EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union
Κοινοτικό σήμα — Αίτηση καταχωρίσεως λεκτικού κοινοτικού σήματος Lembergerland — Απόλυτος λόγος απαραδέκτου — Σήμα για οίνους εμπεριέχον γεωγραφικές ενδείξεις — Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009
ECLI: ECLI:EU:T:2015:486Entscheidung vom: 14.07.2015
ΑΠΌΦΑΣΗ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΔΙΚΑΣΤΗΡΊΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 14ης Ιουλίου 2015 ( *1 )
«Κοινοτικό σήμα — Αίτηση καταχωρίσεως λεκτικού κοινοτικού σήματος Lembergerland — Απόλυτος λόγος απαραδέκτου — Σήμα για οίνους εμπεριέχον γεωγραφικές ενδείξεις — Άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009»
Στην υπόθεση T‑55/14,
Genossenschaftskellerei Rosswag-Mühlhausen eG, με έδρα το Vaihingen an der Enz (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τον H. Steffan, δικηγόρο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γραφείου Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), εκπροσωπούμενο από την A. Poch,
καθού,
με αντικείμενο προσφυγή κατά της αποφάσεως του πρώτου τμήματος προσφυγών του ΓΕΕΑ της 14ης Νοεμβρίου 2013 (υπόθεση R 566/2013‑1), σχετικά με αίτηση καταχωρίσεως του λεκτικού σημείου Lembergerland ως κοινοτικού σήματος,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους H. Kanninen, πρόεδρο, I. Pelikánová και E. Buttigieg (εισηγητή), δικαστές,
γραμματέας: E. Coulon
έχοντας υπόψη το δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 21 Ιανουαρίου 2014,
έχοντας υπόψη το υπόμνημα αντικρούσεως που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 10 Απριλίου 2014,
έχοντας υπόψη ότι οι διάδικοι δεν υπέβαλαν, εντός προθεσμίας ενός μηνός από της κοινοποιήσεως της περατώσεως της έγγραφης διαδικασίας, αίτημα περί καθορισμού ημερομηνίας για τη διεξαγωγή επ’ ακροατηρίου συζητήσεως και αποφασίζοντας, ως εκ τούτου, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 135α του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου της 2ας Μαΐου 1991, να αποφανθεί χωρίς προφορική διαδικασία,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
1
Στις 22 Αυγούστου 2012, η προσφεύγουσα, Genossenschaftskellerei Rosswag-Mühlhausen eG, υπέβαλε αίτηση καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος στο Γραφείο Εναρμονίσεως στο πλαίσιο της Εσωτερικής Αγοράς (εμπορικά σήματα, σχέδια και υποδείγματα) (ΓΕΕΑ), βάσει του κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2009, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ L 78, σ. 1).
2
Το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση συνίσταται στο λεκτικό σημείο Lembergerland.
3
Τα προϊόντα για τα οποία ζητήθηκε η καταχώριση του σήματος εμπίπτουν στην κλάση 33 κατά την έννοια του Διακανονισμού της Νίκαιας, της 15ης Ιουνίου 1957, για τη διεθνή ταξινόμηση των προϊόντων και των υπηρεσιών με σκοπό την καταχώριση σημάτων, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί, και αντιστοιχούν στην ακόλουθη περιγραφή: «οινοπνευματώδη ποτά (εκτός μπίρας)».
4
Με απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2013, ο εξεταστής απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως για τα προμνημονευθέντα στη σκέψη 3 προϊόντα, καθόσον στην περίπτωση του σήματος του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση συνέτρεχε ο απόλυτος λόγος απαραδέκτου που διαλαμβάνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 207/2009.
5
Στις 25 Μαρτίου 2013, η νυν προσφεύγουσα άσκησε ενώπιον του ΓΕΕΑ, βάσει των άρθρων 58 έως 64 του κανονισμού 207/2009, προσφυγή κατά της αποφάσεως του εξεταστή.
