Zum Inhalt springen

EU-Rechtsprechung · Gericht der Europäischen Union

Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Αυτοδίκαιη συνταξιοδότηση — Άρθρο 23, παράγραφος 1, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ — Ηλικία συνταξιοδοτήσεως — Άρνηση παρατάσεως της παραμονής στην υπηρεσία — Άρθρο 52, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ — Συμφέρον της υπηρεσίας

ECLI: ECLI:EU:F:2015:48Entscheidung vom: 18.05.2015

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ (δεύτερο τμήμα) της 18ης Μαΐου 2015 ( *1 ) «Υπαλληλική υπόθεση — Υπάλληλοι — Αυτοδίκαιη συνταξιοδότηση — Άρθρο 23, παράγραφος 1, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ — Ηλικία συνταξιοδοτήσεως — Άρνηση παρατάσεως της παραμονής στην υπηρεσία — Άρθρο 52, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ — Συμφέρον της υπηρεσίας» Στην υπόθεση F‑36/14, με αντικείμενο προσφυγή‑αγωγή ασκηθείσα δυνάμει του άρθρου 270 ΣΛΕΕ, το οποίο έχει εφαρμογή στη Συνθήκη EKAE βάσει του άρθρου 106α της Συνθήκης αυτής, Hartwig Bischoff, πρώην υπάλληλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κάτοικος Βρυξελλών (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από τους C. Bernard Glanz και A. Blot, δικηγόρους, προσφεύγων‑ενάγων, κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τον J. Currall και την C. Ehrbar, καθής‑εναγομένης, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα), συγκείμενο από τους K. Bradley (εισηγητή), πρόεδρο, H. Kreppel και I. Rofes i Pujol, δικαστές, γραμματέας: P. Cullen, υπάλληλος διοικήσεως, έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 13ης Ιανουαρίου 2015, εκδίδει την ακόλουθη Απόφαση 1 Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 18 Απριλίου 2014, ο H. Bischoff ζητεί την ακύρωση της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (στο εξής: ΑΔΑ) της 28ης Μαρτίου 2014, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του περί παρατάσεως της παραμονής του στην υπηρεσία και, ως εκ τούτου, επιβεβαιώθηκε η αυτοδίκαιη συνταξιοδότησή του από 1ης Ιουνίου 2014. Ο H. Bischoff ζητεί επίσης την αποκατάσταση των πραγματικών ή δυνητικών ζημιών από την απόφαση αυτή. Το νομικό πλαίσιο 2 Το άρθρο 52 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την τελευταία τροποποίησή του με τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 1023/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Οκτωβρίου 2013, για την τροποποίηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του καθεστώτος που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: KYK), ορίζει τα εξής: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 50 [του ΚΥΚ], ο υπάλληλος συνταξιοδοτείται: α) αυτοδικαίως, την [τελευταία] ημέρα του μήνα κατά τον οποίο συμπληρώνει το 66ο έτος της ηλικίας του, […] Ωστόσο, ο υπάλληλος μπορεί, κατόπιν αιτήσεώς του και υπό τον όρο ότι η [ΑΔΑ] το κρίνει δικαιολογημένο από το συμφέρον της υπηρεσίας, να εξακολουθήσει να εργάζεται μέχρι την ηλικία των 67 ετών, ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις μέχρι την ηλικία των 70 ετών, οπότε συνταξιοδοτείται αυτοδικαίως την τελευταία ημέρα του μήνα κατά τον οποίο συμπληρώνει την ηλικία αυτή. […]» 3 Ωστόσο, το άρθρο 23, παράγραφος 1, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ προβλέπει τα εξής: «Όταν εφαρμόζεται το άρθρο 52, [πρώτη παράγραφος], στοιχείο α), του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 50 [του ΚΥΚ], ο υπάλληλος που υπηρετούσε πριν από την 1η Ιανουαρίου 2014 συνταξιοδοτείται αυτοδικαίως την τελευταία ημέρα του μήνα κατά τον οποίο συμπληρώνει το 65ο έτος της ηλικίας του [...]». Ιστορικό της διαφοράς 4 Ο προσφεύγων‑ενάγων [στο εξής: προσφεύγων] ανέλαβε καθήκοντα στην υπηρεσία της Γενικής Διευθύνσεως (ΓΔ) «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία» της Επιτροπής την 1η Ιουνίου 1994. Κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής‑αγωγής του ήταν υπάλληλος με βαθμό AD 12 και εργαζόταν στο τμήμα «Διαστημική πολιτική και έρευνα» της διευθύνσεως G «Αεροδιαστημική και ναυτική βιομηχανία και βιομηχανία ασφαλείας και άμυνας». 5 Όταν ο προσφεύγων συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας του, τον Μάιο 2014, ζήτησε με υπηρεσιακό σημείωμα που απηύθυνε στον γενικό διευθυντή της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία» στις 8 Ιανουαρίου 2014 την παράταση της παραμονής του στην υπηρεσία μέχρι τον Μάιο 2016 (στο εξής: αίτηση περί παραμονής στην υπηρεσία). 