση του όρου «αποκλειστικά» στις περισσότερες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 6, παράγραφος 1, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361 και δη, κατά τον ECHA, στην απόδοση του εν λόγω άρθρου στην ιταλική γλώσσα, επισημαίνεται ότι σκοπός του είναι να γίνει διάκριση μεταξύ μιας ανεξάρτητης επιχειρήσεως, οπότε μόνον οι λογαριασμοί της αποτελούν βάση υπολογισμού, και μιας επιχειρήσεως η οποία δεν είναι ανεξάρτητη, οπότε χρησιμοποιούνται ως βάση οι λογαριασμοί και τα στοιχεία των συνεργαζομένων ή συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Η μη χρήση του όρου «αποκλειστικά» στο άρθρο 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του παραρτήματος της συστάσεως 2003/361 δεν μπορεί, επομένως, να εκληφθεί υπό την έννοια ότι ο ECHA μπορεί να λαμβάνει υπόψη, άνευ περιορισμών, τα στοιχεία των επιχειρήσεων που βρίσκονται ανάντη ή κατάντη της εξεταζόμενης επιχειρήσεως.
50
Όσον αφορά τον οδηγό σχετικά με τον ορισμό των ΜΜΕ, ο οποίος δημοσιεύθηκε από την Επιτροπή στο διαδίκτυο, επισημαίνεται καταρχάς ότι ο οδηγός στον οποίο αναφέρεται ο ECHA με τα δικόγραφά του είναι μεταγενέστερος της προσβαλλομένης αποφάσεως. Περαιτέρω, υπενθυμίζεται ότι τόσο ο κανονισμός 1907/2006, στο άρθρο 3, όσο και ο κανονισμός 340/2008, στην αιτιολογική σκέψη 9 και στο άρθρο 2, παραπέμπουν στη σύσταση 2003/361 για τον καθορισμό των ΜΜΕ και όχι στον οδηγό σχετικά με τον ορισμό των ΜΜΕ. Τέλος, ο εν λόγω οδηγός δεν μπορεί να θίξει τους όρους που χρησιμοποιεί η σύσταση 2003/361, ιδίως από απόψεως της αρχής της ασφάλειας δικαίου.
51
Ως προς το επιχείρημα που προέβαλε ο ECHA ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου ότι η προσφεύγουσα ανήκει σε «όμιλο επιχειρήσεων», και πέραν του ότι ο ECHA δεν διευκρίνισε με ποια νομική βάση μπορούσε να λάβει υπόψη αυτό το ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη υπόθεση, δεν προκύπτει από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, και ειδικότερα από την απόφαση SME(2013) 2249, το ηλεκτρονικό μήνυμα της 17ης Ιουλίου 2013, το έγγραφο της 15ης Οκτωβρίου 2013 και την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ο ECHA επικαλέσθηκε το εν λόγω στοιχείο ως βάση της αιτήσεώς του σχετικά με την Compagnie d’Investissement des Alpes.
52
Κατόπιν του συνόλου των ανωτέρω στοιχείων, κρίνεται ότι η νομική βάση την οποία εν προκειμένω επικαλέσθηκε ο ECHA δεν δικαιολογεί την αίτηση που απηύθυνε στην προσφεύγουσα σχετικά με τη Compagnie d’Investissement des Alpes.
53
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος ακυρώσεως ο οποίος προβάλλεται προς στήριξη της προσφυγής και, κατά συνέπεια, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επί του δευτέρου λόγου ακυρώσεως, ο οποίος αφορά τον παράνομο χαρακτήρα της μη αναγνωρίσεως στην προσφεύγουσα της ιδιότητας της ΜME
54
Η προσφεύγουσα, δεδομένων των επιχειρημάτων που αναπτύχθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, υποστηρίζει ότι ο ECHA όφειλε να λάβει υπόψη το 100 % των δικών της στοιχείων, το 100 % των στοιχείων της I.C.B., το 40 % των στοιχείων της Medini και το 36,66 % των στοιχείων της A.L.O. Immobilien. Τα στοιχεία της Compagnie d’Investissement des Alpes και των τυχόν συνεργαζόμενων με τη Medini επιχειρήσεων δεν ήταν κρίσιμα για τον καθορισμό του μεγέθους της. Ως εκ τούτου, ο ECHA δεν μπορούσε να αρνηθεί τον χαρακτηρισμό της ως ΜΜΕ στηριζόμενος στη μη προσκόμιση των ζητηθέντων εγγράφων που αφορούσαν τις τελευταίες αυτές επιχειρήσεις.
55
Ο ECHA υπενθυμίζει ότι η ερμηνεία της συστάσεως 2003/361, κατά τον τρόπο που προτείνει η προσφεύγουσα, δεν συνάδει ούτε προς τις διατάξεις ούτε προς τους σκοπούς της ούτε περαιτέρω προς τις κατευθύνσεις του οδηγού σχετικά με τον ορισμό των ΜΜΕ. Επομένως, ο ECHA δεν υπέπεσε σε πλάνη εκτιμώντας ότι η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί ΜΜΕ, καθώς δεν ήταν σε θέση να του προσκομίσει όλα τα αναγκαία στοιχεία ώστε να αποδείξει ότι δικαιούνταν να ισχύσουν ως προς αυτήν μειωμένα τέλη καταχωρίσεως.
56
Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η μη προσκόμιση πληροφοριακών στοιχείων σχετικών με την Compagnie d’Investissement des Alpes αποτέλεσε τη δικαιολογητική βάση της προσβαλλομένης αποφάσεως και δη της αρνήσεως του ECHA να εφαρμόσει ως προς την προσφεύγουσα μείωση του τέλους.
57
Όπως, όμως, διαπιστώθηκε στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως, η νομική βάση την οποία ο ECHA προέβαλε εν προκειμένω δεν δικαιολογούσε την αίτηση την οποία απηύθυνε στην προσφεύγουσα σχετικά με την Compagnie d’Investissement des Alpes.
58
Επομένως, ο ECHA υπέπεσε περαιτέρω σε πλάνη εκτιμώντας ότι η μη προσκόμιση πληροφοριακών στοιχείων σχετικών με την Compagnie d’Investissement des Alpes μπορούσε, εν προκειμένω, να αποτελέσει το έρεισμα για την άρνηση εφαρμογής μειωμένου τέλους ως προς την προσφεύγουσα.
59
Κατά συνέπεια, κρίνεται ότι ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως ο οποίος προβλήθηκε προς στήριξη της προσφυγής είναι βάσιμος και διαπιστώνεται ότι, και για τον λόγο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ακυρωτέα.
Επί των δικαστικών εξόδων
60
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο ECHA ηττήθηκε ως προς το ουσιώδες μέρος των αιτημάτων του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της προσφεύγουσας.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Ακυρώνει την απόφαση SME(2013) 3665 του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Χημικών Προϊόντων (ECHA), της 15ης Οκτωβρίου 2013.
2)
Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3)
Καταδικάζει τον ECHA να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων του, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η K Chimica Srl.
Frimodt Nielsen
Dehousse
Collins
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 15 Σεπτεμβρίου 2016.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Amtliche Sprachfassungen
Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.
ČeštinaΕλληνικάEnglishEspañolFrançaisItalianoNederlandsPolskiPortuguêsRomână