6
Με απόφαση της 14ης Νοεμβρίου 2013, το πρώτο τμήμα προσφυγών του ΓΕΕΑ απέρριψε την προσφυγή (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση). Το τμήμα προσφυγών επισήμανε ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση περιείχε τη γεωγραφική ένδειξη Lemberg, η οποία προστατεύεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για οίνους καταγωγής Νοτίου Αφρικής βάσει του άρθρου 8, στοιχείο βʹ, σημείο ii, της Συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής σχετικά με το εμπόριο οίνων (ΕΕ 2002, L 28, σ. 4) (στο εξής: Συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής), σε συνδυασμό με το παράρτημα II της εν λόγω Συμφωνίας, μολονότι ο οίνος τον οποίο αφορούσε το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση δεν προερχόταν από τον συγκεκριμένο τόπο. Έκρινε ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση δεν αποτελούσε απλώς έναν επινοημένο όρο σε σχέση με τη γεωγραφική ένδειξη Lemberg και ότι, για να αιτιολογηθεί η απόρριψη της αιτήσεως καταχωρίσεώς του για τον λόγο που διαλαμβάνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 207/2009, αρκούσε το ότι περιλαμβάνει ή αποτελείται από στοιχεία που καθιστούν δυνατό να προσδιορισθεί μετά βεβαιότητας η γεωγραφική ένδειξη αυτή. Έκρινε επίσης ότι το γεγονός ότι ο όρος «Lemberg» παρέπεμπε σε ένα «estate» (αμπελώνα) και όχι σε περιφέρεια ή περιοχή δεν έθετε εν αμφιβόλω το ότι επρόκειτο για γεωγραφική ένδειξη προστατευόμενη βάσει της Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής. Επισήμανε ότι οι εκ μέρους της προσφεύγουσας παραπομπές σε άλλες προστατευόμενες γεωγραφικές ενδείξεις βάσει της ίδιας Συμφωνίας στερούνταν σημασίας όσον αφορά την εξέταση εν προκειμένω της αιτήσεως καταχωρίσεως. Τέλος, το τμήμα προσφυγών διαπίστωσε ότι το άρθρο 6β της Συμβάσεως των Παρισίων για την προστασία της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, της 20ής Μαρτίου 1883, όπως έχει αναθεωρηθεί και τροποποιηθεί (στο εξής: Σύμβαση των Παρισίων) δεν είχε εν προκειμένω εφαρμογή, καθόσον απλώς προβλέπει την απαγόρευση καταχωρίσεως σημάτων όσον αφορά τα κρατικά εμβλήματα, τα επίσημα σημεία ελέγχου και τα εμβλήματα των διακυβερνητικών οργανισμών.
Αιτήματα των διαδίκων
7
Η προσφεύγουσα ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
—
να υποχρεώσει το ΓΕΕΑ να δεχθεί την αίτηση καταχωρίσεως του σήματος·
—
να καταδικάσει το ΓΕΕΑ στα δικαστικά έξοδα.
8
Το ΓΕΕΑ ζητεί από το Γενικό Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
9
Προς στήριξη της προσφυγής της, η προσφεύγουσα προβάλλει έναν μόνο λόγο ακυρώσεως, ο οποίος αντλείται από παράβαση του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 207/2009, και υποστηρίζει ότι κακώς το τμήμα προσφυγών απέρριψε την αίτηση καταχωρίσεως του σήματος κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως αυτής. Αφενός, διατείνεται, κατ’ ουσίαν, ότι η ονομασία Lemberg, προσδιορίζουσα απλώς έναν αμπελώνα, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αποτελεί γεωγραφική ένδειξη, ιδίως κατά την έννοια του κανονισμού 479/2008 του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2008, για την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) 1493/1999, (ΕΚ) 1782/2003, (ΕΚ) 1290/2005 και (ΕΚ) 3/2008 και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) 2392/86 και (ΕΚ) 1493/1999 (ΕΕ L 148, σ. 1). Αφετέρου, υποστηρίζει ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση αποτελείται από έναν επινοημένο όρο, ο οποίος δεν συμπίπτει με την ονομασία Lemberg και, επομένως, δεν δύναται να παραπλανήσει το ενδιαφερόμενο κοινό όσον αφορά την «ύπαρξη σχέσεως μεταξύ του χρήστη και του οργανισμού», κατά την έννοια της Συμβάσεως των Παρισίων.