6 Με υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Φεβρουαρίου 2014 (στο εξής: υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Φεβρουαρίου 2014), ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία» ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι, κατά τη γνώμη του, το συμφέρον της υπηρεσίας δεν δικαιολογούσε θετική απάντηση στην αίτησή του και του ανέφερε ότι διαβίβαζε τόσο την αίτηση όσο και τη δική του γνώμη στη ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι και ασφάλεια» (στο εξής: ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι»), η οποία αποτελεί την ΑΔΑ σε τέτοιου είδους υποθέσεις. 7 Με υπηρεσιακό σημείωμα της 10ης Φεβρουαρίου 2014 το οποίο απηύθυνε στον γενικό διευθυντή της ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι», ο προσφεύγων αμφισβήτησε τη γνώμη του γενικού διευθυντή της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία». 8 Με υπηρεσιακό σημείωμα της 28ης Μαρτίου 2014, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι» ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι, κατά τη γνώμη του, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία» είχε τηρήσει όλους τους κανόνες κατά την εξέταση της αιτήσεώς του περί παραμονής στην υπηρεσία. 9 Με υπηρεσιακό σημείωμα της ίδιας ημέρας, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι» ενημέρωσε τον γενικό διευθυντή της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία» για την απόφασή του να απορρίψει την αίτηση του προσφεύγοντος περί παραμονής στην υπηρεσία, επιβεβαιώνοντας έτσι τη συνταξιοδότηση του τελευταίου την 1η Ιουνίου 2014 (στο εξής: απόφαση της 28ης Μαρτίου 2014 ή επίδικη απόφαση). Ως αιτιολογίες της αποφάσεως αυτής προβλήθηκαν η αυξανόμενη μεταφορά της διαχειρίσεως προγραμμάτων προς τις εκτελεστικές υπηρεσίες και ο περιορισμός του προσωπικού και οι συνέπειες του περιορισμού αυτού για τη ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία», συμπεριλαμβανομένου του τομέα της διαστημικής έρευνας. 10 Ο προσφεύγων ενημερώθηκε για την απόφαση της 28ης Μαρτίου 2014 με υπηρεσιακό σημείωμα της 7ης Απριλίου 2014 του ασκούντος καθήκοντα διευθυντή της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία» (στο εξής: υπηρεσιακό σημείωμα της 7ης Απριλίου 2014). 11 Στις 18 Απριλίου 2014, ο προσφεύγων άσκησε διοικητική ένσταση κατά της «αποφάσεως […] της 28ης Μαρτίου 2014 […], καθώς και του [υπηρεσιακού σημειώματος] της 7ης Απριλίου 2014 […]», και, την ίδια ημέρα, ζήτησε την αναστολή της εκτελέσεως των δύο αυτών πράξεων. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης της 22ας Μαΐου 2014, Bischoff κατά Επιτροπής (F‑36/14 R, EU:F:2014:112). 12 Με υπηρεσιακό σημείωμα της 21ης Μαΐου 2014, ο προσφεύγων ενημερώθηκε για την απόφαση του γενικού διευθυντή της ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι» περί παραμονής του στην υπηρεσία μέχρι τις 30 Ιουνίου 2014. Στις 27 Ιουνίου 2014, η ΑΔΑ αποφάσισε ότι ο προσφεύγων θα παρέμενε στην υπηρεσία για έναν επιπλέον μήνα, μέχρι τις 31 Ιουλίου 2014. Τέλος, με τρίτη απόφαση της 29ης Ιουλίου 2014, η οποία ανακλήθηκε και αντικαταστάθηκε με απόφαση της 31ης Ιουλίου 2014, η παραμονή του προσφεύγοντος στην υπηρεσία παρατάθηκε μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2014. Ως αιτιολογία των αποφάσεων αυτών προβλήθηκε το γεγονός ότι ο προσφεύγων είχε θέσει υποψηφιότητα για μια θέση στην «Ομάδα υποστηρίξεως για την Ουκρανία», την οποία συγκροτούσε τότε η Επιτροπή. 13 Με απόφαση της 25ης Ιουλίου 2014, η ΑΔΑ απέρριψε τη διοικητική ένσταση (στο εξής: απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως). Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στο Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης στις 31 Ιουλίου 2014. 14 Με ηλεκτρονικό μήνυμα της 26ης Σεπτεμβρίου 2014, ο προσφεύγων ενημερώθηκε ότι δεν είχε επιλεγεί για τη θέση στην «Ομάδα υποστηρίξεως για την Ουκρανία». 15 Με υπηρεσιακό σημείωμα της 30ής Σεπτεμβρίου 2014, ο προσφεύγων ενημερώθηκε ότι θα άρχιζε να λαμβάνει τη σύνταξή του από 1ης Οκτωβρίου 2014. 