10
Το ΓΕΕΑ αμφισβητεί τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
11
Κατά το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 207/2009, δεν γίνονται δεκτά προς καταχώριση τα σήματα για οίνους που εμπεριέχουν ή αποτελούνται από γεωγραφικές ενδείξεις που σκοπούν να προσδιορίσουν οίνους, σε περίπτωση κατά την οποία οι οίνοι αυτοί δεν έχουν τη συγκεκριμένη καταγωγή.
12
Η προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων όσον αφορά τους οίνους διασφαλίζεται, αφενός, με τους κανονισμούς της Ένωσης, ιδίως δε με αυτούς που αφορούν την κοινή οργάνωση της αμπελοοινικής αγοράς, και, αφετέρου, με διμερείς συμβάσεις που έχουν συναφθεί από την Ένωση και τα τρίτα κράτη σχετικά με το εμπόριο οίνων [βλ., σχετικώς, απόφαση της 11ης Μαΐου 2010, Abadía Retuerta κατά ΓΕΕΑ (CUVÉE PALOMAR), T‑237/08, Συλλογή, EU:T:2010:185, σκέψεις 73 και 104 έως 108].
13
Κατά το άρθρο 8, στοιχείο βʹ, σημείο ii, της Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, προστατεύονται εντός της Ένωσης, όσον αφορά τους οίνους καταγωγής Νότιας Αφρικής, οι γεωγραφικές ενδείξεις που μνημονεύονται στο παράρτημα ΙΙ. Στο παράρτημα II, υπό τον τίτλο «Κατάλογος γεωγραφικών ενδείξεων», της εν λόγω Συμφωνίας, σημείο B, «Γεωγραφικές ενδείξεις των οίνων καταγωγής Νότιας Αφρικής», σημείο B 2, «Ονόματα περιοχών, districts, wards, estates», σημείο B 2.3, «Παράκτια περιοχή», σημείο B 2.3.7, «District Tulbagh», σημείο B 2.3.7, στοιχείο βʹ, «Estates», μνημονεύεται ρητώς ο όρος Lemberg.
14
Το τμήμα προσφυγών έκρινε εξ αυτού, στα σημεία 13 και 18 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο όρος Lemberg αποτελεί προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη βάσει της εν λόγω Συμφωνίας. Επισημαίνοντας ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση για «οινοπνευματώδη ποτά (εκτός μπίρας)», της κλάσεως 33, περιείχε αυτή την προστατευόμενη όσον αφορά τους οίνους γεωγραφική ένδειξη, χωρίς εντούτοις ο οίνος τον οποίο προσδιόριζε να είναι καταγωγής του τόπου προελεύσεως που προσδιορίζεται με την εν λόγω γεωγραφική ένδειξη, το τμήμα προσφυγών επικύρωσε την απόφαση του εξεταστή και απέρριψε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 207/2009, την αίτηση καταχωρίσεως για τα προϊόντα της κλάσεως 33.
15
Πρώτον, η προσφεύγουσα αμφισβητεί την εκτίμηση αυτή, διατεινόμενη ότι ο όρος «Lemberg» δηλώνει απλώς έναν αμπελώνα και, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως γεωγραφική ένδειξη. Παραπέμπει συναφώς στον ορισμό του όρου «γεωγραφική ένδειξη» που περιλαμβάνεται στο άρθρο 34, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 479/2008.
16
Πρέπει να επισημανθεί συναφώς, όπως επισήμανε και το τμήμα προσφυγών, ότι ο όρος Lemberg αποτελεί εντός της Ένωσης προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη για οίνους καταγωγής Νότιας Αφρικής βάσει των διατάξεων της Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, οι οποίες μνημονεύθηκαν στην ανωτέρω σκέψη 13. Αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται η προσφεύγουσα, το γεγονός ότι η ονομασία αυτή παραπέμπει σε ένα «estate» (αμπελώνα) και όχι σε περιοχή, δήμο ή περιφέρεια δικαιοδοσίας δεν αναιρεί το ότι προστατεύεται ρητώς ως γεωγραφική ένδειξη βάσει της εν λόγω Συμφωνίας.