16 Με επιστολή που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στις 31 Οκτωβρίου 2014, ο προσφεύγων ζήτησε να του παρασχεθεί η δυνατότητα να προσαρμόσει τα αρχικά του αιτήματα έτσι ώστε με την προσφυγή‑αγωγή του να ζητείται η ακύρωση όλων των πράξεων που εξέδωσε η Επιτροπή μετά την άσκηση της προσφυγής-αγωγής του. 17 Με επιστολή της Γραμματείας της 14ης Νοεμβρίου 2014, οι διάδικοι ενημερώθηκαν ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης επιφυλασσόταν να εκδώσει απόφαση επί της αιτήσεως που υπέβαλε ο προσφεύγων στις 31 Οκτωβρίου 2014. Με την ίδια επιστολή, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ζήτησε από τον προσφεύγοντα ορισμένες διευκρινίσεις σχετικά με τα αιτήματα που περιλαμβάνονταν στην εν λόγω αίτηση. Αιτήματα των διαδίκων και διαδικασία 18 Με το δικόγραφο της προσφυγής‑αγωγής, ο προσφεύγων ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης: — να ακυρώσει την απόφαση της 28ης Μαρτίου 2014, μαζί με το υπηρεσιακό σημείωμα της 7ης Απριλίου 2014, — να αποκαταστήσει τις ζημίες που προκλήθηκαν ή θα μπορούσαν να προκληθούν από την απόφαση της 28ης Μαρτίου 2014 και από το υπηρεσιακό σημείωμα της 7ης Απριλίου 2014, — να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα. 19 Με την επιστολή του της 31ης Οκτωβρίου 2014, ο προσφεύγων διατυπώνει αιτήματα για την ακύρωση: — της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, — της αποφάσεως της 21ης Μαΐου 2014, με την οποία του επετράπη η παραμονή στην υπηρεσία μέχρι τις 30 Ιουνίου 2014, — της αποφάσεως της 27ης Ιουνίου 2014, με την οποία του επετράπη η παραμονή στην υπηρεσία μέχρι τις 31 Ιουλίου 2014, — της αποφάσεως της 31ης Ιουλίου 2014, με την οποία του επετράπη η παραμονή στην υπηρεσία μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2014, — του υπηρεσιακού σημειώματος της 30ής Σεπτεμβρίου 2014, με το οποίο ενημερώθηκε για την καταβολή της συντάξεώς του από 1ης Οκτωβρίου 2014. 20 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης: — να απορρίψει την προσφυγή, — να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα. 21 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, ο προσφεύγων παραιτήθηκε των αιτημάτων του που στρέφονταν κατά του σημειώματος της 7ης Απριλίου 2014. Σκεπτικό Επί των αιτημάτων που περιλαμβάνονται στην επιστολή της 31ης Οκτωβρίου 2014 22 Δυνάμει του άρθρου 35 του Κανονισμού Διαδικασίας που ίσχυε κατά τον χρόνο της ασκήσεως της προσφυγής‑αγωγής, νυν, κατόπιν τροποποιήσεων, άρθρου 50 του Κανονισμού Διαδικασίας, μόνον τα αιτήματα που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο μπορούν να ληφθούν υπόψη. Κατά συνέπεια, η υποβολή από διάδικο νέων αιτημάτων ή η επέκταση των υποβληθέντων κατά τη διάρκεια της δίκης ισοδυναμεί με τροποποίηση του αντικειμένου της διαφοράς. Μόνο σε περίπτωση νέου στοιχείου που είναι δυνατόν να έχει επίπτωση στο αντικείμενο της προσφυγής, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η έκδοση, διαρκούσης της εκκρεμοδικίας, πράξεως που καταργεί και αντικαθιστά την προσβαλλομένη, μπορεί να επιτραπεί στον προσφεύγοντα να προσαρμόσει τα αιτήματά του (απόφαση Glantenay κ.λπ. κατά Επιτροπής, F‑23/12 και F‑30/12, EU:F:2013:127, σκέψη 34). 23 Εν προκειμένω, όσον αφορά, κατ’ αρχάς, τα αιτήματα που στρέφονται κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως, διαπιστώνεται ότι η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε μετά την άσκηση της προσφυγής‑αγωγής, επιβεβαιώνει την απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεως παραμονής στην υπηρεσία, παρέχοντας και τη σχετική αιτιολογία. Σε μια τέτοια περίπτωση, πρέπει να εξεταστεί η νομιμότητα της αρχικής βλαπτικής πράξεως, λαμβανομένης υπόψη της αιτιολογίας που περιέχεται στην απορριπτική της διοικητικής ενστάσεως απόφαση, καθώς η αιτιολογία αυτή θεωρείται ότι συμπίπτει με αυτή της αρχικής ως άνω πράξεως (βλ., συναφώς, απόφαση Επιτροπή κατά Birkhoff, T‑377/08 P, EU:T:2009:485, σκέψεις 57 έως 59 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 24 Υπ’ αυτές τις συνθήκες, τα αιτήματα που στρέφονται κατά της αποφάσεως περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως στερούνται αυτοτελούς περιεχομένου και η προσφυγή πρέπει να θεωρείται ότι στρέφεται κατά της επίδικης αποφάσεως, της οποίας η αιτιολογία διευκρινίζεται με την απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως (βλ., συναφώς, αποφάσεις Eveillard κατά Επιτροπής, T‑258/01, EU:T:2004:177, σκέψεις 31 και 32, και Buxton κατά Κοινοβουλίου, F‑50/11, EU:F:2012:51, σκέψη 21). 25 Στη συνέχεια, όσον αφορά τα αιτήματα τα οποία στρέφονται κατά των αποφάσεων της 21ης Μαΐου, της 27ης Ιουνίου και της 31ης Ιουλίου 2014, με τις οποίες επετράπη στον προσφεύγοντα να παραμείνει στην υπηρεσία μέχρι τις 30 Ιουνίου, 31 Ιουλίου και 30 Σεπτεμβρίου 2014, αντίστοιχα, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι εν λόγω αποφάσεις περιορίζονται στο να επιτρέψουν στον προσφεύγοντα να παραμείνει στην υπηρεσία για συνολικό διάστημα τεσσάρων μηνών μετά την ημερομηνία κατά την οποία, ελλείψει των εν λόγω αποφάσεων, θα είχε συνταξιοδοτηθεί, δηλαδή την 1η Ιουνίου 2014, χωρίς, ωστόσο, να θίγουν την απόφαση περί απορρίψεως της αιτήσεως περί παραμονής του προσφεύγοντος στην υπηρεσία. Οι αποφάσεις αυτές, οι οποίες δεν είναι βλαπτικές για τον προσφεύγοντα, δεν ασκούν καμιά επιρροή στο αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως· ως εκ τούτου, το αίτημα του προσφεύγοντος να προσαρμόσει τα αιτήματά του πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που τις αφορά. 