17
Πράγματι, όπως διατείνεται το ΓΕΕΑ, ουδόλως προκύπτει από την ίδια τη Συμφωνία ότι ενδέχεται οι αμπελώνες που μνημονεύονται στο παράρτημά του II να μην τυγχάνουν της ιδίας προστασίας βάσει του άρθρου 8, στοιχείο βʹ, σημείο ii, της Συμφωνίας, με τις περιοχές, τις περιφέρειες δικαιοδοσίας (districts) ή τις αμπελουργικές περιοχές (wards) που μνημονεύονται στην ίδια διάταξη.
18
Επιπλέον, όπως ορθώς επισημαίνει το ΓΕΕΑ, όσον αφορά τον ορισμό της «γεωγραφικής ενδείξεως», το άρθρο 3, στοιχείο βʹ, της Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής παραπέμπει στο άρθρο 22, παράγραφος 1, της Συμφωνίας για τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας στον τομέα του εμπορίου η οποία περιλαμβάνεται στο παράρτημα 1Γ της Συμφωνίας για την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) που υπογράφηκε στο Μαρακές στις 15 Απριλίου 1994 και εγκρίθηκε με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ L 336, σ. 1), (στο εξής: Συμφωνία ΔΠΙΤΕ). Η δεύτερη αυτή διάταξη προβλέπει ότι ως γεωγραφικές ενδείξεις «νοούνται οι ενδείξεις με τις οποίες επισημαίνεται ότι ένα αγαθό κατάγεται από το έδαφος κάποιου μέλους ή από συγκεκριμένη περιοχή της επικράτειας ενός μέλους ή ακόμη από συγκεκριμένο τόπο σε κάποιο μέλος, εφόσον από τη γεωγραφική καταγωγή του προϊόντος συναρτώνται σε μεγάλο βαθμό η ποιότητα, η φήμη και τα λοιπά χαρακτηριστικά του εν λόγω αγαθού». Ουδόλως συνάγεται ότι «τόπο» κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να συνιστά και ένας αμπελώνας κι ότι η έννοια του «τόπου» θα έπρεπε να περιορισθεί ώστε να δηλώνει περιοχή αναλόγως τους μεγέθους της ή της επίσημης διοικητικής υποδιαιρέσεώς της.
19
Η ετυμολογική εξήγηση τοπωνυμίου, τα γεωγραφικά και ιστορικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των τοπωνυμίων, τα παραδείγματα διαφόρων τοπωνυμίων με τη λέξη Lemberg στη Γερμανία, τα οποία επικαλέσθηκε η προσφεύγουσα, και η επισήμανση σχετικά με την προέλευση της ονομασίας Lemberg ως παραπέμπουσας σε πόλη ευρισκόμενη στην Ουκρανία δεν αναιρούν την κρίση περί του ότι η λέξη Lemberg αποτελεί γεωγραφική ένδειξη που προστατεύεται βάσει της Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 16 έως 18 ανωτέρω.
20
Τα αυτά ισχύουν και όσον αφορά το επιχείρημα που προτίθεται να αντλήσει η προσφεύγουσα από τον ορισμό της «γεωγραφικής ενδείξεως», κατά το άρθρο 34, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 479/2008. Συγκεκριμένα, ο όρος Lemberg δεν αποτελεί γεωγραφική ένδειξη προστατευόμενη κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 36 του κανονισμού 479/2008, αλλά βάσει της Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, η οποία παραπέμπει, όσον αφορά τον ορισμό της «γεωγραφικής ενδείξεως», στο άρθρο 22, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ, όπως επισημάνθηκε στη σκέψη 18 ανωτέρω. Ως εκ τούτου, ο κανονισμός 479/2008 δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω προκειμένου να εξετασθεί αν η λέξη Lemberg πρέπει να χαρακτηρισθεί ως γεωγραφική ένδειξη κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 207/2009. Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθώς υποστηρίζει το ΓΕΕΑ, ο ορισμός της «γεωγραφικής ενδείξεως» κατά το άρθρο 34, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 479/2008 δεν έρχεται σε αντίθεση με εκείνον του άρθρου 22, παράγραφος 1, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ.
21
Δεύτερον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι το σήμα Lembergerland του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση δεν αντιστοιχεί στη γεωγραφική ένδειξη Lemberg, η οποία μνημονεύεται στη Συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, αλλά συνιστά επινοημένο όρο, αποτελούμενο από δύο τυχαίως επιλεγείσες λέξεις και από δεκατρία γράμματα, εκ των οποίων επτά μόνον συμπίπτουν με την εν λόγω γεωγραφική ένδειξη. Κατά την προσφεύγουσα, το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση έχει ιδιαίτερο σημασιολογικό περιεχόμενο που δηλώνει «χώρα βουνών και ελών» και δεν έχει ως σκοπό να προκαλέσει «την εντύπωση ότι προέρχεται από τον μικρότερο αμπελώνα της επαρχίας του Δυτικού Ακρωτηρίου, στη Νότια Αφρική».
22
Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί, όπως έπραξε και το τμήμα προσφυγών στο σημείο 16 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατά τη νομολογία, για να τύχει εφαρμογής ο λόγος απαραδέκτου που διαλαμβάνεται στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 207/2009, αρκεί το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση να περιέχει ή να αποτελείται από γεωγραφική ένδειξη ή από στοιχεία που παρέχουν τη δυνατότητα να προσδιορισθεί μετά βεβαιότητας η επίμαχη γεωγραφική ένδειξη (βλ., σχετικώς, προμνημονευθείσα στη σκέψη 12 απόφαση CUVÉE PALOMAR, EU:T:2010:185, σκέψεις 125 και 131).
23
Εν προκειμένω, το σημείο Lembergerland του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση ως σήματος είναι λέξη περιέχουσα μεταξύ άλλων την προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη Lemberg, η οποία μπορεί να προσδιορισθεί ευχερώς εντός του σημείου αυτού, στοιχείο που δεν αμφισβητεί κατά τα λοιπά η προσφεύγουσα.
24
Αντιθέτως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση, θεωρούμενο συνολικά, δεν δύναται να προκαλέσει σύγχυση με την επίμαχη γεωγραφική ένδειξη, διότι έχει διαφορετικό σημασιολογικό περιεχόμενο από αυτή (βλ. σκέψη 21 ανωτέρω).
25
Όπως, όμως, ορθώς επισήμανε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 17 της προσβαλλομένης αποφάσεως παραπέμποντας στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3288/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την τροποποίηση του κανονισμού (EK) 40/94 σχετικά με το κοινοτικό σήμα για την εφαρμογή των συμφωνιών που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο του Γύρου της Ουρουγουάης (ΕΕ L 349, σ. 83), με τον οποίο εισήχθη το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού (ΕΚ) 40/94 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για το κοινοτικό σήμα (ΕΕ 1994, L 11, σ. 1) (νυν άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 207/2009), απορρίπτεται η αίτηση καταχωρίσεως σήματος εφόσον αυτό εμπεριέχει ή αποτελείται από γεωγραφική ένδειξη, ανεξαρτήτως του ζητήματος αν το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση δύναται να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως προς την προέλευση των οίνων που προσδιορίζει.
26
Συγκεκριμένα, με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3288/94 διευκρινίζεται ότι το άρθρο 23, παράγραφος 2, της Συμφωνίας ΔΠΙΤΕ προβλέπει την απόρριψη αιτήσεως καταχωρίσεως ή την ακύρωση σημάτων που περιέχουν ή συνίστανται σε ψευδείς γεωγραφικές ενδείξεις οίνων, χωρίς να απαιτείται τα σήματα αυτά να δύνανται να εξαπατήσουν το κοινό. Επομένως, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 207/2009 λόγος απαραδέκτου τυγχάνει εφαρμογής χωρίς να είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη το ζήτημα αν τα σήματα των οποίων ζητήθηκε η καταχώριση δύνανται να παραπλανήσουν το κοινό ή αν προκαλούν κίνδυνο συγχύσεως του κοινού όσον αφορά την καταγωγή του προϊόντος (προμνημονευθείσα στη σκέψη 12 απόφαση CUVÉE PALOMAR, EU:T:2010:185, σκέψεις 119 και 120).