26 Το ίδιο ισχύει, τέλος, για τα αιτήματα που αφορούν το υπηρεσιακό σημείωμα της 30ής Σεπτεμβρίου 2014. Πράγματι, το εν λόγω σημείωμα περιορίζεται στην ενημέρωση του προσφεύγοντος ότι, δεδομένου ότι η απόφαση περί παραμονής του στην υπηρεσία μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2014 παύει να παράγει αποτελέσματα, η σύνταξή του πρόκειται να του καταβληθεί από 1ης Οκτωβρίου 2014. Ένα τέτοιο σημείωμα δεν παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να θίξουν απευθείας και αμέσως τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας προδήλως τη νομική κατάσταση αυτού και δεν μπορεί, επομένως, να αποτελέσει βλαπτική πράξη (βλ., συναφώς, απόφαση Pimlott κατά Ευρωπόλ, F‑52/06, EU:F:2007:210, σκέψη 48 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Κατά συνέπεια, το αίτημα του προσφεύγοντος να προσαρμόσει τα αιτήματά του πρέπει να απορριφθεί κατά το μέρος που αφορά τα αιτήματα τα οποία στρέφονται κατά του υπηρεσιακού σημειώματος της 30ής Σεπτεμβρίου 2014. Επί του αιτήματος ακυρώσεως της επίδικης αποφάσεως Επιχειρήματα των διαδίκων 27 Ο προσφεύγων προβάλλει έναν και μοναδικό λόγο ακυρώσεως, αποτελούμενο από τέσσερα σκέλη, τα οποία αντλούνται, αντίστοιχα, από παράβαση του άρθρου 52 του ΚΥΚ, από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, από παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως και του καθήκοντος μέριμνας και από παράβαση του άρθρου 5 του ΚΥΚ. 28 Ο προσφεύγων αναγνωρίζει ότι, στο πλαίσιο αιτήσεως που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 52, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, η Διοίκηση διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά τον προσδιορισμό του συμφέροντος της υπηρεσίας· υποστηρίζει, εντούτοις, ότι η ερμηνεία της έννοιας αυτής θα έπρεπε να είναι σύμφωνη με τους «υπέρτερους κανόνες», μεταξύ των οποίων, κυρίως, το άρθρο 52 του ΚΥΚ. Επιπλέον, η εξέταση του συμφέροντος της υπηρεσίας θα έπρεπε να διεξάγεται με επιμέλεια και αμεροληψία και σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων. Στη συνέχεια, η Διοίκηση θα έπρεπε να λαμβάνει επίσης υπόψη το συμφέρον του ενδιαφερομένου υπαλλήλου και να κινείται εντός ευλόγων ορίων. 29 Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τον προσφεύγοντα, η ΑΔΑ που ήταν αρμόδια να αποφανθεί επί της αιτήσεώς του περί παραμονής στην υπηρεσία δεν προέβη σε τέτοια εξέταση των συμφερόντων. 30 Ειδικότερα, όσον αφορά το συμφέρον της υπηρεσίας, ο προσφεύγων βάλλει, πρώτον, κατά της αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία η πολιτική της αναθέσεως της διαχειρίσεως των προγραμμάτων διαστημικής έρευνας σε εξωτερικούς συνεργάτες δικαιολογεί την απόρριψη της αιτήσεώς του περί παραμονής στην υπηρεσία. Επισημαίνει, συναφώς, το γεγονός ότι η πολιτική αυτή εφαρμόζεται από το 2009. Επιπλέον, τον Φεβρουάριο 2014, προσελήφθησαν στο πρώην τμήμα του τρεις νέοι υπάλληλοι. Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, θα είναι, εξάλλου, δύσκολο για τους υπαλλήλους που θα παραμείνουν στο τμήμα αυτό μετά τη συνταξιοδότηση του ιδίου να διαχειριστούν μόνοι όλο τον φόρτο εργασίας του τμήματος, ενώ για να εκπληρώσει τα καθήκοντά του στο πλαίσιο του προγράμματος εργασίας για τα έτη 2014 και 2015 το τμήμα χρειάζεται προσωπικό με ιδιαίτερα προσόντα και πείρα, όπως αυτά που διαθέτει ο ίδιος. 31 Δεύτερον, ο προσφεύγων προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη ότι η αίτησή του περί παραμονής στην υπηρεσία είχε υποστηριχθεί από τον προϊστάμενο του τμήματος και τον διευθυντή του, με την επιφύλαξη, όσον αφορά τον τελευταίο, ότι η παραμονή του στην υπηρεσία θα ήταν «ουδέτερη» από απόψεως ανθρωπίνου δυναμικού. 32 Τρίτον, ο προσφεύγων εκτιμά ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη ότι η παραμονή του στην υπηρεσία μέχρι το 2016 δεν επρόκειτο να αποτελέσει εμπόδιο για την επίτευξη του σκοπού της μειώσεως του προσωπικού κατά 5 % το 2017. 