27
Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές και το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι δεν μπορεί να απορριφθεί η εκ μέρους της αίτηση καταχωρίσεως σήματος, καθόσον «δεν [δύναται] να εξαπατά το κοινό ως προς την ύπαρξη δεσμού μεταξύ του χρήστη και του οργανισμού», κατά την έννοια του άρθρου 6β, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, της Συμβάσεως των Παρισίων. Συγκεκριμένα, όπως επισήμανε το τμήμα προσφυγών στο σημείο 23 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η διάταξη αυτή δεν έχει εν προκειμένω εφαρμογή, καθόσον το άρθρο 6β της Συμβάσεως των Παρισίων αφορά αποκλειστικώς την απαγόρευση χρήσεως ως σημάτων των θυρεών, σημαιών και λοιπών κρατικών εμβλημάτων των χωρών της Ένωσης, των σημείων και επισημάτων ελέγχου και γνησιότητας που χρησιμοποιούνται από τις χώρες αυτές, καθώς και των αντιστοίχων εμβλημάτων των διεθνών διακυβερνητικών οργανισμών, και όχι την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων.
28
Εν πάση περιπτώσει, αντιθέτως προς ό,τι διατείνεται η προσφεύγουσα, τα πρόσθετα γράμματα που συναποτελούν το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση δεν δύνανται να του προσδώσουν τον χαρακτήρα του επινοημένου σε σχέση με τη γεωγραφική ένδειξη Lemberg, καθόσον ο όρος «lemberger» είναι, στη γερμανική γλώσσα, επίθετο σχηματιζόμενο με βάση τον όρο «Lemberg», ο δε όρος «Land» δηλώνει στην ίδια γλώσσα την «περιοχή, περιφέρεια», στοιχείο που καθιστά δυνατό το σημείο του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση να εκληφθεί ως παραπέμπον σε κάποια «περιφέρεια του Lemberg» ή «περιοχή του Lemberg», όπως ορθώς επισήμανε το ΓΕΕΑ. Επομένως, το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση δεν έχει ιδιαίτερο και αυτοτελές σημασιολογικό περιεχόμενο ώστε να διακρίνεται ουσιωδώς από εκείνο της γεωγραφικής ενδείξεως Lemberg.
29
Ως εκ τούτου, αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει η προσφεύγουσα, ορθώς έκρινε το τμήμα προσφυγών ότι το σήμα Lembergerland του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση εμπεριέχει ή αποτελείται από τη γεωγραφική ένδειξη Lemberg, η οποία προστατεύεται βάσει της Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής όσον αφορά τους οίνους της προελεύσεως αυτής. Τα προϊόντα που αφορά το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση περιλαμβάνουν και τον οίνο, χωρίς η προσφεύγουσα να διατείνεται ότι πρόκειται για οίνο καταγωγής Lemberg. Ως εκ τούτου, ορθώς έκρινε το τμήμα προσφυγών ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του απόλυτου λόγου απαραδέκτου τον οποίο προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 207/2009.
30
Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από τα λοιπά επιχειρήματα της προσφεύγουσας.
31
Πρώτον, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι το τμήμα προσφυγών δεν έλαβε υπόψη την καταχώριση του σήματος Lembergerland στη Γερμανία.