33 Όσον αφορά το προσωπικό του συμφέρον, ο προσφεύγων προσάπτει στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη ότι η παραμονή του στην υπηρεσία θα του επέτρεπε να αυξήσει σημαντικά τα συνταξιοδοτικά του δικαιώματα από το 40 % στο 50 % περίπου επί των τελευταίων αποδοχών του, επιτρέποντάς του παράλληλα να συνεχίσει, όπως επιθυμούσε, την επαγγελματική του δραστηριότητα. 34 Τέλος, ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία» δεν είχε ποτέ κάνει δεκτή αίτηση περί παραμονής στην υπηρεσία πέραν του ορίου ηλικίας, ενώ σε άλλες γενικές διευθύνσεις τέτοιες αιτήσεις γίνονται δεκτές πολύ ευκολότερα, θέτει ζήτημα σεβασμού της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων. 35 Η Επιτροπή ζητεί την απόρριψη του λόγου ακυρώσεως στο σύνολό του. Εκτίμηση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης – Προκαταρκτικές παρατηρήσεις 36 Όταν εκτιμά το συμφέρον της υπηρεσίας προκειμένου να αποφανθεί επί αιτήσεως υπαλλήλου να παραμείνει στην υπηρεσία πέραν του ορίου ηλικίας το οποίο προβλέπει το άρθρο 52, πρώτο εδάφιο, στοιχείο αʹ, του ΚΥΚ για την αυτοδίκαιη συνταξιοδότηση, η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης δεν μπορεί να επικρίνει την εκτίμηση της ΑΔΑ παρά μόνο σε περίπτωση πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως ή καταχρήσεως εξουσίας (βλ. συναφώς και κατ’ αναλογίαν, σε σχέση με απόφαση περί ανανεώσεως της συμβάσεως εκτάκτου υπαλλήλου, απόφαση Επιτροπή κατά Macchia, T‑368/12 P, EU:T:2014:266, σκέψη 49). 37 Υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι μια πλάνη εκτιμήσεως μπορεί να χαρακτηρισθεί πρόδηλη μόνον εάν μπορεί ευχερώς να εντοπιστεί με γνώμονα τα κριτήρια από τα οποία ο νομοθέτης είχε την πρόθεση να εξαρτήσει την άσκηση της ευρείας εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η Διοίκηση. Κατά συνέπεια, για να αποδειχθεί ότι η Διοίκηση υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη κατά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ικανή να δικαιολογήσει την ακύρωση αποφάσεως, τα αποδεικτικά στοιχεία που οφείλει να προσκομίσει ο προσφεύγων πρέπει να είναι ικανά να ανατρέψουν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών στην οποία προέβη η Διοίκηση με την απόφασή της. Τουτέστιν, ο λόγος ακυρώσεως που αντλείται από πρόδηλη πλάνη πρέπει να απορρίπτεται εάν, παρά τα στοιχεία που προσκομίζει ο προσφεύγων, η προσβαλλόμενη εκτίμηση μπορεί να γίνει δεκτή ως αληθής ή έγκυρη. (αποφάσεις BB κατά Επιτροπής, F‑17/11, EU:F:2013:14, σκέψη 60, και DG κατά ENISA, F‑109/13, EU:F:2014:259, σκέψη 44 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). – Επί της προβαλλόμενης μη συνεκτιμήσεως του συμφέροντος της υπηρεσίας 38 Στην προκειμένη περίπτωση, από τη δικογραφία προκύπτει ότι ο γενικός διευθυντής της Γενικής Διευθύνσεως στην οποίαν ήταν τοποθετημένος ο προσφεύγων εξέτασε όντως την αίτηση του προσφεύγοντος περί παραμονής στην υπηρεσία και, με το υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Φεβρουαρίου 2014, τον ενημέρωσε για τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι το συμφέρον της υπηρεσίας δεν δικαιολογούσε θετική απάντηση στην αίτηση αυτή, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 6 της παρούσας αποφάσεως. Επιπλέον, ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι» έλαβε υπόψη την αίτηση του προσφεύγοντος, υιοθετώντας τους λόγους που εκτέθηκαν από τον γενικό διευθυντή της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία». Τέλος, η απόφαση περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως επιβεβαιώνει την εξέταση του συμφέροντος της υπηρεσίας στην οποία προέβη η Διοίκηση, ενώ συγχρόνως τη διευκρινίζει περαιτέρω. 39 Ως εκ τούτου, στο μέτρο που ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η ΑΔΑ δεν προέβη εν προκειμένω στην «εξέταση των εμπλεκόμενων συμφερόντων», σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 52, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ διαδικασία, τα επιχειρήματά του είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν. – Επί της πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως 40 Ο προσφεύγων, προκειμένου να αποδείξει ότι η επίδικη απόφαση πάσχει πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, υποστηρίζει, κατά πρώτον, ότι η πολιτική εξωτερικής αναθέσεως της διαχειρίσεως των προγραμμάτων διαστημικής έρευνας δεν δικαιολογεί την απόρριψη της αιτήσεώς του περί παραμονής στην υπηρεσία. 41 Εν προκειμένω, από το υπηρεσιακό σημείωμα της 6ης Φεβρουαρίου 2014 προκύπτει ότι, ως αποτέλεσμα της εν λόγω πολιτικής, ο ρόλος των υπηρεσιών της Επιτροπής θα περιοριζόταν στον έλεγχο και την ανάπτυξη της διαστημικής πολιτικής, ενώ η καθημερινή διαχείριση της πολιτικής αυτής είχε πλέον ανατεθεί στον Εκτελεστικό Οργανισμό Έρευνας και στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Διαστήματος. Επιπλέον, στο ίδιο υπηρεσιακό σημείωμα, αναφερόταν ότι ήταν αναγκαία η μείωση του προσωπικού της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία», καθώς και η αναδιάταξη των θέσεων. 42 Ο προσφεύγων όμως περιορίζεται να αναφέρει, πρώτον, ότι η εφαρμογή της πολιτικής αυτής εξωτερικής αναθέσεως είχε ήδη αρχίσει από το 2009. Ωστόσο, μια τέτοια περίσταση ουδόλως αποτελεί ένδειξη ότι μια απόφαση που ελήφθη το 2014 δεν μπορούσε να δικαιολογείται από την εν λόγω πολιτική. 43 Δεύτερον, ο προσφεύγων αναφέρει ότι τον Φεβρουάριο του 2014 προσελήφθησαν στο πρώην τμήμα του τρεις νέοι υπάλληλοι. Εντούτοις, το γεγονός ότι, όπως επισήμανε ο ίδιος ο προσφεύγων, οι εν λόγω υπάλληλοι δεν είχαν πείρα στον τομέα της διαστημικής έρευνας και προσελήφθησαν στον διοικητικό, νομικό και πολιτικό τομέα είναι απολύτως συνεπές προς τη θέση του γενικού διευθυντή της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία» ότι η γενική αυτή διεύθυνση θα ασχολείτο περισσότερο με τον έλεγχο και την ανάπτυξη της διαστημικής πολιτικής παρά με τις επιστημονικές πτυχές της πολιτικής αυτής. Ως εκ τούτου, το στοιχείο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ικανό να αποδείξει την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως. 44 Τρίτον, ο προσφεύγων υπογραμμίζει τη σημασία του φόρτου εργασίας που επιβαρύνει το πρώην τμήμα του και θεωρεί ότι η ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία» έχει ανάγκη την πείρα και τα επαγγελματικά του προσόντα προκειμένου να φέρει εις πέρας τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί. 45 Ωστόσο, ακόμη και αν θεωρηθούν ακριβείς οι ισχυρισμοί του προσφεύγοντος όσον αφορά το προσωπικό του πρώην τμήματός του και τον μεγάλο φόρτο εργασίας του, η εκτίμηση των απαιτούμενων αναγκών σε προσωπικό για την εύρυθμη λειτουργία ενός τμήματος εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΑΔΑ. Ο απλός ισχυρισμός του προσφεύγοντος ότι «θα είναι δύσκολο» για το εν ενεργεία προσωπικό «να φέρει εις πέρας» τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στο τμήμα ουδόλως αποδεικνύει την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως όσον αφορά το συμφέρον της υπηρεσίας. 46 Το ίδιο ισχύει για τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος όσον αφορά το μέγεθος της πείρας του, που δεν αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή. 47 Πράγματι, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν, καθεαυτούς, να αποδείξουν ότι η ΑΔΑ υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως κατά την εξέταση του συμφέροντος της υπηρεσίας. Όπως επισήμανε η Επιτροπή στο υπόμνημά της αντικρούσεως και κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας στο πλαίσιο της εξετάσεως αιτήσεως περί παραμονής στην υπηρεσία πέραν του προβλεπομένου για την αυτοδίκαιη συνταξιοδότηση ορίου ηλικίας δεν περιορίζεται μόνο στο ζήτημα της αντιστοιχίσεως των ικανοτήτων του ενδιαφερομένου με τα ασκούμενα καθήκοντα, η οποία, εξάλλου, ουδόλως αμφισβητείται στην προκειμένη περίπτωση. Πράγματι, η ΑΔΑ υποχρεούται να λάβει υπόψη και άλλα στοιχεία, όπως την εφαρμογή μιας γενικής πολιτικής σε θέματα προσωπικού ή την ανάγκη μειώσεως του προσωπικού ή ακόμη και τη δυνατότητα αντικαταστάσεως των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει το όριο ηλικίας για αυτοδίκαιη συνταξιοδότηση με υπαλλήλους χαμηλότερου βαθμού ή ακόμη και με εκτάκτους ή συμβασιούχους υπαλλήλους. 48 Επιβάλλεται, επομένως, η διαπίστωση ότι ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι η ΑΔΑ υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως του συμφέροντος της υπηρεσίας, λόγω του ότι έλαβε υπόψη την πολιτική εξωτερικής αναθέσεως που εφαρμόζεται από το 2009. 49 Κατά δεύτερον, ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τη μεγάλη στήριξη που εξέφρασαν προς αυτόν οι ιεραρχικώς προϊστάμενοί του. Ωστόσο, από τη δικογραφία προκύπτει ότι η στήριξη του γενικού διευθυντή της γενικής διευθύνσεως στην οποία ήταν τοποθετημένος ο προσφεύγων εκφράστηκε υπό την επιφύλαξη τηρήσεως του προγραμματισμού των πόρων της εν λόγω διευθύνσεως και ότι ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία» είχε εκφέρει αρνητική γνώμη. Επιπλέον, αρμόδια ΑΔΑ για την εξέταση των αιτήσεων περί παραμονής στην υπηρεσία βάσει του άρθρου 52, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ δεν είναι ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία», αλλά ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Ανθρώπινοι πόροι». Επομένως, η εν λόγω στήριξη δεν θα ασκούσε, ούτως ή άλλως, επιρροή κατά την εκτίμηση του βασίμου της επίδικης αποφάσεως, δεδομένου ότι η αρμόδια ΑΔΑ μπορούσε κάλλιστα να προβεί σε εντελώς διαφορετική εκτίμηση του συμφέροντος της υπηρεσίας από εκείνη της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία», στην οποία ήταν τοποθετημένος ο προσφεύγων. 