32
Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, το κοινοτικό καθεστώς σημάτων συνιστά αυτοτελές σύστημα, αποτελούμενο από σύστημα κανόνων και έχον σκοπούς που προσιδιάζουν σε αυτό, η δε εφαρμογή του είναι ανεξάρτητη από κάθε εθνικό σύστημα. Το ΓΕΕΑ και, ενδεχομένως, τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης δεν δεσμεύονται, επομένως, από εκδοθείσα σε κράτος μέλος της Ένωσης απόφαση, με την οποία έγινε δεκτό ότι το ίδιο σημείο μπορεί να καταχωρισθεί ως εθνικό σήμα. Οι υφιστάμενες καταχωρίσεις στα κράτη μέλη της Ένωσης αποτελούν απλώς πραγματικό περιστατικό, το οποίο μπορεί να λαμβάνεται υπόψη στο πλαίσιο της καταχωρίσεως κοινοτικού σήματος, το δε σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικώς βάσει της εφαρμοστέας κοινοτικής νομοθεσίας. Επομένως, το ΓΕΕΑ δεν υποχρεούται να προβαίνει στη ζητούμενη καταχώριση σήματος λόγω της υπάρξεως αποφάσεως περί καταχωρίσεως εκ μέρους της αρμόδιας στον τομέα των σημάτων εθνικής αρχής [βλ., σχετικώς, προμνημονευθείσα στη σκέψη 12 απόφαση CUVÉE PALOMAR, EU:T:2010:185, σκέψεις 137 και 138 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και απόφαση της 16ης Μαΐου 2013, Restoin κατά ΓΕΕΑ (EQUIPMENT), T‑356/11, EU:T:2013:253, σκέψη 74 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
33
Ως εκ τούτου, όπως επισημαίνει το ΓΕΕΑ, το γεγονός ότι το σήμα του οποίου ζητείται η καταχώριση έχει καταχωρισθεί στη Γερμανία δεν δύναται να θέσει εν αμφιβόλω τη νομιμότητα της αποφάσεως του τμήματος προσφυγών.
34
Δεύτερον, η προσφεύγουσα διατείνεται ότι το ΓΕΕΑ παρέβη την αρχή της ισότητας. Επισημαίνει ότι, στη Συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, μνημονεύονται πλείονες γεωγραφικές ενδείξεις εμπεριέχουσες ή αποτελούμενες από το στοιχείο «fisch» ή «sonne», μολονότι υφίστανται πολυάριθμα καταχωρισμένα σήματα για προϊόντα της κλάσεως 33 τα οποία περιλαμβάνουν το ένα εκ των δύο αυτών στοιχείων.
35
Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι οι αποφάσεις τις οποίες λαμβάνουν τα τμήματα προσφυγών του ΓΕΕΑ, δυνάμει του κανονισμού 207/2009, όσον αφορά την καταχώριση σημείου ως κοινοτικού σήματος, εμπίπτουν στην άσκηση δεσμίας αρμοδιότητας και όχι διακριτικής ευχέρειας. Ως εκ τούτου, όπως ορθώς επισημαίνει το ΓΕΕΑ, η νομιμότητα των αποφάσεων των τμημάτων προσφυγών πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικώς βάσει του κανονισμού αυτού, όπως έχει ερμηνευθεί από τα δικαιοδοτικά όργανα της Ένωσης, και όχι βάσει προγενέστερης πρακτικής [βλ. αποφάσεις της 26ης Απριλίου 2007, Alcon κατά ΓΕΕΑ, C‑412/05 P, Συλλογή, EU:C:2007:252, σκέψη 65 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία, και της 2ας Μαΐου 2012, Universal Display κατά ΓΕΕΑ (UniversalPHOLED), T‑435/11, EU:T:2012:210, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία].
36
Επιπλέον, η τήρηση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να συμβιβάζεται με την τήρηση της αρχής της νομιμότητας (απόφαση της 10ης Μαρτίου 2011, Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, C‑51/10 P, Συλλογή, EU:C:2011:139, σκέψη 75). Κατά τα λοιπά, για λόγους ασφαλείας δικαίου και χρηστής διοικήσεως, η εξέταση κάθε αιτήσεως καταχωρίσεως πρέπει να είναι αυστηρή και πλήρης και να διενεργείται κατά περίπτωση (προμνημονευθείσα απόφαση Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, EU:C:2011:139, σκέψη 77).
37
Εν προκειμένω, πρέπει να επισημανθεί, αφενός, ότι το τμήμα προσφυγών δεν υπέπεσε σε πλάνη αποφαινόμενο ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, στοιχείο ιʹ, του κανονισμού 207/2009, όπως προκύπτει από τη σκέψη 29 ανωτέρω. Αφετέρου, τα κοινοτικά σήματα στα οποία παραπέμπει η προσφεύγουσα, χωρίς, πάντως, να μνημονεύει συγκεκριμένα παραδείγματα, περιλαμβάνουν ενδεχομένως γεωγραφικές ενδείξεις εμπεριέχουσες ή αποτελούμενες από το στοιχείο «fisch» ή «sonne» και όχι από το στοιχείο «lemberg». Η εκκρεμούσα ενώπιον του τμήματος προσφυγών διαδικασία, όμως, δεν αφορούσε τις γεωγραφικές ενδείξεις που εμπεριέχουν ή αποτελούνται από το στοιχείο «fisch» ή «sonne» και οι οποίες προστατεύονται επίσης βάσει της Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, όπως ορθώς επισημάνθηκε στο σημείο 20 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Επομένως, τα πραγματικά στοιχεία δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, παρεμφερή εκείνων της υπό κρίση υποθέσεως.
38
Ως εκ τούτου, η προσφεύγουσα δεν μπορούσε να επικαλεσθεί βασίμως, προκειμένου να θέσει εν αμφιβόλω την κρίση του τμήματος προσφυγών στην προσβαλλόμενη απόφαση, προγενέστερες αποφάσεις του ΓΕΕΑ σχετικά με την καταχώριση ως κοινοτικών σημάτων σημείων που εμπεριείχαν ή αποτελούνταν από τα στοιχεία «fisch» ή «sonne» (βλ., σχετικώς, προμνημονευθείσα στη σκέψη 36 απόφαση Agencja Wydawnicza Technopol κατά ΓΕΕΑ, EU:C:2011:139, σκέψεις 78 και 79, και προμνημονευθείσα στη σκέψη 35 απόφαση UniversalPHOLED, EU:T:2012:210, σκέψη 39).
39
Τρίτον, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι η προστασία της νοτιοαφρικανικής γεωγραφικής ενδείξεως Lemberg δεν εμπόδισε την προστασία ως γεωγραφικής ενδείξεως του αυστριακού αμπελώνα της St. Magdalena am Lemberg, κατά την ίδια Συμφωνία μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής. Συνάγει εξ αυτού ότι το σήμα του οποίου ζητήθηκε η καταχώριση θα έπρεπε να μπορούσε να καταχωρισθεί σύμφωνα με τις ίδιες αρχές βάσει των οποίων έγινε δεκτό ότι δεν υπήρχε σύγκρουση μεταξύ των δύο προμνημονευθεισών γεωγραφικών ενδείξεων.
40
Συναφώς, ορθώς επισήμανε το τμήμα προσφυγών, στο σημείο 21 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι, ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίσταται περίπτωση ομωνυμίας μεταξύ των εν λόγω γεωγραφικών ενδείξεων, θα πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της Συμφωνίας μεταξύ της Κοινότητας και της Δημοκρατίας της Νότιας Αφρικής, να γίνει δεκτό ότι οι δύο ενδείξεις προστατεύονται λόγω της παραδοσιακής και διαρκούς χρήσεώς τους και του ότι δεν δύνανται να παραπλανήσουν τον καταναλωτή. Η εκτίμηση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή. Ομοίως, ορθώς επισήμανε το τμήμα προσφυγών ότι, εν πάση περιπτώσει, αυτό το φερόμενο ως νομικό ζήτημα δεν αποτελούσε ωστόσο αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
41
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, πρέπει να απορριφθεί ο μόνος λόγος ακυρώσεως και, ως εκ τούτου, η προσφυγή στο σύνολό της, χωρίς να απαιτείται να αποφανθεί το Γενικό Δικαστήριο επί της ενστάσεως απαραδέκτου που ήγειρε το ΓΕΕΑ όσον αφορά το δεύτερο των αιτημάτων.
Επί των δικαστικών εξόδων
42
Κατά το άρθρο 134, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Γενικού Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με το αίτημα του ΓΕΕΑ.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πρώτο τμήμα)
αποφασίζει:
1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει την Genossenschaftskellerei Rosswag-Mühlhausen eG στα δικαστικά έξοδα.
Kanninen
Pelikánová
Buttigieg
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 14 Ιουλίου 2015.
(υπογραφές)
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Amtliche Sprachfassungen
Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.
ČeštinaΕλληνικάEnglishEspañolFrançaisItalianoNederlandsPolskiPortuguêsRomână