50 Κατά τρίτον, ο προσφεύγων προσάπτει στην ΑΔΑ ότι δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η αποδοχή της αιτήσεώς του περί παραμονής στην υπηρεσία δεν θα είχε αποτελέσει εμπόδιο για την επίτευξη από την Επιτροπή του στόχου της περί μειώσεως του προσωπικού κατά 5 % το 2017, δεδομένου ότι, ακόμη και αν είχε γίνει δεκτή η αίτησή του, ο ίδιος θα έφευγε από την υπηρεσία σε κάθε περίπτωση πριν το 2017. Ένα τέτοιο επιχείρημα, όμως, ουδόλως αποδεικνύει την ύπαρξη πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως του συμφέροντος της υπηρεσίας. Πράγματι, όπως επισήμανε η Επιτροπή στο υπόμνημά της αντικρούσεως, η προοδευτική μείωση του προσωπικού ενός θεσμικού οργάνου εξυπηρετεί εξίσου, αν όχι περισσότερο, το συμφέρον της υπηρεσίας σε σχέση με την εξάντληση της προθεσμίας για την εφαρμογή μιας τέτοιας μειώσεως. 51 Επομένως, η αιτίαση που αντλείται από πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως του συμφέροντος της υπηρεσίας πρέπει να απορριφθεί, καθόσον ο προσφεύγων δεν απέδειξε την ύπαρξη τέτοιας πλάνης. – Επί της προβαλλόμενης παραβάσεως του καθήκοντος μέριμνας της ΑΔΑ 52 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι η ΑΔΑ ήταν υποχρεωμένη, κατά την εφαρμογή του άρθρου 52, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, να λάβει υπόψη το συμφέρον του οικείου υπαλλήλου, βάσει του καθήκοντος μέριμνας που έχει απέναντί του. 53 Από τη νομολογία που παραθέτει ο ίδιος ο προσφεύγων προκύπτει ότι το καθήκον μέριμνας της Διοικήσεως έναντι των υπαλλήλων της αντικατοπτρίζει την ισορροπία των αμοιβαίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που έχει δημιουργήσει ο ΚΥΚ στις σχέσεις μεταξύ της δημόσιας αρχής και των υπαλλήλων της δημόσιας υπηρεσίας. Το καθήκον αυτό επιβάλλει ιδίως στην αρχή, οσάκις λαμβάνει απόφαση σχετικά με την κατάσταση μονίμου υπαλλήλου ή μέλους του προσωπικού, να λαμβάνει υπόψη το σύνολο των στοιχείων τα οποία είναι ικανά να καθορίσουν την απόφασή της και, ενεργώντας κατά τον τρόπο αυτό, να λαμβάνει υπόψη το συμφέρον όχι μόνον της υπηρεσίας αλλά και του οικείου υπαλλήλου. Ωστόσο, η προστασία των δικαιωμάτων και των συμφερόντων των υπαλλήλων πρέπει πάντα να οριοθετείται από την τήρηση των ισχυόντων κανόνων (απόφαση Αγγελίδης κατά Κοινοβουλίου, T‑416/03, EU:T:2006:375, σκέψη 117 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 54 Επομένως, το συμφέρον της υπηρεσίας και το συμφέρον του υπαλλήλου αποτελούν δύο διαφορετικές έννοιες. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 52, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, το συμφέρον του οικείου υπαλλήλου έχει ήδη ληφθεί υπόψη, καθόσον ο τελευταίος πρέπει να ζητήσει να του επιτραπεί να παραμείνει στην υπηρεσία πέραν του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον ΚΥΚ για την αυτοδίκαιη συνταξιοδότηση. Σύμφωνα με το ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής, η απόφαση που πρέπει να λάβει η αρμόδια ΑΔΑ σε σχέση με μια τέτοια αίτηση εξαρτάται αποκλειστικά από το συμφέρον της υπηρεσίας, χωρίς η ΑΔΑ να υποχρεούται να λάβει υπόψη τα συμφέροντα του αιτούντος υπαλλήλου. Ο υπάλληλος δεν απαιτείται, επομένως, να αποδείξει στην ΑΔΑ την ύπαρξη προσωπικού του συμφέροντος να παραμείνει στην υπηρεσία, όπως έπραξε ο προσφεύγων στο πλαίσιο της κρινομένης προσφυγής - αγωγής, καθώς το συμφέρον αυτό δεν ασκεί επιρροή στο πλαίσιο της αιτήσεώς του. 55 Κατά συνέπεια, η αιτίαση του προσφεύγοντος που στηρίζεται σε ενδεχόμενη παράβαση από την ΑΔΑ του καθήκοντός της μέριμνας δεν μπορεί να γίνει δεκτή. – Επί της προβαλλόμενης παραβιάσεως των αρχών της ίσης μεταχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως, καθώς και της παραβάσεως του άρθρου 5 του ΚΥΚ 56 Ο προσφεύγων ισχυρίζεται ότι ο γενικός διευθυντής της ΓΔ «Επιχειρήσεις και Βιομηχανία» ουδέποτε έχει κάνει δεκτή αίτηση παραμονής στην υπηρεσία πέραν του ορίου ηλικίας, σε αντίθεση με την πρακτική άλλων γενικών διευθύνσεων, και ότι το γεγονός αυτό «δημιουργεί ερωτηματικά σε σχέση με την τήρηση […] της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως των υπαλλήλων, όπως αυτή κατοχυρώνεται ιδίως με το άρθρο 5 του ΚΥΚ». 57 Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει ότι, πέραν του ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι υπερβολικά γενικοί, ο προσφεύγων δεν προέβαλε κανένα νομικό επιχείρημα προς στήριξη του ισχυρισμού του, σύμφωνα με τον οποίον η ΑΔΑ παραβίασε με την επίδικη απόφαση την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Ειδικότερα, δεν επιχείρησε να αποδείξει ότι είχε τύχει λιγότερο ευνοϊκής μεταχειρίσεως από εκείνη που θα είχε άλλος υπάλληλος ευρισκόμενος σε νομική κατάσταση παρόμοια με τη δική του. Η αιτίαση αυτή δεν μπορεί παρά να κριθεί απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 35, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας που είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο καταθέσεως του δικογράφου της προσφυγής‑αγωγής, νυν, κατόπιν τροποποιήσεων, άρθρο 50, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του Κανονισμού Διαδικασίας. 58 Το ίδιο ισχύει για τα επιχειρήματα που αντλεί ο προσφεύγων από την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής της χρηστής διοικήσεως, την οποία επικαλείται στο σημείο 21 του δικογράφου της προσφυγής‑αγωγής του, χωρίς να εκθέτει κανένα νομικό λόγο ή επιχείρημα προς στήριξη της θέσεώς του. 59 Επομένως, ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως τον οποίον προβάλλει ο προσφεύγων πρέπει να απορριφθεί ως στερούμενος οιασδήποτε νομικής βάσεως. Επί του αιτήματος αποζημιώσεως 60 Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διαπιστώνει ότι, ενώ ο προσφεύγων ζητεί την αποκατάσταση των «ζημιών που [προκλήθηκαν] ή μπορούσαν να προκληθούν από την απόφαση [της 28ης Μαρτίου 2014 και από το υπηρεσιακό σημείωμα της 7ης Απριλίου 2014]», στο δικόγραφο της προσφυγής‑αγωγής το αίτημα αυτό δεν αναπτύσσεται και δεν διευκρινίζεται καν εάν ο προσφεύγων ζητεί την αποκατάσταση υλικής ζημίας ή την ικανοποίηση ηθικής βλάβης· ως εκ τούτου, το αίτημά του περί αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο. 61 Εν πάση περιπτώσει, εφόσον το αίτημα ακυρώσεως των προσβαλλομένων από τον προσφεύγοντα αποφάσεων έχει απορριφθεί, πρέπει να απορριφθεί και το αίτημα αποζημιώσεως, το οποίο σκοπεί στην αποκατάσταση της ζημίας που υποτίθεται ότι έχει προκληθεί από τις αποφάσεις αυτές (βλ. απόφαση CT κατά EACEA, F‑36/13, EU:F:2013:190, σκέψεις 79 και 80 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). 62 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσφυγή‑αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επί των δικαστικών εξόδων 63 Κατά το άρθρο 101 του Κανονισμού Διαδικασίας, υπό την επιφύλαξη των λοιπών διατάξεων του όγδοου κεφαλαίου του δεύτερου τίτλου του ίδιου Κανονισμού, ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδά του και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα του αντιδίκου, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του τελευταίου. Βάσει του άρθρου 102, παράγραφος 1, του ίδιου Κανονισμού, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης μπορεί, όταν απαιτείται από λόγους επιείκειας, να αποφασίσει ότι ο ηττηθείς διάδικος φέρει μεν τα δικαστικά έξοδά του, πλην όμως καταδικάζεται εν μέρει μόνον στα έξοδα του αντιδίκου ή ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί στα έξοδα αυτά. 64 Από το σκεπτικό της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή ζήτησε ρητώς με τα αιτήματά της να καταδικαστεί ο προσφεύγων στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι οι περιστάσεις της κρινομένης υποθέσεως δεν δικαιολογούν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 102, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο προσφεύγων πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα και καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων στην υπόθεση F‑36/14 R. Για τους λόγους αυτούς, ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ (δεύτερο τμήμα) αποφασίζει: 1) Απορρίπτει την προσφυγή‑αγωγή. 2) Ο H. Bischoff φέρει το σύνολο των δικαστικών εξόδων του και καταδικάζεται στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Bradley Kreppel Rofes i Pujol Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 18 Μαΐου 2015. Η Γραμματέας W. Hakenberg Ο Πρόεδρος K. Bradley ( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.

Amtliche Sprachfassungen

Diese Entscheidung liegt in folgenden Amtssprachen der Union vor — alle gleichermaßen verbindlich.

ČeštinaΕλληνικάEnglishEspañolFrançaisItalianoNederlandsPolskiPortuguêsRomână